Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Το καλοκαίρι που περιμένουμε να επιστρέψει
Το καλοκαίρι που περιμένουμε να επιστρέψει
Το καλοκαίρι που περιμένουμε να επιστρέψει

Το καλοκαίρι που περιμένουμε να επιστρέψει

Μια συλλογή διηγημάτων που συγκροτεί έναν καλοκαιρινό χάρτη εμπειριών, προσώπων και διαθέσεων. Ο συγγραφέας του βιβλίου και σκηνοθέτης Ζαχαρίας Μαυροειδής γράφει τις δικές του σκέψεις για το βιβλίο.

Οι Θεριστές είναι απόσταγμα μιας μακρόχρονης σοδειάς ιδεών για ταινίες. Κάποιες ξεκίνησαν ως πορτρέτα ανθρώπων, άλλες με αφορμή κάποιο περιστατικό, άλλες εμπνέονταν από το πνεύμα ενός τόπου. Αυτές οι διάσπαρτες και ημιτελείς ιδέες, σημειωμένες σε τετράδια και αρχεία υπολογιστή, καρτερούσαν για χρόνια την ανάπτυξή τους σε σενάρια, μέχρι που, αποδεχόμενος το ανέφικτο της κινηματογραφικής τους υλοποίησης, αποφάσισα να τις «κοινωνήσω» μέσω της λογοτεχνικής οδού. Η φόρμα του διηγήματος αποδείχτηκε επαρκώς εύπλαστη προκειμένου να δώσει συνοχή στο ετερόκλητο μυθοπλαστικό υλικό που είχα ως εφαλτήριο.

Όπως και κατά την πρώτη μου λογοτεχνική απόπειρα, το μυθιστόρημα
Εφτά ψυχές στο στόμα (Polaris, 2014), η μετάβαση στον λογοτεχνικό λόγο ήταν μια πληθωρική παρέκκλιση από τον ασκητισμό της σεναριακής γραφής στην οποία θητεύω εδώ και χρόνια. Το φορμάτ του κινηματογραφικού σεναρίου αφήνει ελάχιστα περιθώρια αξιοποίησης του πλούτου της γλώσσας. Αντιμέτωπος ξανά με την εκφραστική ελευθερία του πεζού λόγου, μπήκα στον πειρασμό να δοκιμάσω διάφορα εργαλεία της αφηγηματικής τέχνης.
Υπάρχουν διηγήματα που παίζουν με τον εγκιβωτισμό, άλλα με την επαναληπτική πλοκή, κάποια έχουν δομή αποδελτίωσης, ο «Πόρος» είναι όλος ένας διάλογος. Ο αφηγητής απευθύνεται άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε σε τρίτο, ενώ η «Αθήνα» είναι ένας εσωτερικός μονόλογος σε δεύτερο πρόσωπο.

Αντίβαρο σε αυτή την ετερομορφία αποτελούν δύο νήματα που «υφαίνουν» τις ιστορίες σε ενιαίο σύνολο: το καλοκαίρι ως χρονικό πλαίσιο της δράσης και η χωροθέτηση κάθε διηγήματος σε έναν συγκεκριμένο αλλά κάθε φορά διαφορετικό τόπο της χώρας.


Όντας απόφοιτος της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ,
ανέκαθεν είχα έφεση στην ανάγνωση του χώρου ως αφηγηματικού υλικού. Από το αντικείμενο ως το δωμάτιο, το κτίριο, τη γειτονιά και το τοπίο, ο χώρος, σε όλες του τις κλίμακες, είναι στα μάτια μου μια αστείρευτη πηγή νοηματοδοτήσεων.
Οι περισσότερες ιστορίες είναι γέννημα θρέμμα του τόπου τους
. Δεν θα μπορούσαν να συμβούν αλλού, καθώς η πλοκή τους αποτελεί έκφραση του genius loci τους. Μερικά από τα διηγήματα, όπως οι «Πρέσπες», «μετοίκησαν» από τη γενέτειρά τους σε τόπο πιο προσφιλή, αξιοποιώντας αλληγορικά τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της νέας τους θέσης. Οδεύοντας προς την ολοκλήρωση της συλλογής, έγραψα κάποια διηγήματα με στόχο να «γεμίσω» γεωγραφικές τρύπες – για παράδειγμα, η «Καρδίτσα», για τον θεσσαλικό κάμπο.

