Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Ένα αριστουργηματικό δείγμα γοτθικής λογοτεχνίας
Ένα αριστουργηματικό δείγμα γοτθικής λογοτεχνίας
Ένα αριστουργηματικό δείγμα γοτθικής λογοτεχνίας

Ένα αριστουργηματικό δείγμα γοτθικής λογοτεχνίας

Η εξαιρετική ιστορία φαντασμάτων της Elizabeth Gaskell «Η ιστορία της παραμάνας» κυκλοφορεί πρώτη φορά στα ελληνικά.

Η ιστορία της παραμάνας της Elizabeth Gaskell, μιας από τις σημαντικότερες συγγραφείς της βικτοριανής Αγγλίας, μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Το βιβλίο εντάσσεται στη νέα λογοτεχνική σειρά των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ «Τα μικρά», που φιλοξενεί ολιγοσέλιδα αλλά σπουδαία έργα του 19ου και του 20ού αιώνα: διηγήματα από την ελληνική αλλά και παγκόσμια λογοτεχνία, εμβληματικά δοκίμια, σημαντικά αλλά και «αδικημένα» αριστουργήματα.

Στην
Ιστορία της παραμάνας η αφήγηση ξεκινάει σαν ένα κλασικό παραμύθι: μια ηλικιωμένη παραμάνα διηγείται στα παιδιά που φροντίζει μια τρομακτική ιστορία που έχει σχέση με την παιδική ηλικία της μητέρας τους, ίσως με σκοπό να δώσει ένα ηθικό δίδαγμα. Η υπόθεση εκτυλίσσεται γύρω από ένα ορφανό κορίτσι, ένα απομονωμένο αρχοντικό, ανατριχιαστικές μελωδίες που ξεπηδούν από ένα εγκαταλελειμμένο εκκλησιαστικό όργανο καταμεσής της νύχτας, καθώς και φασματικές παρουσίες που προσπαθούν να εισβάλουν στο σπίτι. Ωστόσο οι αναγνώστες γρήγορα καταλαβαίνουν ότι αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη ιστορία φαντασμάτων.

Η ιστορία της Elizabeth Gaskell περιλαμβάνεται σε πολλές ανθολογίες γοτθικής λογοτεχνίας, ιστοριών με φαντάσματα και λογοτεχνίας του μακάβριου
, και είναι η μία από τις μόλις δύο ιστορίες της Gaskell στις οποίες συναντάμε πραγματικά φαντάσματα. Παρά τα τυπικά στοιχεία τρόμου, ο φόβος δεν πηγάζει από το υπερφυσικό, αλλά από την αληθινή, σκληρή και άκρως καταστροφική ανθρώπινη φύση, αλλά και από την αδυναμία των ανθρώπων να επανορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος. Τα φαντάσματα, λοιπόν, δεν είναι οι μόνοι φορείς του τρόμου· ο πραγματικός τρόμος εκτείνεται σε ολόκληρη την κοινωνία.
Όσο ξετυλίγεται η υπόθεση, τίθεται το ερώτημα αν η ιστορία είναι απλώς μια αφήγηση για κακόβουλα πνεύματα ή αν τα φαντάσματα λειτουργούν μεταφορικά για κάτι εξίσου τρομακτικό, το οποίο όμως βρίσκεται πιο κοντά στον κόσμο των ανθρώπων.

Η ίδια η
Elizabeth Gaskell φαίνεται να είχε μια αμφίθυμη σχέση με το υπερφυσικό, και το διήγημά της αναδεικνύει την εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο στοιχείο της φύσης της. Η ιστορία δημοσιεύτηκε έπειτα από παρότρυνση του Τσαρλς Ντίκενς, ο οποίος θαύμαζε το έργο της, παρά τις διαφωνίες που είχαν μεταξύ τους. Το ύφος της Gaskell είναι πιο λιτό και ευθύ, σε αντίθεση με τους συμβολισμούς που προτιμούσε ο Ντίκενς. Εκείνη επικεντρώνεται στις ψυχολογικές αποχρώσεις και τη συναισθηματική πολυπλοκότητα, ενώ ο Ντίκενς στρέφεται κυρίως στην ηθική πλευρά των πραγμάτων.

