Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Siri Hustvedt: Γιατί μας φοβίζει τόσο η λέξη «χήρα»;
Siri Hustvedt: Γιατί μας φοβίζει τόσο η λέξη «χήρα»;
Siri Hustvedt: Γιατί μας φοβίζει τόσο η λέξη «χήρα»;

Siri Hustvedt: Γιατί μας φοβίζει τόσο η λέξη «χήρα»;

Σε άρθρο της στη βρετανική «Vogue» η πολυγραφότατη και πολυμεταφρασμένη συγγραφέας καταθέτει τις σκέψεις της γύρω από τη λέξη «χήρα».

Στις 30 Απριλίου 2024 ο σύζυγός μου, ο Paul Auster, πέθανε κι εγώ έγινα χήρα, ένα πλάσμα του οποίου η ύπαρξη ορίζεται εδώ και αιώνες από την απουσία του άντρα. Η λέξη προέρχεται από την παλαιοαγγλική widewe, που ανάγεται στο σανσκριτικό vidhua, «άδεια» ή «χωρισμένη». Είμαι άδεια και χωρισμένη από έναν άνθρωπο που αγαπώ. Το σκληρό παράδοξο του πένθους περιστρέφεται γύρω από τον χρόνο: η θλίψη είναι μια σπαρακτική μορφή ανεκπλήρωτου έρωτα στο παρόν, όχι στο παρελθόν. Είμαι ερωτευμένη με ένα φάντασμα.

Λίγο καιρό αφότου πέθανε ο Paul, συνάντησα στον δρόμο στο Μπρούκλιν μια γνωστή μου, που μου εξέφρασε τα συλλυπητήριά της. Την ευχαρίστησα και είπα: «Είμαι χήρα». Εκείνη είπε: «Όχι, όχι, όχι». Ενοχλημένη από την άρνησή της απέναντι σε κάτι που θεωρούσα απλή διαπίστωση ενός γεγονότος, της είπα: «Φυσικά και είμαι. Είμαι μια χήρα. Έτσι το λένε».
Παρέθεσα αυτή τη συνομιλία στα απομνημονεύματά μου που έγραφα εκείνη την περίοδο, τις
Ιστορίες φαντασμάτων, ένα βιβλίο που μιλάει για την ασθένεια του Paul, τον καρκίνο του πνεύμονα, τις οδυνηρές θεραπείες, τον θάνατό του, το πένθος μου, αλλά και για τα χρόνια που ζήσαμε μαζί. Στο βιβλίο αναρωτιέμαι αν η λέξη «χήρα» είναι μια λέξη που οι άνθρωποι αποφεύγουν, όπως η λέξη «θάνατος». Στις ΗΠΑ κανένας πια δεν πεθαίνει. «Φεύγει». Μήπως ο ευφημισμός έχει σκοπό να κρύψει το πτώμα, αυτό το πράγμα που πρέπει να καεί, να ταφεί ή να ταριχευτεί πριν αρχίσει να σαπίζει και να αποσυντίθεται;
Αφού ολοκλήρωσα το βιβλίο, βρέθηκα σε ένα δείπνο με άλλες εννέα γυναίκες, που δεν τις γνώριζα όλες προσωπικά, αλλά μεταξύ αυτών υπήρχαν φεμινίστριες συγγραφείς που θαυμάζω. Αναφέρθηκα στον εαυτό μου ως χήρα και η αντίδραση ήταν ένα αμήχανο γέλιο. Τις ρώτησα γιατί απέρριπταν τη λέξη. Καμία δεν φάνηκε να ξέρει ακριβώς το γιατί, κατάλαβα όμως ότι τη θεωρούσαν ξεπερασμένη. Καμία τους δεν πίστευε ότι ο όρος θα έπρεπε να ισχύει για μένα. Μήπως επειδή για τις φεμινίστριες συντρόφους μου η λέξη αυτή φέρνει στον νου μια αξιολύπητη γυναίκα, δεμένη ακόμα με έναν νεκρό άντρα;