Συχνά αναρωτήθηκα για τις συμπαραδηλώσεις που δημιουργεί αυτό το μεταμοντέρνο παιχνίδι γεωγραφίας.
Τι σηματοδοτούσε η χαρτογράφηση της χώρας ως στοιχείο της αφήγησης;

Το γεωγραφικό σύνορο είναι μια προβολή του ανθρώπου πάνω στο φυσικό τοπίο. Εντός αυτού που ορίζει ως οντότητα συνυπάρχουν ξένες μεταξύ τους υποκειμενικότητες, οι οποίες, θέλοντας και μη, σε κάποιο βαθμό ετεροκαθορίζονται από αυτό το νοητικό κατασκεύασμα. Ταυτόχρονα, ακριβώς επειδή είναι καρπός της ανθρώπινης βούλησης για κατανόηση του κόσμου, το σύνορο είναι γενεσιουργός πράξη ταυτοτήτων.

Οι
Θεριστές είναι οικείοι άγνωστοι που, εν μέσω θέρους, μαζεύουν βιώματα από το ίδιο «χωράφι», ιχνηλατώντας από κοινού την ταυτότητα του συλλογικού βιώματος του ελληνικού καλοκαιριού.

Ζαχαρίας Μαυροειδής

Οι Θεριστές είναι απόσταγμα μιας μακρόχρονης σοδειάς ιδεών για ταινίες. Κάποιες ξεκίνησαν ως πορτρέτα ανθρώπων, άλλες με αφορμή κάποιο περιστατικό, άλλες εμπνέονταν από το πνεύμα ενός τόπου. Αυτές οι διάσπαρτες και ημιτελείς ιδέες, σημειωμένες σε τετράδια και αρχεία υπολογιστή, καρτερούσαν για χρόνια την ανάπτυξή τους σε σενάρια, μέχρι που, αποδεχόμενος το ανέφικτο της κινηματογραφικής τους υλοποίησης, αποφάσισα να τις «κοινωνήσω» μέσω της λογοτεχνικής οδού. Η φόρμα του διηγήματος αποδείχτηκε επαρκώς εύπλαστη προκειμένου να δώσει συνοχή στο ετερόκλητο μυθοπλαστικό υλικό που είχα ως εφαλτήριο.

Όπως και κατά την πρώτη μου λογοτεχνική απόπειρα, το μυθιστόρημα
Εφτά ψυχές στο στόμα (Polaris, 2014), η μετάβαση στον λογοτεχνικό λόγο ήταν μια πληθωρική παρέκκλιση από τον ασκητισμό της σεναριακής γραφής στην οποία θητεύω εδώ και χρόνια. Το φορμάτ του κινηματογραφικού σεναρίου αφήνει ελάχιστα περιθώρια αξιοποίησης του πλούτου της γλώσσας. Αντιμέτωπος ξανά με την εκφραστική ελευθερία του πεζού λόγου, μπήκα στον πειρασμό να δοκιμάσω διάφορα εργαλεία της αφηγηματικής τέχνης.
Υπάρχουν διηγήματα που παίζουν με τον εγκιβωτισμό, άλλα με την επαναληπτική πλοκή, κάποια έχουν δομή αποδελτίωσης, ο «Πόρος» είναι όλος ένας διάλογος. Ο αφηγητής απευθύνεται άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε σε τρίτο, ενώ η «Αθήνα» είναι ένας εσωτερικός μονόλογος σε δεύτερο πρόσωπο.

