

Μερικές φορές, η αγάπη βρίσκει τον δρόμο της… από τη λάθος διαδρομή.
Μερικές φορές, αφήνουμε την καρδιά μας στα βιβλία. Μερικές φορές, αφήνουμε κάτι άλλο.
Ως τακτική πελάτισσα του βιβλιοπωλείου της γειτονιάς μου, αλλά και ως πιστή επισκέπτρια της δημόσιας βιβλιοθήκης του Σιάτλ, παρατηρώ εδώ και πολύ καιρό τα αντικείμενα που έχουν ξεμείνει μέσα στα βιβλία. Πριν από χρόνια, άρχισα να τα συλλέγω: μια κάρτα επετείου με ένα ερωτικό σημείωμα, έναν όμορφο χειροποίητο σελιδοδείκτη, μια λίστα που ακουγόταν περιέργως σαν ποίηση («Γράψε στην Αϊλίν / βροχή / σκίουροι που χτυπούν στο παράθυρο / χωράφια με κολοκύθες»), ένα διαφημιστικό φυλλάδιο από ένα «κατάστημα μεταφυσικών ειδών» στην απέναντι ακτή, μια καρτ ποστάλ από μια μακρινή πόλη, ένα λαχείο, μια κάρτα επιβίβασης. Μου άρεσε η σκέψη πως τα βιβλία περνούν από άτομο σε άτομο, και πως αυτό το αντικείμενο είχε μια κάποια σημασία για το άτομο που κάποτε κρατούσε το βιβλίο που κρατούσα τώρα εγώ.
Ώσπου μια μέρα, κοίταξα τον υπάλληλο στο βιβλιοπωλείο που ταξινομούσε τα μεταχειρισμένα βιβλία πίσω από τον πάγκο του και σκέφτηκα: «Μμμ, τι θα γινόταν αν κάποιος –ας πούμε, κάποιος που λατρεύει τις ρομαντικές κομεντί– ήθελε να επικοινωνήσει με τον άνθρωπο που κάνει αυτή τη δουλειά, αφήνοντάς του ένα σημείωμα μέσα σ’ ένα βιβλίο;» Και αν δεν βρει το σημείωμα, αλλά το βρει κάποιος άλλος, και ξαφνικά τρεις άγνωστοι μεταξύ τους –μια μοναχική τηλεργαζόμενη, ένας ντροπαλός υπάλληλος βιβλιοπωλείου, μια πολυάσχολη ανύπαντρη μητέρα– βρεθούν μπλεγμένοι σε ένα ερωτικό τρίγωνο, χωρίς κανένας από αυτούς να γνωρίζει τι έχει μόλις συμβεί; Αυτή η ιδέα μου φάνηκε ότι θα άρεσε στη Nora Ephron – και ξαφνικά, το πρώτο μου μυθιστόρημα είχε γεννηθεί.
Το Όπως στα βιβλία είναι κατά κάποιον τρόπο μια κλασική ρομαντική κομεντί (αν και ο τίτλος μπορεί και να είναι παραπλανητικός): μια παρεξήγηση που γίνεται εμπόδιο με κωμικό τρόπο στην ένωση ενός ζευγαριού. Αλλά είναι επίσης μια ιστορία για το τι κάνεις για να προχωρήσεις όταν έχεις κολλήσει, για την προσπάθεια να ανοίξεις ένα μέρος του εαυτού σου που νόμιζες ότι θα παρέμενε για πάντα κλειστό, για το πώς η χαρά δεν είναι ποτέ πολύ μακριά αν έχεις απλώς το θάρρος να την αναζητήσεις.
Και κατά τη διάρκεια των πολλών μηνών που έγραφα το βιβλίο, αυτό που ένιωθα ήταν χαρά. Για πολύ καιρό ονειρευόμουν να γράψω ένα μυθιστόρημα, αλλά η προοπτική μου φαινόταν τρομακτική, ενώ η δουλειά μου ως μακροχρόνια κριτικός τέχνης για την εφημερίδα The Seattle Times ήταν συναρπαστική, δημιουργική και πολύ, πολύ απαιτητική. Όμως τα τελευταία χρόνια, όπως πολλοί από εμάς, άρχισα να σκέφτομαι τα όνειρα που έχω αναβάλει και να αναρωτιέμαι αν ο χρόνος μου τελείωνε. Και τότε, μια μέρα –σε εκείνο το ίδιο γλυκό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου, που μοιάζει εκπληκτικά με αυτό στο βιβλίο μου– είδα μια πινακίδα με ένα απόφθεγμα της Toni Morrison: «Αν υπάρχει ένα βιβλίο που θέλεις να διαβάσεις αλλά δεν έχει γραφτεί ακόμη, τότε πρέπει να το γράψεις εσύ». Ήταν σαφές ότι είχε έρθει η ώρα να το δοκιμάσω.
Νομίζω ότι όλοι μας θέλουμε ένα αίσιο τέλος όπως στα βιβλία. Ελπίζω το βιβλίο μου να σας κάνει να χαμογελάσετε.