Έκανα μια αναζήτηση στο Google:
«Η λέξη “χήρα” θεωρείται προσβλητική στη δυτική λαϊκή κουλτούρα;», και ανακάλυψα ότι αυτή η λέξη ακροβατεί ανάμεσα σε έναν όρο που περιγράφει αντικειμενικά μια κατάσταση και σε έναν όρο που στιγματίζει. Οι λέξεις κουβαλούν κοινωνικά βάρη, μερικές φορές τόσο βαριά που λυγίζουν υπό την πίεση και εξορίζονται από την ευπρεπή κοινωνία. Οι λέξεις «moron», «idiot» και «imbecile» ήταν κάποτε κλινικοί όροι που εμφανίζονταν σε σοβαρά άρθρα για την ευγονική, για την οποία γράφονταν αμέτρητες ακαδημαϊκές μελέτες και η οποία είχε τεράστια απήχηση τόσο στους δεξιούς όσο και στους προοδευτικούς. Μετά τη μαζική δολοφονία των «μη ικανών» από τους ναζί, η ευγονική έγινε συνώνυμη του τρόμου. Η λέξη αποσιωπήθηκε και η επιστήμη δικαίως καταδικάστηκε. Η ιδέα ωστόσο επιβίωσε με άλλες ονομασίες. Το 1954 το περιοδικό Annals of Eugenics μετονομάστηκε σε Annals of Human Genetics.

Μετά τον θάνατο του Paul παρατήρησα ότι η παρουσία μου σε κάποιες κοινωνικές συναθροίσεις προκαλούσε αμηχανία
, σαν να είχα ρευτεί ή να μου είχε ξεφύγει μια πορδή. Η λέξη «χήρα» δεν ακουγόταν, αναρωτήθηκα όμως αν η εγγύτητά μου στον θάνατο λειτουργούσε σαν μια άσχημη μυρωδιά μέσα στο δωμάτιο. Ακολούθησε ένα ακόμα ερώτημα: Αν ήμουν χήρος, θα ήταν διαφορετικά;

Σε μια συζήτηση στο Reddit γύρω από αυτή τη λέξη, κάποιος παρατήρησε ότι είναι σύνηθες να αναφερόμαστε σε μια γυναίκα ως χήρα ενός άντρα, ενώ το αντίστροφο δεν συμβαίνει.
Το «Αυτή είναι η Siri Hustvedt, η χήρα του Paul Auster» δεν ξενίζει τον συμβατικό νου, όμως αν είχα πεθάνει εγώ, το «Αυτός είναι ο Paul Auster, ο χήρος της Siri Hustvedt» θαρρώ πως δεν θα το έλεγε κανείς. Μόνο οι γυναίκες που διαθέτουν αμύθητο πλούτο, είναι διάσημες ή, ιδανικά, συνδυάζουν και τα δύο μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες.
Οι πατριαρχικές δομές έχουν πολλές μορφές σε παγκόσμιο επίπεδο, όμως ο έλεγχος της σεξουαλικής συμπεριφοράς των γυναικών είναι πρωταρχικής σημασίας.
Η ταυτότητα μιας χήρας συνδέεται συνήθως πολύ πιο στενά με τον νεκρό σύζυγό της (συχνά φέρει το όνομά του) απ’ ό,τι η ταυτότητα ενός χήρου με την εκλιπούσα σύζυγό του. Κι όμως, μια χήρα είναι νομικά ελεύθερη να ξαναπαντρευτεί και, στο μεσοδιάστημα, ο κίνδυνος είναι να ξεφύγει από την ανδρική εξουσία. Σε περισσότερους από έναν πολιτισμούς ο αδερφός του νεκρού συζύγου οφείλει να παντρευτεί τη χήρα, κρατώντας την έτσι μέσα στην οικογένεια και υποχρεώνοντάς την να υπακούει στους κανόνες της. Έθιμα και κληρονομικοί νόμοι επέβαλλαν και εξακολουθούν να επιβάλλουν την υπακοή. Η οργάνωση Widows for Peace through Democracy έχει αποστολή την πρόληψη της βίας και των διακρίσεων που πλήττουν τις χήρες σε όλο τον κόσμο. Οι χήροι δεν έχουν ανάγκη αντίστοιχης προστασίας.

