Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Η Siri, ο Paul, η Γη του καρκίνου και οι ιστορίες τους
Η Siri, ο Paul, η Γη του καρκίνου και οι ιστορίες τους
Η Siri, ο Paul, η Γη του καρκίνου και οι ιστορίες τους

Η Siri, ο Paul, η Γη του καρκίνου και οι ιστορίες τους

Τι έχουν να μας πουν τα φαντάσματα;

Πολλοί γνωρίζουν το έργο του λογοτεχνικού γίγαντα του Μπρούκλιν, του αείμνηστου Paul Auster, ωστόσο λιγότεροι –ιδίως στη χώρα μας– είναι εξοικειωμένοι με το έργο της συζύγου του, μιας ξεχωριστής φωνής των αμερικανικών γραμμάτων, που συνδυάζει τη λογοτεχνία με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και τη νευροεπιστήμη, διερευνώντας με τον δικό της, πνευματικά οξύ και συναισθηματικά ρευστό, τρόπο τη μνήμη, την ταυτότητα, το φύλο, το σώμα και τις ανθρώπινες σχέσεις.


 

Η Siri Hustvedt ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 ως ποιήτρια και έκτοτε έχει διαγράψει μια λαμπρή λογοτεχνική πορεία, με σημαντικές διεθνείς βραβεύσεις και υποψηφιότητες. Το 2019 τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας Princess of Asturias, μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις παγκοσμίως, ενώ βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες. Έζησε 43 χρόνια μαζί με τον Paul Auster, μέχρι τον θάνατό του, το 2024.

Στις Ιστορίες φαντασμάτων η Hustvedt αναζητά τα απομεινάρια μιας κοινής ζωής: μιας ζωής που χτίστηκε μέσα από τον διάλογο, τη γραφή, την ανάγνωση και τη βαθιά αλληλεπίδραση δύο ανθρώπων
. Γιατί η σχέση της με τον Paul Auster ήταν, πάνω απ’ όλα, μια σχέση αμοιβαίας δημιουργίας. Διάβαζαν και επιμελούνταν ο ένας τα κείμενα του άλλου, ενώ οι λέξεις τους συναντιούνταν ακόμα και μέσα στα ίδια τους τα βιβλία. Γι’ αυτό, όταν η Hustvedt μιλά για το βιβλίο ως αναζήτηση του χαμένου συντρόφου της, μιλά και για κάτι βαθύτερο: για την αναζήτηση ενός χαμένου «ΚΑΙ». Γιατί δεν θρηνεί μόνο τον Paul. Θρηνεί «τη Σίρι ΚΑΙ τον Πολ». Θρηνεί εκείνο το «ΚΑΙ» που τους ένωνε, που δημιούργησε έναν κοινό χώρο ανάμεσά τους και που, μέσα από αυτή την ένωση, της έδινε έναν συγκεκριμένο τρόπο να υπάρχει στον κόσμο.
Τελικά, μήπως υπάρχει κάτι το φασματικό στην ανθρώπινη οικειότητα; Στα απομνημονεύματά της για την απώλεια, η Hustvedt επιστρέφει στα 43 χρόνια της κοινής ζωής με τον σύζυγό της και αναμετριέται με το πένθος που αρχίζει πριν από την απώλεια, αλλά και με τη ζωή που συνεχίζεται μετά τον θάνατο – για εκείνον που φεύγει και για εκείνον που μένει πίσω, αντίστοιχα.
Μια τρυφερή περιπλάνηση στον κόσμο των φαντασμάτων που κατοικούν στη ζωή μας· μια λογοτεχνική διερεύνηση του πενθούντος εγκεφάλου, των στοιχείων και των στοιχειών που αφήνει πάνω μας η μακρόχρονη συνύπαρξη με έναν αγαπημένο άνθρωπο και των κομματιών του εαυτού μας που παίρνει μαζί του στον τάφο.