Κεντρικά θέματα της ιστορίας είναι η πατριαρχική εξουσία, η αριστοκρατική περηφάνια και η καταπίεση των γυναικών
. Πρόκειται για μια ιστορία κακοποίησης, σωματικής βίας και ψυχικής σκληρότητας. Όπως σε όλα τα γοτθικά διηγήματα, έτσι κι εδώ η ηρωίδα απομακρύνεται από την κανονική ζωή και εισέρχεται σε έναν απομονωμένο, τρομακτικό κόσμο.
Όσοι μένουν στο αρχοντικό καλούν την Έστερ, την παραμάνα, να μάθει να ζει με τα φαντάσματα, αποφεύγοντας να μιλούν μεταξύ τους γι’ αυτά ή να αναγνωρίζουν την παρουσία τους στις ζωές τους, κάτι στο οποίο εκείνη αρχικά αντιστέκεται:

«Εγώ λοιπόν όπως σας είπα ήμουν θαρραλέο κορίτσι, και μου φαινόταν πολύ ευχάριστο ν’ ακούγεται αυτή η μεγαλόπρεπη μουσική […]. Αλλά οι μέρες άρχισαν να γίνονται όλο και πιο μικρές, κι ο παλιός αφέντης, αν ήταν πραγματικά αυτός, έπαιζε όλο και πιο δυνατά και λυπητερά, σαν θύελλα, το μεγάλο όργανο».


Μάλιστα, ο Ντίκενς είχε προτείνει τα φαντάσματα της ιστορίας να είναι ορατά μόνο από το παιδί, ένα στοιχείο που η Gaskell απέρριψε ως «υπερβολικά ντικενσιανό». Εκείνος συχνά χρησιμοποιούσε τα παιδιά στα διηγήματά του ως σύμβολα αθωότητας, αγνότητας ή ηθικής καθαρότητας. Η Gaskell, αντίθετα, έμεινε προσηλωμένη στον ρεαλισμό, την ψυχολογική λεπτότητα και την κοινωνική κριτική, μια στάση που συχνά έκανε επιφυλακτικούς τους άντρες του λογοτεχνικού κύκλου της, οι οποίοι, αν και αναγνώριζαν την αξία της προσπάθειας, θεωρούσαν ότι μια γυναίκα δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί με επιτυχία τέτοια θέματα. Κι όμως εκείνη τα κατάφερε όσο κανένας άλλος.

Η Elizabeth Gaskell έγραψε τα πιο σημαντικά της έργα (1840-1850) σε περίοδο έντονων κοινωνικών και ιδεολογικών αναταραχών. Το κίνημα των χαρτιστών, ένα μαζικό εργατικό κίνημα που υποστήριζε ότι ήταν απαραίτητες οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις, βρισκόταν στο απόγειό του, ιδιαίτερα στη βόρεια Αγγλία. Οι χαρτιστές είχαν στενή επαφή με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, οι οποίοι βασίστηκαν στις προσλαμβάνουσες που είχαν από την παραμονή τους στο Μάντσεστερ για να γράψουν από κοινού το
Κομμουνιστικό μανιφέστο (1848) και ο Ένγκελς την Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (1845).
Οι κοινωνικές αυτές αλλαγές δεν άφησαν ανεπηρέαστη την Gaskell· ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητη απέναντι στη φτώχεια, τη σωματική και πνευματική εξαθλίωση των εργατών της βόρειας Αγγλίας, την παιδική εργασία και την οικονομική και κοινωνική καταπίεση των γυναικών. Αυτή η ευαισθησία προσδίδει στο έργο της μια μοναδική συναισθηματική ένταση και μια αμεσότητα που συγκλονίζει τους αναγνώστες. Η Gaskell, ακόμα και όταν κινείται εντός των συμβάσεων της γοτθικής αφήγησης, δεν παύει να εξετάζει το κοινωνικό υπόστρωμα: οι ιστορίες της απογυμνώνουν τη βία και την ασφυξία που βρίσκονται στον πυρήνα της οικογένειας και της κοινωνικής τάξης.
Τα φαντάσματα που στοιχειώνουν τις σελίδες της δεν ζουν μόνο στα υπόγεια και στους σκοτεινούς πύργους· κατοικούν στις ψυχές των ανθρώπων και στα θεμέλια των κοινωνιών.

Η ιστορία της παραμάνας της Elizabeth Gaskell, μιας από τις σημαντικότερες συγγραφείς της βικτοριανής Αγγλίας, μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Το βιβλίο εντάσσεται στη νέα λογοτεχνική σειρά των εκδόσεων ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ «Τα μικρά», που φιλοξενεί ολιγοσέλιδα αλλά σπουδαία έργα του 19ου και του 20ού αιώνα: διηγήματα από την ελληνική αλλά και παγκόσμια λογοτεχνία, εμβληματικά δοκίμια, σημαντικά αλλά και «αδικημένα» αριστουργήματα.