«Ορισμένες κοινωνίες είναι τόσο σκληρές», γράφουν οι συγγραφείς της επιστημονικής μελέτης με τίτλο «Widowhood Practices and the Church in South-East Nigeria», «που κάποιες φορές ζητούν από τη χήρα να πιει το νερό με το οποίο έπλυναν το πτώμα του συζύγου της». Στην Αγγλία του 19ου αιώνα μια παντρεμένη γυναίκα δεν είχε νομική υπόσταση, όταν όμως γινόταν χήρα, ως
feme sole, αποκτούσε ορισμένα δικαιώματα στην περιουσία και στη σύναψη συμβάσεων. Η θέση της ήταν βελτιωμένη σε σχέση με την ανυπαρξία ταυτότητας που συνεπαγόταν ο γάμος. Μια μορφή διαγραφής μέσω του γάμου ήταν κάτι σύνηθες σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων. Η μητέρα μου, μια Νορβηγίδα που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, απεχθανόταν να την προσφωνούν Mrs Lloyd Hustvedt. Πού βρισκόταν εκείνη μέσα σε αυτό το όνομα;

Παρότι στον γάμο μας ο Paul κι εγώ ήμασταν ισότιμοι –εραστές, σύντροφοι, πνευματικοί συνομιλητές που προκαλούσαμε ο ένας τη σκέψη του άλλου και, στα δικά μας μάτια, ένα κωμικό δίδυμο–, οι άλλοι σπάνια μας αντιμετώπιζαν ως ίσους. Η σχετική αναγνωρισιμότητα έπαιζε τον ρόλο της (εκείνος ήταν πιο γνωστός κι εγώ λιγότερο γνωστή ως συγγραφέας), όμως ο σεξισμός και η βάναυση συγγενής του, η μισογυνία, διαστρέβλωναν επίσης την εικόνα μας.
Ο Paul εξοργιζόταν όταν οι γνώσεις και οι ιδέες μου αποδίδονταν συστηματικά σε εκείνον. Αν σε μια συνέντευξη ανέφερε ότι μια σκέψη του προερχόταν από μένα, το όνομά μου κοβόταν. Αν ανέφερα εγώ εκείνον, γινόταν ο τίτλος.

Οι λέξεις «χήρα» και «χήρος» δηλώνουν μια αλλαγή κοινωνικής θέσης και είναι συνυφασμένες με τους φόβους, τα ταμπού και τις ιεραρχίες μιας δεδομένης κουλτούρας. Στη Δύση επί χιλιετίες οι άντρες συνδέονταν με τον πολιτισμό και έναν άυλο νου-πνεύμα, ενώ οι γυναίκες με τη φύση και το φθαρτό, ακάθαρτο σώμα. Υποψιάζομαι ότι η αμηχανία που έχω αισθανθεί εξαιτίας των άλλων συνδέεται με αυτό τον πανάρχαιο διαχωρισμό, αν και λίγοι θα αναγνώριζαν μια προκατάληψη τόσο βαθιά ριζωμένη που εκδηλώνεται ως ένα αόριστο αίσθημα αποστροφής και όχι ως μια διατυπωμένη ιδέα.
Ένα κομμάτι μου προσκολλάται στη λέξη «χήρα», ως σημάδι του δεσμού που εξακολουθώ να έχω με έναν αγαπημένο άνθρωπο, η απουσία του οποίου έχει αφήσει μέσα μου ένα βαθύ κενό. Ένα άλλο κομμάτι μου αναγνωρίζει ότι η αστυνόμευση του πένθους των γυναικών μπορεί να είναι βάναυση. Στον δικό μου κόσμο, οι δημόσιες εκδηλώσεις πένθους είναι ανεπιθύμητες. Τα πένθιμα ρούχα της χήρας έχουν εξαφανιστεί εδώ και καιρό. Η αμφιθυμία απέναντι στη λέξη «χήρα» αντανακλά μια ευρύτερη αμηχανία απέναντι στον θάνατο σε μια κουλτούρα που συνδέει παραδόξως τη μήτρα με τον τάφο. Ταυτόχρονα,
είμαστε παγιδευμένοι σε μια ναρκισσιστική ιδεολογία του «εγώ», σε μια λατρεία του εαυτού που καταπιέζει την αμοιβαία εξάρτηση και η οποία, στη χειρότερη εκδοχή της, μπορεί να καταλήξει σε άρνηση της ίδιας της αγάπης.