«Θέλω να γίνω φάντασμα».
Αυτή ήταν μια φράση που είχε επαναλάβει αρκετές φορές ο Paul Auster στη Siri Hustvedt. «Θέλει να επιστρέφει για να βλέπει πώς τα πηγαίνω, τι γράφω. Θέλει να τελειώσω το μυθιστόρημά μου. Θέλει να ακούει τη μουσική της Σόφι, να κοιτάζει τις φωτογραφίες του Σπένσερ, και να βλέπει τον Μάιλς να μεγαλώνει».

Επιστολές του Auster προς τον μελλοντικό νεαρό άντρα Μάιλς, τον εγγονό του, επιστολές της Siri από τη Γη του καρκίνου προς φίλους και συγγενείς, σημειώσεις της Siri από την ίδια περίοδο, επιστολές της οικογένειας προς τον Ντάνιελ, τον γιο του Auster που έφυγε από τη ζωή, και επιστολές του ζευγαριού από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας του συμπληρώνουν το ψηφιδωτό μιας κοινής ζωής, όπου ο πόνος μοιράζεται, οι αναμνήσεις του ενός ανακατεύονται με εκείνες του άλλου, μαζί με λέξεις, αγγίγματα και επαναλήψεις που σφυρηλατούν πάνω μας το ίχνος των ανθρώπων που αγαπήσαμε.


«Στις περισσότερες κουλτούρες οι νεκροί δεν κάθονται ήσυχοι. Επιδρούν ή παρεμβαίνουν στη ζωή των ζωντανών»
γράφει η Hustvedt. Δεν είναι μόνο οι νεκροί που επιστρέφουν, αλλά και όλα όσα έχουν αφήσει μέσα μας. Μια φωνή, μια χειρονομία, ένας τρόπος να κοιτάζουμε τον κόσμο, μια φράση που ακούμε ξαφνικά μέσα στο κεφάλι μας και δεν ξέρουμε αν είναι δική μας ή κάποιου πολύ κοντινού μας προσώπου. Αυτό συνέβαινε ακόμα και στα κείμενα των δύο συγγραφέων, όπου οι ιδέες, οι προτάσεις και ο ρυθμός της γλώσσας τους μαρτυρούν τη στενή πνευματική τους επαφή και συνεχίζουν να συνομιλούν στη σελίδα.

Η λογοτεχνία αψηφά τη γραμμικότητα του χρόνου. Στη σελίδα μπορούν να συνυπάρξουν παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η λογοτεχνία δεν αψηφά τον θάνατο, όμως προσφέρει έναν τρόπο επικοινωνίας που συνεχίζεται πέρα από αυτόν.

Η Hustvedt δεν προσπαθεί να κρατήσει τον Auster ίδιο, ανέπαφο, όπως ήταν πριν από τον θάνατό του. Τον αφήνει να αλλάζει μέσα στη μνήμη, μέσα στη γραφή, μέσα στην ίδια.
Και κάπως έτσι, το «ΚΑΙ» που χάθηκε μαζί με τον θάνατό του αποκτά μια άλλη μορφή: δεν είναι πια η λέξη που ενώνει δύο ανθρώπους σε μια κοινή ζωή, αλλά ο χώρος που εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσά τους, ακόμα κι όταν ο ένας δεν βρίσκεται πια εκεί.

Επιστρέφοντας στις πρώτες της αναμνήσεις με τον Auster, η Siri Hustvedt θυμάται τους στίχους από ένα πεζοποίημά της, το
Διαβάζοντάς σου (Reading to you, 1983).

«Από μακριά πιο κάτω στον δρόμο, σε βλέπω να έρχεσαι, η αρχή μιας ιστορίας στην οποία έχω δώσει ευτυχείς καταλήξεις. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στο αόρατο πια, παρά μόνο εδώ γύρω με τους γρύλους και τον σκληρό ήλιο. Εδώ ξέρουν ότι τα φαντάσματα περνούν απ’ τα κτίρια και τα αφήνουν να πηγαινοέρχονται και να κάνουν τη δουλειά τους. […] Στην ιστορία, η πριγκίπισσα κλαίει για τον τυφλό πρίγκιπα. Δύο δάκρυα πέφτουν μέσα στα μάτια του και βλέπει. Η σωτηρία. Τα δάκρυα. Πες το ξανά. Τα μαλλιά που ξεχύνονται από τον πύργο. Στο κρεβάτι, ακουμπάω το βιβλίο πάνω στο στήθος σου. Πάντα θα σου διαβάζω. Το υπόσχομαι. Πάντα θα σου διαβάζω ιστορίες μέσα στα χρόνια».

