Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Ιστορίες ενός εμμονικού
Ιστορίες ενός εμμονικού
Ιστορίες ενός εμμονικού

Ιστορίες ενός εμμονικού

Μνήμες, γεγονότα και μυστικά, μέσα από τις εμπειρίες και την έρευνα ενός επίμονου δημοσιογράφου. Ο Τάσος Τέλλογλου προλογίζει τη δική του «Πατριδογνωσία».

«Δεν υπάρχει σκοπός της ιστορίας και, αν υπήρχε, δεν θα τον ξέραμε» λέει ο Άγγλος ιστορικός A.Τ.Π. Τέιλορ.

H δημοσιογραφία καταγράφει την ιστορία κάθε μέρας χαοτικά, ακατάστατα
, προσπαθώντας να δώσει σε επιμέρους κομματάκια της νόημα. Αλλά έπειτα από σαράντα χρόνια σε αυτή τη δουλειά πρέπει, για να διατηρήσω ένα μέρος της διανοητικής μου ακεραιότητας, να ομολογήσω: σκοπός της ιστορίας μιας μέρας συχνά δεν υπάρχει και, αν υπήρχε, δεν θα τον ξέραμε.

Στην ταινία του Πάολο Σορεντίνο «Το μεγαλείο», που βγήκε φέτος στις αίθουσες, ο πρωταγωνιστής που υποδύεται τον πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας κοιτάζει έκπληκτος τον σωματοφύλακά του όταν του λέει ότι δεν χρειάζεται πάντα να υπερασπίζεται την αλήθεια.
«Μα είμαι δικαστής» απαντά ο πρόεδρος – ήταν καθηγητής Ποινικού Δικαίου.
«Τώρα έχετε πάρει σύνταξη» του απαντάει ο σωματοφύλακας.

Είμαι λίγο πριν από τη σύνταξη. Ομολογώ ότι στη δική μας δουλειά συχνά υποδυόμαστε τις βεβαιότητές μας. Όταν κάποιος λέει «βρέχει» και ένας άλλος λέει «δεν βρέχει», η δουλειά του δημοσιογράφου δεν είναι να παραθέσει τις απόψεις και των δύο, αλλά να ανοίξει το παράθυρο για να δει τι καιρό κάνει. Αυτά λένε τα εγχειρίδια και αυτή είναι η δουλειά μας. Όμως όλα τα ερωτήματα δεν έχουν μία απάντηση που μπορεί να βεβαιωθεί πάντα από τη δική μας έρευνα.

Κάθε δημοσιογραφική έρευνα δεν μπορεί να ξετρυπώσει όλα τα κομμάτια μιας υπόθεσης.

Η γνώση αυτής της πραγματικότητας με όπλισε με την πεποίθηση ότι
στην έρευνα πρέπει κανείς να ενσωματώνει και την αμφιβολία του, την ετοιμότητά του να ανατρέψει τις παραδοχές του κάθε φορά που προκύπτει ένα καινούργιο στοιχείο. Οι αναγνώστες μου συχνά το αντιλαμβάνονται, άλλοτε πάλι όχι. Πάντα άφηνα χώρο για ανατροπή των βεβαιοτήτων μου αλλά και των ευρημάτων που είχα αποκαλύψει.

Οι δημοσιογράφοι μοιάζουμε περισσότερο με τους εισαγγελείς και λιγότερο με τους συνηγόρους υπεράσπισης
, ο εισαγγελέας από τη θέση του μπορεί –αν το δεις έτσι– να βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια. Δεν είμαστε όμως εισαγγελείς. Ούτε στρέφουμε τη δουλειά μας εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, δεν κυνηγάμε ανθρώπους. Δεν γινόμαστε χυδαίοι ούτε για έναν ευγενικό σκοπό.
Μέσα από την ανταλλαγή των επιχειρημάτων, τις πληροφορίες και της άλλης πλευράς, βήμα βήμα μπορούμε να προσεγγίσουμε λίγο περισσότερο την αλήθεια, χωρίς την αυταπάτη ότι θα μπορούσαμε να τη γνωρίσουμε με ακρίβεια και πληρότητα.


Οι ιστορίες του βιβλίου δεν προέκυψαν κατά τύχη
. Πριν από χρόνια άρχισα να γράφω πορτρέτα των «πηγών» μου. Σύντομα κείμενα για τα χαρακτηριστικά τους με μία κατάληξη: «μπορείς να τον/την εμπιστευτείς ή δεν μπορείς να την/τον εμπιστευτείς». Μερικοί και μερικές από τις «πηγές» αυτές ήταν συνομιλητές μου δύο και τρεις δεκαετίες.

