

Τι θα έκανες αν ήσουν αόρατος;
Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, δεν ξεχνώ με τι χαρά πήγαινα στο περίπτερο τα καλοκαιρινά μεσημέρια, μ’ ένα δίφραγκο σφιχτά κλεισμένο στην παλάμη, για να αγοράσω Μίκυ Μάους! (Έτσι, μετωνυμικά, τα ξέραμε τότε τα κόμικς, δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία αν αντί του γνωστού τρωκτικού, ήρωας του κόμικ σου ήταν ο Ποπάι ή ο Σεραφίνο.) Μαζί με τα παγωτά, που τα μετρούσαμε ευλαβικά, ήταν το σήμα κατατεθέν του καλοκαιριού μας στην πόλη. Έχω φίλους σήμερα που τα φυλάνε στοίβες στις ενήλικες αποθήκες τους, ανίκανοι να τα αποχωριστούν. Γιατί θα είναι σαν να σβήνουν το μονοπάτι που τους ενώνει με κείνες τις ανέμελες μέρες, όλο σαγιονάρα, παλιά βανίλια και εξωφρενικές περιπέτειες που τις ρουφούσες καρέ καρέ κι ύστερα... πάλι από την αρχή.
Όσο μετέφραζα τις Περιπέτειες του Αόρατου Αγοριού, είχα ξανά τη γεύση εκείνης της εποχής στο στόμα. Μολονότι σήμερα τείνουμε να περιγράφουμε μια τέτοια ιστορία -όπου η εικόνα συμβάλλει ισότιμα με τις λέξεις στην αφήγηση- ως γκράφικ νόβελ, το βιβλίο αυτό προσιδιάζει περισσότερο σ’ αυτό που κάποτε λέγαμε κόμικ. Ή Μίκυ Μάους. Ο ρυθμός του, ο σχεδιασμός του, τα χρώματά του, το κέφι του, όλα συντείνουν στη δημιουργία μιας αίσθησης ξεγνοιασιάς και ελαφρότητας και, κυρίως, λειτουργούν ως δυνατή υπόμνηση μιας ζωής που τη ζεις ακόμη στο όριο πραγματικότητας και φαντασίας - τίποτε δεν είναι αδύνατο, ακατόρθωτο ή ανέφικτο. Το ρεαλιστικό διαστέλλεται για να χωρέσει το ανήκουστο.
Τι θα έκανες αν ήσουν αόρατος; Αναρωτηθείτε: ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα κάνατε αν αυτή η ευχή -να την πούμε πανανθρώπινη; Ενδεχομένως έχει σχηματιστεί σε κάθε νου που έζησε και ζει επάνω στον πλανήτη- γινόταν ξάφνου πραγματικότητα; Θα εγκαταλείπατε μεμιάς ό,τι σας παιδεύει και σας περιορίζει; Θα πηγαίνατε καρφί εκεί που λαχταρήσατε να περάσετε κάθε σας στιγμή; Θα κάνατε αμέσως και δίχως καμία καθυστέρηση ό,τι σας απαγορεύεται να κάνετε; Θα βγάζατε τέλος τον καλό σας εαυτό μόνο και μόνο για τη χαρά που αυτό χαρίζει; Τον κακό σας εαυτό, δίχως τον φόβο των συνεπειών;
Οι Περιπέτειες του Αόρατου Αγοριού είναι ακριβώς αυτό. Είναι οι απαντήσεις που δίνει σε αυτά τα ερωτήματα ένας πιτσιρίκος γεμάτος αγωνίες: καινούργιο σχολείο, καινούργια γειτονιά, καινούργια παιδιά που πρέπει να τους αποδείξεις ότι είσαι κουλ όταν δεν πιστεύεις ότι είσαι. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα σύμπαν από φωτεινά χρώματα που κατά καιρούς εκρήγνυνται - μαζί με διάφορα φοβερά και τρομερά «επιστημονικά» φίλτρα. Ό,τι θα έκανε ένα παιδί που ξαφνικά του δόθηκε η μαγική ευκαιρία να είναι αόρατο, βρίσκεται μέσα στα καρέ αυτού του απολαυστικού κόμικ. Δεν θέλω να προδώσω άλλα στοιχεία της μεγάλης αυτής περιπέτειας. Ετούτο μόνο θα σας πω: ναι, μπορείς να ζωντανέψεις τα παιχνίδια σου και, ναι, μπορείς να βουτήξεις τον κόσμο όλο σε μια πλούσια, θαλερή, απίθανα ροζ... σαπουνάδα!