Αυτό, λοιπόν, φαίνεται να κάνουν τα φαντάσματα: επιστρέφουν στις ιστορίες που συνεχίζουμε να λέμε. Και όσο τις λέμε, οι νεκροί δεν μένουν ήσυχοι. Συνεχίζουν να μας μιλούν – κι εμείς, μέσα από τις λέξεις μας, συνεχίζουμε να τους απαντάμε. 

Πολλοί γνωρίζουν το έργο του λογοτεχνικού γίγαντα του Μπρούκλιν, του αείμνηστου Paul Auster, ωστόσο λιγότεροι –ιδίως στη χώρα μας– είναι εξοικειωμένοι με το έργο της συζύγου του, μιας ξεχωριστής φωνής των αμερικανικών γραμμάτων, που συνδυάζει τη λογοτεχνία με τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και τη νευροεπιστήμη, διερευνώντας με τον δικό της, πνευματικά οξύ και συναισθηματικά ρευστό, τρόπο τη μνήμη, την ταυτότητα, το φύλο, το σώμα και τις ανθρώπινες σχέσεις.


 

Η Siri Hustvedt ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 ως ποιήτρια και έκτοτε έχει διαγράψει μια λαμπρή λογοτεχνική πορεία, με σημαντικές διεθνείς βραβεύσεις και υποψηφιότητες. Το 2019 τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας Princess of Asturias, μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις παγκοσμίως, ενώ βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες. Έζησε 43 χρόνια μαζί με τον Paul Auster, μέχρι τον θάνατό του, το 2024.

Στις Ιστορίες φαντασμάτων η Hustvedt αναζητά τα απομεινάρια μιας κοινής ζωής: μιας ζωής που χτίστηκε μέσα από τον διάλογο, τη γραφή, την ανάγνωση και τη βαθιά αλληλεπίδραση δύο ανθρώπων
. Γιατί η σχέση της με τον Paul Auster ήταν, πάνω απ’ όλα, μια σχέση αμοιβαίας δημιουργίας. Διάβαζαν και επιμελούνταν ο ένας τα κείμενα του άλλου, ενώ οι λέξεις τους συναντιούνταν ακόμα και μέσα στα ίδια τους τα βιβλία. Γι’ αυτό, όταν η Hustvedt μιλά για το βιβλίο ως αναζήτηση του χαμένου συντρόφου της, μιλά και για κάτι βαθύτερο: για την αναζήτηση ενός χαμένου «ΚΑΙ». Γιατί δεν θρηνεί μόνο τον Paul. Θρηνεί «τη Σίρι ΚΑΙ τον Πολ». Θρηνεί εκείνο το «ΚΑΙ» που τους ένωνε, που δημιούργησε έναν κοινό χώρο ανάμεσά τους και που, μέσα από αυτή την ένωση, της έδινε έναν συγκεκριμένο τρόπο να υπάρχει στον κόσμο.
Τελικά, μήπως υπάρχει κάτι το φασματικό στην ανθρώπινη οικειότητα; Στα απομνημονεύματά της για την απώλεια, η Hustvedt επιστρέφει στα 43 χρόνια της κοινής ζωής με τον σύζυγό της και αναμετριέται με το πένθος που αρχίζει πριν από την απώλεια, αλλά και με τη ζωή που συνεχίζεται μετά τον θάνατο – για εκείνον που φεύγει και για εκείνον που μένει πίσω, αντίστοιχα.
Μια τρυφερή περιπλάνηση στον κόσμο των φαντασμάτων που κατοικούν στη ζωή μας· μια λογοτεχνική διερεύνηση του πενθούντος εγκεφάλου, των στοιχείων και των στοιχειών που αφήνει πάνω μας η μακρόχρονη συνύπαρξη με έναν αγαπημένο άνθρωπο και των κομματιών του εαυτού μας που παίρνει μαζί του στον τάφο.