Κάποιες από τις πολύ σημαντικές ιστορίες που κάλυψα, όπως εκείνη του λογισμικού Predator, δεν τις συμπεριέλαβα, γιατί δεν γνωρίζω όλους τους πρωταγωνιστές της. Είναι διαφορετικό να ερευνάς μία ιστορία στηριγμένος σε θραύσματα πληροφοριών, καταγραφές, αποδείξεις και κάποιες ζωντανές «πηγές», και διαφορετικό να έχεις γνωρίσει τους πρωταγωνιστές και τις πρωταγωνίστριές της.

Οι ιστορίες καλύπτουν ορισμένα μεγάλα κομμάτια της επαγγελματικής μου διαδρομής και δύο «προϋποθέσεις» της: Τη γενεαλογία μου και την περίοδο της Μεταπολίτευσης που διαμόρφωσε την προσωπικότητά μου
.
Κάποιες απ’ αυτές πήραν μέσα στον χρόνο κωμική τροπή, αν και αρχικά είχαν στοιχεία δράματος. Από τις ιστορίες του ’80 μόνο αυτή της σχέσης μας με τους Παλαιστινίους αφήνει μικρό χώρο για κάτι κωμικό, οι υπόλοιπες ταιριάζουν μάλλον με ελληνική επιθεώρηση. Αυτό δεν μοιάζει να αλλάζει και τις επόμενες τρεις δεκαετίες και εκεί με κάποιες εξαιρέσεις, όπως είναι «Η μυστική φωνή του αίματος», «Το σχολικό αρχείο στο υπόγειο», «Η Μαρία» ή το «Captain, my Captain». Σ’ αυτές το τραγικό στοιχείο υπερτερεί, δεν υπάρχει πολύς χώρος για σαρκασμό.

Γενικά
η ελληνική πατριδογνωσία έχει πλάκα, συχνά είναι γλυκόπικρη, μπορείς να την απολαμβάνεις με την απόσταση που σου δίνουν τα χρόνια και οι πυκνές συναντήσεις με χαρακτήρες που έχεις πρωτογνωρίσει πριν από δύο και τρεις δεκαετίες.
Δεν ήμουν στις έρευνές μου σχεδόν ποτέ μόνος μου, εκτός από τις ιστορίες που κάλυψα τη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μοιράστηκα εμπειρίες με δεκάδες συναδέλφους με τους οποίους και τις οποίες δουλέψαμε μαζί: Ο Αλέξης Παπαχελάς, ο Παύλος Τσίμας, η Κατερίνα Λομβαρδέα, ο Λάζαρος Μπέλτσιος, ο Άγγελος Πετρόπουλος, η Μαριάννα Κακαουνάκη, ο Φίλιος Στάγκος, η Ελίζα Τριανταφύλλου, η Ζανίν Λουλούδη, ο Γιάννης Σουλιώτης, ο Λάμπης Τσιριγωτάκης, η Αριστέα Μπουγάτσου, η Christianne Schloetzer και ο Klaus Ott είναι μόνο μερικοί από αυτούς. Πολλές από αυτές τις ιστορίες είναι και δικές τους ιστορίες.

Αν είχα μερικά βράδια στη διάθεσή μου, θα μπορούσα να πω τις ιστορίες της
Πατριδογνωσίας με πολύ λιγότερο κόπο. Κείμενο έγιναν χάρη στη σκληρή δουλειά της Ελένης Μπούρα σε κεφάλαια που συγκρότησα από τα εκατοντάδες σημειωματάριά μου. Εκείνη πήρε προσωπικά αυτό το στοίχημα και έδωσε μορφή στο βιβλίο.

Κάποια κομμάτια των ιστοριών αυτών δημοσιεύτηκαν στο Mega, στον Σκάι, στον AΝΤ1, στην
Πρώτη, στην Καθημερινή, στο Βήμα, στο insidestory.gr και στη Süddeutsche Zeitung. Τα περισσότερα δημοσιεύονται πρώτη φορά.

Σίγουρα δεν είναι η τελευταία λέξη της αλήθειας. Εκείνοι και εκείνες που θα τα διαβάσουν ας με διορθώσουν.


Τάσος Τέλλογλου, Παλαιό Φάληρο, Μάρτιος 2026

«Δεν υπάρχει σκοπός της ιστορίας και, αν υπήρχε, δεν θα τον ξέραμε» λέει ο Άγγλος ιστορικός A.Τ.Π. Τέιλορ.