Το άρθρο της Siri Hustvedt δημοσιεύτηκε στις 22 Απριλίου 2026 στη βρετανική
Vogue.
Μετάφραση: Ειρήνη Μανιατοπούλου

Στις 30 Απριλίου 2024 ο σύζυγός μου, ο Paul Auster, πέθανε κι εγώ έγινα χήρα, ένα πλάσμα του οποίου η ύπαρξη ορίζεται εδώ και αιώνες από την απουσία του άντρα. Η λέξη προέρχεται από την παλαιοαγγλική widewe, που ανάγεται στο σανσκριτικό vidhua, «άδεια» ή «χωρισμένη». Είμαι άδεια και χωρισμένη από έναν άνθρωπο που αγαπώ. Το σκληρό παράδοξο του πένθους περιστρέφεται γύρω από τον χρόνο: η θλίψη είναι μια σπαρακτική μορφή ανεκπλήρωτου έρωτα στο παρόν, όχι στο παρελθόν. Είμαι ερωτευμένη με ένα φάντασμα.

Λίγο καιρό αφότου πέθανε ο Paul, συνάντησα στον δρόμο στο Μπρούκλιν μια γνωστή μου, που μου εξέφρασε τα συλλυπητήριά της. Την ευχαρίστησα και είπα: «Είμαι χήρα». Εκείνη είπε: «Όχι, όχι, όχι». Ενοχλημένη από την άρνησή της απέναντι σε κάτι που θεωρούσα απλή διαπίστωση ενός γεγονότος, της είπα: «Φυσικά και είμαι. Είμαι μια χήρα. Έτσι το λένε».
Παρέθεσα αυτή τη συνομιλία στα απομνημονεύματά μου που έγραφα εκείνη την περίοδο, τις
Ιστορίες φαντασμάτων, ένα βιβλίο που μιλάει για την ασθένεια του Paul, τον καρκίνο του πνεύμονα, τις οδυνηρές θεραπείες, τον θάνατό του, το πένθος μου, αλλά και για τα χρόνια που ζήσαμε μαζί. Στο βιβλίο αναρωτιέμαι αν η λέξη «χήρα» είναι μια λέξη που οι άνθρωποι αποφεύγουν, όπως η λέξη «θάνατος». Στις ΗΠΑ κανένας πια δεν πεθαίνει. «Φεύγει». Μήπως ο ευφημισμός έχει σκοπό να κρύψει το πτώμα, αυτό το πράγμα που πρέπει να καεί, να ταφεί ή να ταριχευτεί πριν αρχίσει να σαπίζει και να αποσυντίθεται;
Αφού ολοκλήρωσα το βιβλίο, βρέθηκα σε ένα δείπνο με άλλες εννέα γυναίκες, που δεν τις γνώριζα όλες προσωπικά, αλλά μεταξύ αυτών υπήρχαν φεμινίστριες συγγραφείς που θαυμάζω. Αναφέρθηκα στον εαυτό μου ως χήρα και η αντίδραση ήταν ένα αμήχανο γέλιο. Τις ρώτησα γιατί απέρριπταν τη λέξη. Καμία δεν φάνηκε να ξέρει ακριβώς το γιατί, κατάλαβα όμως ότι τη θεωρούσαν ξεπερασμένη. Καμία τους δεν πίστευε ότι ο όρος θα έπρεπε να ισχύει για μένα. Μήπως επειδή για τις φεμινίστριες συντρόφους μου η λέξη αυτή φέρνει στον νου μια αξιολύπητη γυναίκα, δεμένη ακόμα με έναν νεκρό άντρα;