«Θέλω να γίνω φάντασμα».
Αυτή ήταν μια φράση που είχε επαναλάβει αρκετές φορές ο Paul Auster στη Siri Hustvedt. «Θέλει να επιστρέφει για να βλέπει πώς τα πηγαίνω, τι γράφω. Θέλει να τελειώσω το μυθιστόρημά μου. Θέλει να ακούει τη μουσική της Σόφι, να κοιτάζει τις φωτογραφίες του Σπένσερ, και να βλέπει τον Μάιλς να μεγαλώνει».

Επιστολές του Auster προς τον μελλοντικό νεαρό άντρα Μάιλς, τον εγγονό του, επιστολές της Siri από τη Γη του καρκίνου προς φίλους και συγγενείς, σημειώσεις της Siri από την ίδια περίοδο, επιστολές της οικογένειας προς τον Ντάνιελ, τον γιο του Auster που έφυγε από τη ζωή, και επιστολές του ζευγαριού από τον πρώτο καιρό της γνωριμίας του συμπληρώνουν το ψηφιδωτό μιας κοινής ζωής, όπου ο πόνος μοιράζεται, οι αναμνήσεις του ενός ανακατεύονται με εκείνες του άλλου, μαζί με λέξεις, αγγίγματα και επαναλήψεις που σφυρηλατούν πάνω μας το ίχνος των ανθρώπων που αγαπήσαμε.


«Στις περισσότερες κουλτούρες οι νεκροί δεν κάθονται ήσυχοι. Επιδρούν ή παρεμβαίνουν στη ζωή των ζωντανών»
γράφει η Hustvedt. Δεν είναι μόνο οι νεκροί που επιστρέφουν, αλλά και όλα όσα έχουν αφήσει μέσα μας. Μια φωνή, μια χειρονομία, ένας τρόπος να κοιτάζουμε τον κόσμο, μια φράση που ακούμε ξαφνικά μέσα στο κεφάλι μας και δεν ξέρουμε αν είναι δική μας ή κάποιου πολύ κοντινού μας προσώπου. Αυτό συνέβαινε ακόμα και στα κείμενα των δύο συγγραφέων, όπου οι ιδέες, οι προτάσεις και ο ρυθμός της γλώσσας τους μαρτυρούν τη στενή πνευματική τους επαφή και συνεχίζουν να συνομιλούν στη σελίδα.

Η λογοτεχνία αψηφά τη γραμμικότητα του χρόνου. Στη σελίδα μπορούν να συνυπάρξουν παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η λογοτεχνία δεν αψηφά τον θάνατο, όμως προσφέρει έναν τρόπο επικοινωνίας που συνεχίζεται πέρα από αυτόν.

Η Hustvedt δεν προσπαθεί να κρατήσει τον Auster ίδιο, ανέπαφο, όπως ήταν πριν από τον θάνατό του. Τον αφήνει να αλλάζει μέσα στη μνήμη, μέσα στη γραφή, μέσα στην ίδια.
Και κάπως έτσι, το «ΚΑΙ» που χάθηκε μαζί με τον θάνατό του αποκτά μια άλλη μορφή: δεν είναι πια η λέξη που ενώνει δύο ανθρώπους σε μια κοινή ζωή, αλλά ο χώρος που εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσά τους, ακόμα κι όταν ο ένας δεν βρίσκεται πια εκεί.

Επιστρέφοντας στις πρώτες της αναμνήσεις με τον Auster, η Siri Hustvedt θυμάται τους στίχους από ένα πεζοποίημά της, το
Διαβάζοντάς σου (Reading to you, 1983).