H δημοσιογραφία καταγράφει την ιστορία κάθε μέρας χαοτικά, ακατάστατα
, προσπαθώντας να δώσει σε επιμέρους κομματάκια της νόημα. Αλλά έπειτα από σαράντα χρόνια σε αυτή τη δουλειά πρέπει, για να διατηρήσω ένα μέρος της διανοητικής μου ακεραιότητας, να ομολογήσω: σκοπός της ιστορίας μιας μέρας συχνά δεν υπάρχει και, αν υπήρχε, δεν θα τον ξέραμε.

Στην ταινία του Πάολο Σορεντίνο «Το μεγαλείο», που βγήκε φέτος στις αίθουσες, ο πρωταγωνιστής που υποδύεται τον πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας κοιτάζει έκπληκτος τον σωματοφύλακά του όταν του λέει ότι δεν χρειάζεται πάντα να υπερασπίζεται την αλήθεια.
«Μα είμαι δικαστής» απαντά ο πρόεδρος – ήταν καθηγητής Ποινικού Δικαίου.
«Τώρα έχετε πάρει σύνταξη» του απαντάει ο σωματοφύλακας.

Είμαι λίγο πριν από τη σύνταξη. Ομολογώ ότι στη δική μας δουλειά συχνά υποδυόμαστε τις βεβαιότητές μας. Όταν κάποιος λέει «βρέχει» και ένας άλλος λέει «δεν βρέχει», η δουλειά του δημοσιογράφου δεν είναι να παραθέσει τις απόψεις και των δύο, αλλά να ανοίξει το παράθυρο για να δει τι καιρό κάνει. Αυτά λένε τα εγχειρίδια και αυτή είναι η δουλειά μας. Όμως όλα τα ερωτήματα δεν έχουν μία απάντηση που μπορεί να βεβαιωθεί πάντα από τη δική μας έρευνα.

Κάθε δημοσιογραφική έρευνα δεν μπορεί να ξετρυπώσει όλα τα κομμάτια μιας υπόθεσης.

Η γνώση αυτής της πραγματικότητας με όπλισε με την πεποίθηση ότι
στην έρευνα πρέπει κανείς να ενσωματώνει και την αμφιβολία του, την ετοιμότητά του να ανατρέψει τις παραδοχές του κάθε φορά που προκύπτει ένα καινούργιο στοιχείο. Οι αναγνώστες μου συχνά το αντιλαμβάνονται, άλλοτε πάλι όχι. Πάντα άφηνα χώρο για ανατροπή των βεβαιοτήτων μου αλλά και των ευρημάτων που είχα αποκαλύψει.

Οι δημοσιογράφοι μοιάζουμε περισσότερο με τους εισαγγελείς και λιγότερο με τους συνηγόρους υπεράσπισης
, ο εισαγγελέας από τη θέση του μπορεί –αν το δεις έτσι– να βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια. Δεν είμαστε όμως εισαγγελείς. Ούτε στρέφουμε τη δουλειά μας εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, δεν κυνηγάμε ανθρώπους. Δεν γινόμαστε χυδαίοι ούτε για έναν ευγενικό σκοπό.
Μέσα από την ανταλλαγή των επιχειρημάτων, τις πληροφορίες και της άλλης πλευράς, βήμα βήμα μπορούμε να προσεγγίσουμε λίγο περισσότερο την αλήθεια, χωρίς την αυταπάτη ότι θα μπορούσαμε να τη γνωρίσουμε με ακρίβεια και πληρότητα.


Οι ιστορίες του βιβλίου δεν προέκυψαν κατά τύχη
. Πριν από χρόνια άρχισα να γράφω πορτρέτα των «πηγών» μου. Σύντομα κείμενα για τα χαρακτηριστικά τους με μία κατάληξη: «μπορείς να τον/την εμπιστευτείς ή δεν μπορείς να την/τον εμπιστευτείς». Μερικοί και μερικές από τις «πηγές» αυτές ήταν συνομιλητές μου δύο και τρεις δεκαετίες.

Κάποιες από τις πολύ σημαντικές ιστορίες που κάλυψα, όπως εκείνη του λογισμικού Predator, δεν τις συμπεριέλαβα, γιατί δεν γνωρίζω όλους τους πρωταγωνιστές της. Είναι διαφορετικό να ερευνάς μία ιστορία στηριγμένος σε θραύσματα πληροφοριών, καταγραφές, αποδείξεις και κάποιες ζωντανές «πηγές», και διαφορετικό να έχεις γνωρίσει τους πρωταγωνιστές και τις πρωταγωνίστριές της.