Στην
Ιστορία της παραμάνας η αφήγηση ξεκινάει σαν ένα κλασικό παραμύθι: μια ηλικιωμένη παραμάνα διηγείται στα παιδιά που φροντίζει μια τρομακτική ιστορία που έχει σχέση με την παιδική ηλικία της μητέρας τους, ίσως με σκοπό να δώσει ένα ηθικό δίδαγμα. Η υπόθεση εκτυλίσσεται γύρω από ένα ορφανό κορίτσι, ένα απομονωμένο αρχοντικό, ανατριχιαστικές μελωδίες που ξεπηδούν από ένα εγκαταλελειμμένο εκκλησιαστικό όργανο καταμεσής της νύχτας, καθώς και φασματικές παρουσίες που προσπαθούν να εισβάλουν στο σπίτι. Ωστόσο οι αναγνώστες γρήγορα καταλαβαίνουν ότι αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη ιστορία φαντασμάτων.

Η ιστορία της Elizabeth Gaskell περιλαμβάνεται σε πολλές ανθολογίες γοτθικής λογοτεχνίας, ιστοριών με φαντάσματα και λογοτεχνίας του μακάβριου
, και είναι η μία από τις μόλις δύο ιστορίες της Gaskell στις οποίες συναντάμε πραγματικά φαντάσματα. Παρά τα τυπικά στοιχεία τρόμου, ο φόβος δεν πηγάζει από το υπερφυσικό, αλλά από την αληθινή, σκληρή και άκρως καταστροφική ανθρώπινη φύση, αλλά και από την αδυναμία των ανθρώπων να επανορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος. Τα φαντάσματα, λοιπόν, δεν είναι οι μόνοι φορείς του τρόμου· ο πραγματικός τρόμος εκτείνεται σε ολόκληρη την κοινωνία.
Όσο ξετυλίγεται η υπόθεση, τίθεται το ερώτημα αν η ιστορία είναι απλώς μια αφήγηση για κακόβουλα πνεύματα ή αν τα φαντάσματα λειτουργούν μεταφορικά για κάτι εξίσου τρομακτικό, το οποίο όμως βρίσκεται πιο κοντά στον κόσμο των ανθρώπων.

Η ίδια η
Elizabeth Gaskell φαίνεται να είχε μια αμφίθυμη σχέση με το υπερφυσικό, και το διήγημά της αναδεικνύει την εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο στοιχείο της φύσης της. Η ιστορία δημοσιεύτηκε έπειτα από παρότρυνση του Τσαρλς Ντίκενς, ο οποίος θαύμαζε το έργο της, παρά τις διαφωνίες που είχαν μεταξύ τους. Το ύφος της Gaskell είναι πιο λιτό και ευθύ, σε αντίθεση με τους συμβολισμούς που προτιμούσε ο Ντίκενς. Εκείνη επικεντρώνεται στις ψυχολογικές αποχρώσεις και τη συναισθηματική πολυπλοκότητα, ενώ ο Ντίκενς στρέφεται κυρίως στην ηθική πλευρά των πραγμάτων.

Κεντρικά θέματα της ιστορίας είναι η πατριαρχική εξουσία, η αριστοκρατική περηφάνια και η καταπίεση των γυναικών
. Πρόκειται για μια ιστορία κακοποίησης, σωματικής βίας και ψυχικής σκληρότητας. Όπως σε όλα τα γοτθικά διηγήματα, έτσι κι εδώ η ηρωίδα απομακρύνεται από την κανονική ζωή και εισέρχεται σε έναν απομονωμένο, τρομακτικό κόσμο.
Όσοι μένουν στο αρχοντικό καλούν την Έστερ, την παραμάνα, να μάθει να ζει με τα φαντάσματα, αποφεύγοντας να μιλούν μεταξύ τους γι’ αυτά ή να αναγνωρίζουν την παρουσία τους στις ζωές τους, κάτι στο οποίο εκείνη αρχικά αντιστέκεται:

«Εγώ λοιπόν όπως σας είπα ήμουν θαρραλέο κορίτσι, και μου φαινόταν πολύ ευχάριστο ν’ ακούγεται αυτή η μεγαλόπρεπη μουσική […]. Αλλά οι μέρες άρχισαν να γίνονται όλο και πιο μικρές, κι ο παλιός αφέντης, αν ήταν πραγματικά αυτός, έπαιζε όλο και πιο δυνατά και λυπητερά, σαν θύελλα, το μεγάλο όργανο».


