

Μια διεισδυτική ματιά στη ζωή της μεγάλης ιέρειας του φεμινισμού
Το βιβλίο με τον τίτλο Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης, που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1958, δεν είναι μια απλή εξιστόρηση ούτε και μια πιστή ανασύσταση του παρελθόντος. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ προτείνει μια δεύτερη ερμηνευτική ανάγνωση της δικής της παιδικής ηλικίας, ιδωμένης υπό το πρίσμα της μετέπειτα πορείας της. Η ανάμνηση εμφανίζεται εδώ ως ένα υλικό κατεργασμένο, αναπλασμένο, διαμορφωμένο σύμφωνα με μια ιδεολογική και φιλοσοφική λογική. Η αφήγηση δεν αφορά την παιδική ηλικία αυτή καθαυτήν όσο την ανάδειξη μιας στάσης: απόρριψη της αυθαιρεσίας, διεκδίκηση της ελευθερίας, συγκρότηση ενός σκεπτόμενου ατόμου.
Αυτή η προσωπική κατάθεση αποτελεί, με τρόπο συναρπαστικό, και μια μαρτυρία για τις οικογενειακές, κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές και έμφυλες πεποιθήσεις της γαλλικής αστικής τάξης των αρχών του 20ού αιώνα. Η «καθωσπρέπει κόρη» μεγαλώνει σε ένα αυστηρό περιβάλλον όπου η συντηρητική, θεοσεβούμενη μητέρα προσπαθεί να μεγαλώσει την κόρη της με ηθικές επιταγές διαπνεόμενες από τον καθολικισμό, την πειθαρχία και τον καθωσπρεπισμό. Από την άλλη, ο πατέρας, άθεος, λάτρης του Βολταίρου, της ευζωίας, του θεάτρου και της κοσμικής ζωής, προσπαθεί να αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια την οικονομική του κατάρρευση και να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες.
Εύλογα λοιπόν, το συγκεκριμένο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον κρατούσε εγκλωβισμένη τη νεαρή Σιμόν η οποία βρήκε καταφύγιο στις σελίδες των βιβλίων: «Χάρη στα βιβλία ελευθερωνόμουν από τα δεσμά της παιδικής ηλικίας, έμπαινα σε έναν κόσμο περίπλοκο, ριψοκίνδυνο, απρόβλεπτο» γράφει χαρακτηριστικά. Η έφηβη Σιμόν βρήκε επιτέλους το νόημα, την ουσία της ύπαρξής της: η πνευματική καλλιέργεια και η γνώση θα την οδηγήσουν στην ελευθερία, σε μια ζωή διαφορετική από αυτήν που έβλεπε στον άμεσο περίγυρό της, σε κόσμους άλλους όπου το πνεύμα είναι το άπαν. Αψηφώντας τις συγκρούσεις με το περιβάλλον της, θα απαρνηθεί την πίστη της στον Θεό, θα στηλιτεύσει την υποκρισία του κλήρου, θα μεταστραφεί σε μια βαθιά αρνησιθρησκία, θα εξεγερθεί ενάντια στην τυπολατρία και την υποκρισία της τάξης της. Η νεαρή Σιμόν, φοιτήτρια πλέον στη Σορβόννη, θα συναναστραφεί σπουδαίους διανοητές, όπως ο Λεβί-Στρος και ο Μερλό-Ποντί, θα κατακτήσει την πολυπόθητη ελευθερία, θα συχνάζει σε προοδευτικούς κύκλους, θα γνωρίσει τα μπαρ του Μονπαρνάς και του Σεν-Ζερμέν, τα μπιστρό, τις αίθουσες τέχνης, πάντα με ενδιαφέρουσες και ετερόκλητες παρέες.
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου εστιάζεται στη γνωριμία της Σιμόν ντε Μποβουάρ με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, μια γνωριμία που θα σημαδέψει τη ζωή της καθώς και την πνευματική και φιλοσοφική της εξέλιξη. Είναι η εποχή όπου ο «Κάστορας», όπως την αποκαλούν οι φίλοι της, διακρίνεται παντού, διεκδικεί τη γυναικεία της ταυτότητα, υπερασπίζεται με πάθος τις αρχές της. Από τις σελίδες αυτής της έξοχης αυτοβιογραφικής αφήγησης, που είναι γραμμένη με σπάνιο λογοτεχνικό ταλέντο, ξεπηδούν πρόσωπα που σημάδεψαν τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα και εικόνες από ένα Παρίσι νοσταλγικό, μυθικό, σαγηνευτικό. Κοντολογίς, ένα απολαυστικό ανάγνωσμα!