Οι ιστορίες καλύπτουν ορισμένα μεγάλα κομμάτια της επαγγελματικής μου διαδρομής και δύο «προϋποθέσεις» της: Τη γενεαλογία μου και την περίοδο της Μεταπολίτευσης που διαμόρφωσε την προσωπικότητά μου
.
Κάποιες απ’ αυτές πήραν μέσα στον χρόνο κωμική τροπή, αν και αρχικά είχαν στοιχεία δράματος. Από τις ιστορίες του ’80 μόνο αυτή της σχέσης μας με τους Παλαιστινίους αφήνει μικρό χώρο για κάτι κωμικό, οι υπόλοιπες ταιριάζουν μάλλον με ελληνική επιθεώρηση. Αυτό δεν μοιάζει να αλλάζει και τις επόμενες τρεις δεκαετίες και εκεί με κάποιες εξαιρέσεις, όπως είναι «Η μυστική φωνή του αίματος», «Το σχολικό αρχείο στο υπόγειο», «Η Μαρία» ή το «Captain, my Captain». Σ’ αυτές το τραγικό στοιχείο υπερτερεί, δεν υπάρχει πολύς χώρος για σαρκασμό.

Γενικά
η ελληνική πατριδογνωσία έχει πλάκα, συχνά είναι γλυκόπικρη, μπορείς να την απολαμβάνεις με την απόσταση που σου δίνουν τα χρόνια και οι πυκνές συναντήσεις με χαρακτήρες που έχεις πρωτογνωρίσει πριν από δύο και τρεις δεκαετίες.
Δεν ήμουν στις έρευνές μου σχεδόν ποτέ μόνος μου, εκτός από τις ιστορίες που κάλυψα τη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μοιράστηκα εμπειρίες με δεκάδες συναδέλφους με τους οποίους και τις οποίες δουλέψαμε μαζί: Ο Αλέξης Παπαχελάς, ο Παύλος Τσίμας, η Κατερίνα Λομβαρδέα, ο Λάζαρος Μπέλτσιος, ο Άγγελος Πετρόπουλος, η Μαριάννα Κακαουνάκη, ο Φίλιος Στάγκος, η Ελίζα Τριανταφύλλου, η Ζανίν Λουλούδη, ο Γιάννης Σουλιώτης, ο Λάμπης Τσιριγωτάκης, η Αριστέα Μπουγάτσου, η Christianne Schloetzer και ο Klaus Ott είναι μόνο μερικοί από αυτούς. Πολλές από αυτές τις ιστορίες είναι και δικές τους ιστορίες.

Αν είχα μερικά βράδια στη διάθεσή μου, θα μπορούσα να πω τις ιστορίες της
Πατριδογνωσίας με πολύ λιγότερο κόπο. Κείμενο έγιναν χάρη στη σκληρή δουλειά της Ελένης Μπούρα σε κεφάλαια που συγκρότησα από τα εκατοντάδες σημειωματάριά μου. Εκείνη πήρε προσωπικά αυτό το στοίχημα και έδωσε μορφή στο βιβλίο.

Κάποια κομμάτια των ιστοριών αυτών δημοσιεύτηκαν στο Mega, στον Σκάι, στον AΝΤ1, στην
Πρώτη, στην Καθημερινή, στο Βήμα, στο insidestory.gr και στη Süddeutsche Zeitung. Τα περισσότερα δημοσιεύονται πρώτη φορά.

Σίγουρα δεν είναι η τελευταία λέξη της αλήθειας. Εκείνοι και εκείνες που θα τα διαβάσουν ας με διορθώσουν.


Τάσος Τέλλογλου, Παλαιό Φάληρο, Μάρτιος 2026

Συγγραφέας
Τάσος Τέλλογλου - Συγγραφέας
Τάσος Τέλλογλου
Ο Τάσος Τέλλογλου γεννήθηκε το 1961 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και το 1986 άρχισε να δημο-σιογραφεί στην εφημερίδα Η Πρώτη. Το 1987 έκανε το πρώτο του τηλεοπτικό ρεπορτάζ (ΕΡΤ2). Το 1989 έγινε μέλος του πολιτικού τμήματος του Mega Channel. Από το 1990 δούλευε στην Η Καθημερινή. Στο διάστημα 1990-1997 ήταν ανταποκριτής στη Γερμανία, αρχικά στο Βερολίνο και στη συνέχεια στη Βόννη. Το 1998 δημιούργησαν με τον Αλέξη Παπαχελά και τον Παύλο Τσίμα το «Μαύρο Κουτί» στο Mega. Από τότε έχει συμβάλει στην παραγωγή εκατοντάδων ρεπορτάζ σε εκπομπές στους σταθμούς Mega, AΝΤ1, Σκάι, Star. Το 2010 πήρε το βραβείο Μπότση για τα «Mαύρα ταμεία της Siemens». Από το 2016 δουλεύει για τον ερευνητικό ιστότοπο insidestory.gr. Έχει γράψει πέντε βιβλία.