Moira Macdonald
Μερικές φορές, αφήνουμε την καρδιά μας στα βιβλία. Μερικές φορές, αφήνουμε κάτι άλλο.
Ως τακτική πελάτισσα του βιβλιοπωλείου της γειτονιάς μου, αλλά και ως πιστή επισκέπτρια της δημόσιας βιβλιοθήκης του Σιάτλ, παρατηρώ εδώ και πολύ καιρό τα αντικείμενα που έχουν ξεμείνει μέσα στα βιβλία. Πριν από χρόνια, άρχισα να τα συλλέγω: μια κάρτα επετείου με ένα ερωτικό σημείωμα, έναν όμορφο χειροποίητο σελιδοδείκτη, μια λίστα που ακουγόταν περιέργως σαν ποίηση («Γράψε στην Αϊλίν / βροχή / σκίουροι που χτυπούν στο παράθυρο / χωράφια με κολοκύθες»), ένα διαφημιστικό φυλλάδιο από ένα «κατάστημα μεταφυσικών ειδών» στην απέναντι ακτή, μια καρτ ποστάλ από μια μακρινή πόλη, ένα λαχείο, μια κάρτα επιβίβασης. Μου άρεσε η σκέψη πως τα βιβλία περνούν από άτομο σε άτομο, και πως αυτό το αντικείμενο είχε μια κάποια σημασία για το άτομο που κάποτε κρατούσε το βιβλίο που κρατούσα τώρα εγώ.
Ώσπου μια μέρα, κοίταξα τον υπάλληλο στο βιβλιοπωλείο που ταξινομούσε τα μεταχειρισμένα βιβλία πίσω από τον πάγκο του και σκέφτηκα: «Μμμ, τι θα γινόταν αν κάποιος –ας πούμε, κάποιος που λατρεύει τις ρομαντικές κομεντί– ήθελε να επικοινωνήσει με τον άνθρωπο που κάνει αυτή τη δουλειά, αφήνοντάς του ένα σημείωμα μέσα σ’ ένα βιβλίο;» Και αν δεν βρει το σημείωμα, αλλά το βρει κάποιος άλλος, και ξαφνικά τρεις άγνωστοι μεταξύ τους –μια μοναχική τηλεργαζόμενη, ένας ντροπαλός υπάλληλος βιβλιοπωλείου, μια πολυάσχολη ανύπαντρη μητέρα– βρεθούν μπλεγμένοι σε ένα ερωτικό τρίγωνο, χωρίς κανένας από αυτούς να γνωρίζει τι έχει μόλις συμβεί; Αυτή η ιδέα μου φάνηκε ότι θα άρεσε στη Nora Ephron – και ξαφνικά, το πρώτο μου μυθιστόρημα είχε γεννηθεί.
Το Όπως στα βιβλία είναι κατά κάποιον τρόπο μια κλασική ρομαντική κομεντί (αν και ο τίτλος μπορεί και να είναι παραπλανητικός): μια παρεξήγηση που γίνεται εμπόδιο με κωμικό τρόπο στην ένωση ενός ζευγαριού. Αλλά είναι επίσης μια ιστορία για το τι κάνεις για να προχωρήσεις όταν έχεις κολλήσει, για την προσπάθεια να ανοίξεις ένα μέρος του εαυτού σου που νόμιζες ότι θα παρέμενε για πάντα κλειστό, για το πώς η χαρά δεν είναι ποτέ πολύ μακριά αν έχεις απλώς το θάρρος να την αναζητήσεις.
Και κατά τη διάρκεια των πολλών μηνών που έγραφα το βιβλίο, αυτό που ένιωθα ήταν χαρά. Για πολύ καιρό ονειρευόμουν να γράψω ένα μυθιστόρημα, αλλά η προοπτική μου φαινόταν τρομακτική, ενώ η δουλειά μου ως μακροχρόνια κριτικός τέχνης για την εφημερίδα The Seattle Times ήταν συναρπαστική, δημιουργική και πολύ, πολύ απαιτητική. Όμως τα τελευταία χρόνια, όπως πολλοί από εμάς, άρχισα να σκέφτομαι τα όνειρα που έχω αναβάλει και να αναρωτιέμαι αν ο χρόνος μου τελείωνε. Και τότε, μια μέρα –σε εκείνο το ίδιο γλυκό βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου, που μοιάζει εκπληκτικά με αυτό στο βιβλίο μου– είδα μια πινακίδα με ένα απόφθεγμα της Toni Morrison: «Αν υπάρχει ένα βιβλίο που θέλεις να διαβάσεις αλλά δεν έχει γραφτεί ακόμη, τότε πρέπει να το γράψεις εσύ». Ήταν σαφές ότι είχε έρθει η ώρα να το δοκιμάσω.
Νομίζω ότι όλοι μας θέλουμε ένα αίσιο τέλος όπως στα βιβλία. Ελπίζω το βιβλίο μου να σας κάνει να χαμογελάσετε.
Moira Macdonald