Ρίτα Κολαΐτη
Το βιβλίο με τον τίτλο Αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης, που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1958, δεν είναι μια απλή εξιστόρηση ούτε και μια πιστή ανασύσταση του παρελθόντος. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ προτείνει μια δεύτερη ερμηνευτική ανάγνωση της δικής της παιδικής ηλικίας, ιδωμένης υπό το πρίσμα της μετέπειτα πορείας της. Η ανάμνηση εμφανίζεται εδώ ως ένα υλικό κατεργασμένο, αναπλασμένο, διαμορφωμένο σύμφωνα με μια ιδεολογική και φιλοσοφική λογική. Η αφήγηση δεν αφορά την παιδική ηλικία αυτή καθαυτήν όσο την ανάδειξη μιας στάσης: απόρριψη της αυθαιρεσίας, διεκδίκηση της ελευθερίας, συγκρότηση ενός σκεπτόμενου ατόμου.
Αυτή η προσωπική κατάθεση αποτελεί, με τρόπο συναρπαστικό, και μια μαρτυρία για τις οικογενειακές, κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές και έμφυλες πεποιθήσεις της γαλλικής αστικής τάξης των αρχών του 20ού αιώνα. Η «καθωσπρέπει κόρη» μεγαλώνει σε ένα αυστηρό περιβάλλον όπου η συντηρητική, θεοσεβούμενη μητέρα προσπαθεί να μεγαλώσει την κόρη της με ηθικές επιταγές διαπνεόμενες από τον καθολικισμό, την πειθαρχία και τον καθωσπρεπισμό. Από την άλλη, ο πατέρας, άθεος, λάτρης του Βολταίρου, της ευζωίας, του θεάτρου και της κοσμικής ζωής, προσπαθεί να αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια την οικονομική του κατάρρευση και να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες.
Εύλογα λοιπόν, το συγκεκριμένο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον κρατούσε εγκλωβισμένη τη νεαρή Σιμόν η οποία βρήκε καταφύγιο στις σελίδες των βιβλίων: «Χάρη στα βιβλία ελευθερωνόμουν από τα δεσμά της παιδικής ηλικίας, έμπαινα σε έναν κόσμο περίπλοκο, ριψοκίνδυνο, απρόβλεπτο» γράφει χαρακτηριστικά. Η έφηβη Σιμόν βρήκε επιτέλους το νόημα, την ουσία της ύπαρξής της: η πνευματική καλλιέργεια και η γνώση θα την οδηγήσουν στην ελευθερία, σε μια ζωή διαφορετική από αυτήν που έβλεπε στον άμεσο περίγυρό της, σε κόσμους άλλους όπου το πνεύμα είναι το άπαν. Αψηφώντας τις συγκρούσεις με το περιβάλλον της, θα απαρνηθεί την πίστη της στον Θεό, θα στηλιτεύσει την υποκρισία του κλήρου, θα μεταστραφεί σε μια βαθιά αρνησιθρησκία, θα εξεγερθεί ενάντια στην τυπολατρία και την υποκρισία της τάξης της. Η νεαρή Σιμόν, φοιτήτρια πλέον στη Σορβόννη, θα συναναστραφεί σπουδαίους διανοητές, όπως ο Λεβί-Στρος και ο Μερλό-Ποντί, θα κατακτήσει την πολυπόθητη ελευθερία, θα συχνάζει σε προοδευτικούς κύκλους, θα γνωρίσει τα μπαρ του Μονπαρνάς και του Σεν-Ζερμέν, τα μπιστρό, τις αίθουσες τέχνης, πάντα με ενδιαφέρουσες και ετερόκλητες παρέες.
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου εστιάζεται στη γνωριμία της Σιμόν ντε Μποβουάρ με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, μια γνωριμία που θα σημαδέψει τη ζωή της καθώς και την πνευματική και φιλοσοφική της εξέλιξη. Είναι η εποχή όπου ο «Κάστορας», όπως την αποκαλούν οι φίλοι της, διακρίνεται παντού, διεκδικεί τη γυναικεία της ταυτότητα, υπερασπίζεται με πάθος τις αρχές της. Από τις σελίδες αυτής της έξοχης αυτοβιογραφικής αφήγησης, που είναι γραμμένη με σπάνιο λογοτεχνικό ταλέντο, ξεπηδούν πρόσωπα που σημάδεψαν τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα και εικόνες από ένα Παρίσι νοσταλγικό, μυθικό, σαγηνευτικό. Κοντολογίς, ένα απολαυστικό ανάγνωσμα!
Ρίτα Κολαΐτη