Μαρία Σκαμάγκα
Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, δεν ξεχνώ με τι χαρά πήγαινα στο περίπτερο τα καλοκαιρινά μεσημέρια, μ’ ένα δίφραγκο σφιχτά κλεισμένο στην παλάμη, για να αγοράσω Μίκυ Μάους! (Έτσι, μετωνυμικά, τα ξέραμε τότε τα κόμικς, δεν είχε και πολύ μεγάλη σημασία αν αντί του γνωστού τρωκτικού, ήρωας του κόμικ σου ήταν ο Ποπάι ή ο Σεραφίνο.) Μαζί με τα παγωτά, που τα μετρούσαμε ευλαβικά, ήταν το σήμα κατατεθέν του καλοκαιριού μας στην πόλη. Έχω φίλους σήμερα που τα φυλάνε στοίβες στις ενήλικες αποθήκες τους, ανίκανοι να τα αποχωριστούν. Γιατί θα είναι σαν να σβήνουν το μονοπάτι που τους ενώνει με κείνες τις ανέμελες μέρες, όλο σαγιονάρα, παλιά βανίλια και εξωφρενικές περιπέτειες που τις ρουφούσες καρέ καρέ κι ύστερα... πάλι από την αρχή.
Όσο μετέφραζα τις Περιπέτειες του Αόρατου Αγοριού, είχα ξανά τη γεύση εκείνης της εποχής στο στόμα. Μολονότι σήμερα τείνουμε να περιγράφουμε μια τέτοια ιστορία -όπου η εικόνα συμβάλλει ισότιμα με τις λέξεις στην αφήγηση- ως γκράφικ νόβελ, το βιβλίο αυτό προσιδιάζει περισσότερο σ’ αυτό που κάποτε λέγαμε κόμικ. Ή Μίκυ Μάους. Ο ρυθμός του, ο σχεδιασμός του, τα χρώματά του, το κέφι του, όλα συντείνουν στη δημιουργία μιας αίσθησης ξεγνοιασιάς και ελαφρότητας και, κυρίως, λειτουργούν ως δυνατή υπόμνηση μιας ζωής που τη ζεις ακόμη στο όριο πραγματικότητας και φαντασίας - τίποτε δεν είναι αδύνατο, ακατόρθωτο ή ανέφικτο. Το ρεαλιστικό διαστέλλεται για να χωρέσει το ανήκουστο.
Τι θα έκανες αν ήσουν αόρατος; Αναρωτηθείτε: ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα κάνατε αν αυτή η ευχή -να την πούμε πανανθρώπινη; Ενδεχομένως έχει σχηματιστεί σε κάθε νου που έζησε και ζει επάνω στον πλανήτη- γινόταν ξάφνου πραγματικότητα; Θα εγκαταλείπατε μεμιάς ό,τι σας παιδεύει και σας περιορίζει; Θα πηγαίνατε καρφί εκεί που λαχταρήσατε να περάσετε κάθε σας στιγμή; Θα κάνατε αμέσως και δίχως καμία καθυστέρηση ό,τι σας απαγορεύεται να κάνετε; Θα βγάζατε τέλος τον καλό σας εαυτό μόνο και μόνο για τη χαρά που αυτό χαρίζει; Τον κακό σας εαυτό, δίχως τον φόβο των συνεπειών;
Οι Περιπέτειες του Αόρατου Αγοριού είναι ακριβώς αυτό. Είναι οι απαντήσεις που δίνει σε αυτά τα ερωτήματα ένας πιτσιρίκος γεμάτος αγωνίες: καινούργιο σχολείο, καινούργια γειτονιά, καινούργια παιδιά που πρέπει να τους αποδείξεις ότι είσαι κουλ όταν δεν πιστεύεις ότι είσαι. Κι όλα αυτά μέσα σε ένα σύμπαν από φωτεινά χρώματα που κατά καιρούς εκρήγνυνται - μαζί με διάφορα φοβερά και τρομερά «επιστημονικά» φίλτρα. Ό,τι θα έκανε ένα παιδί που ξαφνικά του δόθηκε η μαγική ευκαιρία να είναι αόρατο, βρίσκεται μέσα στα καρέ αυτού του απολαυστικού κόμικ. Δεν θέλω να προδώσω άλλα στοιχεία της μεγάλης αυτής περιπέτειας. Ετούτο μόνο θα σας πω: ναι, μπορείς να ζωντανέψεις τα παιχνίδια σου και, ναι, μπορείς να βουτήξεις τον κόσμο όλο σε μια πλούσια, θαλερή, απίθανα ροζ... σαπουνάδα!
Μαρία Σκαμάγκα