«Από μακριά πιο κάτω στον δρόμο, σε βλέπω να έρχεσαι, η αρχή μιας ιστορίας στην οποία έχω δώσει ευτυχείς καταλήξεις. Οι άνθρωποι δεν πιστεύουν στο αόρατο πια, παρά μόνο εδώ γύρω με τους γρύλους και τον σκληρό ήλιο. Εδώ ξέρουν ότι τα φαντάσματα περνούν απ’ τα κτίρια και τα αφήνουν να πηγαινοέρχονται και να κάνουν τη δουλειά τους. […] Στην ιστορία, η πριγκίπισσα κλαίει για τον τυφλό πρίγκιπα. Δύο δάκρυα πέφτουν μέσα στα μάτια του και βλέπει. Η σωτηρία. Τα δάκρυα. Πες το ξανά. Τα μαλλιά που ξεχύνονται από τον πύργο. Στο κρεβάτι, ακουμπάω το βιβλίο πάνω στο στήθος σου. Πάντα θα σου διαβάζω. Το υπόσχομαι. Πάντα θα σου διαβάζω ιστορίες μέσα στα χρόνια».

Αυτό, λοιπόν, φαίνεται να κάνουν τα φαντάσματα: επιστρέφουν στις ιστορίες που συνεχίζουμε να λέμε. Και όσο τις λέμε, οι νεκροί δεν μένουν ήσυχοι. Συνεχίζουν να μας μιλούν – κι εμείς, μέσα από τις λέξεις μας, συνεχίζουμε να τους απαντάμε. 

Συγγραφέας
Siri Hustvedt - Συγγραφέας
Siri Hustvedt
Η Siri Hustvedt (Σίρι Χούστβεντ, γενν. 1955), με νορβηγικές ρίζες, ξεκίνησε ως ποιήτρια (Reading to You, 1982). Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Τυφλόμυγα (Scripta, 1997), Το μυστικό της Λίλυ Νταλ (Scripta, 1998), What I Loved (2003), The Sorrows of an American (2008), Το καλοκαίρι δίχως άντρες (Πατάκης, 2012), Memories of the Future (2019). Έχει επίσης εκδώσει δοκίμια, μεταξύ των οποίων τα A Plea for Eros (2005) και A Woman Looking at Men Looking at Women (2016), καθώς και το αυτοβιογραφικό Η γυναίκα που τρέμει ή η ιστορία των νεύρων μου (Πατάκης, 2026). Με τον Paul Auster έχει μία κόρη, την τραγουδίστρια και ηθοποιό Sophie Auster. Ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο ετοιμάζεται το The Blazing World.
Paul Auster - Συγγραφέας
Paul Auster

Ο Paul Auster (Πολ Όστερ) γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1947 στο Νιου Τζέρσι από γονείς πολωνοεβραϊκής καταγωγής. Απόφοιτος του πανεπιστηµίου Κολούµπια, µετά τις σπουδές του έζησε για ένα διάστηµα στη Γαλλία.
Το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο είναι το αυτοβιογραφικό δοκίµιο Η επινόηση της μοναξιάς (1982). Ακολούθησε η Τριλογία της Νέας Υόρκης: Γυάλινη πόλη (1985), Φαντάσµατα (1986) και Το κλειδωµένο δωµάτιο (1986), µεταµοντέρνες παραλλαγές της ιστορίας µυστηρίου που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σηµαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς. Έκτοτε έχει γράψει πλήθος πεζογραφικών έργων µεταξύ των οποίων τα µυθιστορήµατα: Mr. Vertigo, Το βιβλίο των ψευδαισθήσεων, Σάνσετ Παρκ, Αόρατος, 4 3 2 1, Φλεγόμενο αγόρι, Αιματοβαμμένο έθνος.
Ασχολήθηκε επίσης µε τον κινηµατογράφο τόσο ως σκηνοθέτης όσο και ως σεναριογράφος.
Είναι µέλος της Αµερικανικής Ακαδηµίας Τεχνών και Γραµµάτων.
Πέθανε από καρκίνο του πνεύμονα σε ηλικία 77 ετών την 1η Μαΐου 2024.