Μάλιστα, ο Ντίκενς είχε προτείνει τα φαντάσματα της ιστορίας να είναι ορατά μόνο από το παιδί, ένα στοιχείο που η Gaskell απέρριψε ως «υπερβολικά ντικενσιανό». Εκείνος συχνά χρησιμοποιούσε τα παιδιά στα διηγήματά του ως σύμβολα αθωότητας, αγνότητας ή ηθικής καθαρότητας. Η Gaskell, αντίθετα, έμεινε προσηλωμένη στον ρεαλισμό, την ψυχολογική λεπτότητα και την κοινωνική κριτική, μια στάση που συχνά έκανε επιφυλακτικούς τους άντρες του λογοτεχνικού κύκλου της, οι οποίοι, αν και αναγνώριζαν την αξία της προσπάθειας, θεωρούσαν ότι μια γυναίκα δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί με επιτυχία τέτοια θέματα. Κι όμως εκείνη τα κατάφερε όσο κανένας άλλος.

Η Elizabeth Gaskell έγραψε τα πιο σημαντικά της έργα (1840-1850) σε περίοδο έντονων κοινωνικών και ιδεολογικών αναταραχών. Το κίνημα των χαρτιστών, ένα μαζικό εργατικό κίνημα που υποστήριζε ότι ήταν απαραίτητες οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις, βρισκόταν στο απόγειό του, ιδιαίτερα στη βόρεια Αγγλία. Οι χαρτιστές είχαν στενή επαφή με τον Μαρξ και τον Ένγκελς, οι οποίοι βασίστηκαν στις προσλαμβάνουσες που είχαν από την παραμονή τους στο Μάντσεστερ για να γράψουν από κοινού το
Κομμουνιστικό μανιφέστο (1848) και ο Ένγκελς την Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία (1845).
Οι κοινωνικές αυτές αλλαγές δεν άφησαν ανεπηρέαστη την Gaskell· ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητη απέναντι στη φτώχεια, τη σωματική και πνευματική εξαθλίωση των εργατών της βόρειας Αγγλίας, την παιδική εργασία και την οικονομική και κοινωνική καταπίεση των γυναικών. Αυτή η ευαισθησία προσδίδει στο έργο της μια μοναδική συναισθηματική ένταση και μια αμεσότητα που συγκλονίζει τους αναγνώστες. Η Gaskell, ακόμα και όταν κινείται εντός των συμβάσεων της γοτθικής αφήγησης, δεν παύει να εξετάζει το κοινωνικό υπόστρωμα: οι ιστορίες της απογυμνώνουν τη βία και την ασφυξία που βρίσκονται στον πυρήνα της οικογένειας και της κοινωνικής τάξης.
Τα φαντάσματα που στοιχειώνουν τις σελίδες της δεν ζουν μόνο στα υπόγεια και στους σκοτεινούς πύργους· κατοικούν στις ψυχές των ανθρώπων και στα θεμέλια των κοινωνιών.

Συγγραφέας
Elizabeth Gaskell - Συγγραφέας
Elizabeth Gaskell
Η Elizabeth Gaskell (Ελίζαμπεθ Γκάσκελ, 1810-1865) ήταν Αγγλίδα συγγραφέας. Τα μυθιστορήματά της προσφέρουν ένα λεπτομερές πορτρέτο της ζωής των ανθρώπων της βικτοριανής κοινωνίας, κυρίως της φτωχής εργατικής τάξης. Όταν παντρεύτηκε το 1832 μετακόμισε στο Μάντσεστερ, όπου το βιομηχανικό περιβάλλον επηρέασε βαθιά το περιεχόμενο των βιβλίων της και τους κοινωνικούς της προβληματισμούς, όπως φαίνεται στα μυθιστορήματά της Κράνφορντ (1853) και Βορράς και Νότος (1855). Έγραψε επίσης την πρώτη βιογραφία της Σαρλότ Μπροντέ (1857), ενώ διηγήματά της δημοσιεύονταν τακτικά στο περιοδικό Household Words του Τσαρλς Ντίκενς.