Αντίβαρο σε αυτή την ετερομορφία αποτελούν δύο νήματα που «υφαίνουν» τις ιστορίες σε ενιαίο σύνολο: το καλοκαίρι ως χρονικό πλαίσιο της δράσης και η χωροθέτηση κάθε διηγήματος σε έναν συγκεκριμένο αλλά κάθε φορά διαφορετικό τόπο της χώρας.


Όντας απόφοιτος της Σχολής Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ,
ανέκαθεν είχα έφεση στην ανάγνωση του χώρου ως αφηγηματικού υλικού. Από το αντικείμενο ως το δωμάτιο, το κτίριο, τη γειτονιά και το τοπίο, ο χώρος, σε όλες του τις κλίμακες, είναι στα μάτια μου μια αστείρευτη πηγή νοηματοδοτήσεων.
Οι περισσότερες ιστορίες είναι γέννημα θρέμμα του τόπου τους
. Δεν θα μπορούσαν να συμβούν αλλού, καθώς η πλοκή τους αποτελεί έκφραση του genius loci τους. Μερικά από τα διηγήματα, όπως οι «Πρέσπες», «μετοίκησαν» από τη γενέτειρά τους σε τόπο πιο προσφιλή, αξιοποιώντας αλληγορικά τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της νέας τους θέσης. Οδεύοντας προς την ολοκλήρωση της συλλογής, έγραψα κάποια διηγήματα με στόχο να «γεμίσω» γεωγραφικές τρύπες – για παράδειγμα, η «Καρδίτσα», για τον θεσσαλικό κάμπο.

Συχνά αναρωτήθηκα για τις συμπαραδηλώσεις που δημιουργεί αυτό το μεταμοντέρνο παιχνίδι γεωγραφίας.
Τι σηματοδοτούσε η χαρτογράφηση της χώρας ως στοιχείο της αφήγησης;

Το γεωγραφικό σύνορο είναι μια προβολή του ανθρώπου πάνω στο φυσικό τοπίο. Εντός αυτού που ορίζει ως οντότητα συνυπάρχουν ξένες μεταξύ τους υποκειμενικότητες, οι οποίες, θέλοντας και μη, σε κάποιο βαθμό ετεροκαθορίζονται από αυτό το νοητικό κατασκεύασμα. Ταυτόχρονα, ακριβώς επειδή είναι καρπός της ανθρώπινης βούλησης για κατανόηση του κόσμου, το σύνορο είναι γενεσιουργός πράξη ταυτοτήτων.

Οι
Θεριστές είναι οικείοι άγνωστοι που, εν μέσω θέρους, μαζεύουν βιώματα από το ίδιο «χωράφι», ιχνηλατώντας από κοινού την ταυτότητα του συλλογικού βιώματος του ελληνικού καλοκαιριού.

Ζαχαρίας Μαυροειδής

Συγγραφέας
Ζαχαρίας Μαυροειδής - Συγγραφέας
Ζαχαρίας Μαυροειδής
Ο Ζαχαρίας Μαυροειδής σπούδασε αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη, θέατρο στη Μαδρίτη και κινηματογράφο στην Αθήνα και την Κούβα. Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες Το καλοκαίρι της Κάρμεν (2023), Απόστρατος (2019), Ο ξεναγός (2011) και το ντοκιμαντέρ Στο σώμα της (2018). Το 2014 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα Εφτά ψυχές στο στόμα από τις εκδόσεις Polaris. Έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις Τι μας μαθαίνει η τέχνη (εκδόσεις ΦΡΜΚ, 2020, επιμ. Κατερίνα Ηλιοπούλου), Η χαμένη λεωφόρος του ελληνικού σινεμά (εκδόσεις Νεφέλη, 2019, επιμ. Αφροδίτη Νικολαΐδου) και Θηρασιά IV (Τα πράγματα, 2024, επιμ. Καλλιρρόη Παλυβού) και Η τέχνη της πραγματικότητας, πέρα από την παρατήρηση (Εκδόσεις Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, 2024, επιμ. Ορέστης Ανδρεαδάκης).