Έκανα μια αναζήτηση στο Google:
«Η λέξη “χήρα” θεωρείται προσβλητική στη δυτική λαϊκή κουλτούρα;», και ανακάλυψα ότι αυτή η λέξη ακροβατεί ανάμεσα σε έναν όρο που περιγράφει αντικειμενικά μια κατάσταση και σε έναν όρο που στιγματίζει. Οι λέξεις κουβαλούν κοινωνικά βάρη, μερικές φορές τόσο βαριά που λυγίζουν υπό την πίεση και εξορίζονται από την ευπρεπή κοινωνία. Οι λέξεις «moron», «idiot» και «imbecile» ήταν κάποτε κλινικοί όροι που εμφανίζονταν σε σοβαρά άρθρα για την ευγονική, για την οποία γράφονταν αμέτρητες ακαδημαϊκές μελέτες και η οποία είχε τεράστια απήχηση τόσο στους δεξιούς όσο και στους προοδευτικούς. Μετά τη μαζική δολοφονία των «μη ικανών» από τους ναζί, η ευγονική έγινε συνώνυμη του τρόμου. Η λέξη αποσιωπήθηκε και η επιστήμη δικαίως καταδικάστηκε. Η ιδέα ωστόσο επιβίωσε με άλλες ονομασίες. Το 1954 το περιοδικό Annals of Eugenics μετονομάστηκε σε Annals of Human Genetics.

Μετά τον θάνατο του Paul παρατήρησα ότι η παρουσία μου σε κάποιες κοινωνικές συναθροίσεις προκαλούσε αμηχανία
, σαν να είχα ρευτεί ή να μου είχε ξεφύγει μια πορδή. Η λέξη «χήρα» δεν ακουγόταν, αναρωτήθηκα όμως αν η εγγύτητά μου στον θάνατο λειτουργούσε σαν μια άσχημη μυρωδιά μέσα στο δωμάτιο. Ακολούθησε ένα ακόμα ερώτημα: Αν ήμουν χήρος, θα ήταν διαφορετικά;

Σε μια συζήτηση στο Reddit γύρω από αυτή τη λέξη, κάποιος παρατήρησε ότι είναι σύνηθες να αναφερόμαστε σε μια γυναίκα ως χήρα ενός άντρα, ενώ το αντίστροφο δεν συμβαίνει.
Το «Αυτή είναι η Siri Hustvedt, η χήρα του Paul Auster» δεν ξενίζει τον συμβατικό νου, όμως αν είχα πεθάνει εγώ, το «Αυτός είναι ο Paul Auster, ο χήρος της Siri Hustvedt» θαρρώ πως δεν θα το έλεγε κανείς. Μόνο οι γυναίκες που διαθέτουν αμύθητο πλούτο, είναι διάσημες ή, ιδανικά, συνδυάζουν και τα δύο μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες.
Οι πατριαρχικές δομές έχουν πολλές μορφές σε παγκόσμιο επίπεδο, όμως ο έλεγχος της σεξουαλικής συμπεριφοράς των γυναικών είναι πρωταρχικής σημασίας.
Η ταυτότητα μιας χήρας συνδέεται συνήθως πολύ πιο στενά με τον νεκρό σύζυγό της (συχνά φέρει το όνομά του) απ’ ό,τι η ταυτότητα ενός χήρου με την εκλιπούσα σύζυγό του. Κι όμως, μια χήρα είναι νομικά ελεύθερη να ξαναπαντρευτεί και, στο μεσοδιάστημα, ο κίνδυνος είναι να ξεφύγει από την ανδρική εξουσία. Σε περισσότερους από έναν πολιτισμούς ο αδερφός του νεκρού συζύγου οφείλει να παντρευτεί τη χήρα, κρατώντας την έτσι μέσα στην οικογένεια και υποχρεώνοντάς την να υπακούει στους κανόνες της. Έθιμα και κληρονομικοί νόμοι επέβαλλαν και εξακολουθούν να επιβάλλουν την υπακοή. Η οργάνωση Widows for Peace through Democracy έχει αποστολή την πρόληψη της βίας και των διακρίσεων που πλήττουν τις χήρες σε όλο τον κόσμο. Οι χήροι δεν έχουν ανάγκη αντίστοιχης προστασίας.

«Ορισμένες κοινωνίες είναι τόσο σκληρές», γράφουν οι συγγραφείς της επιστημονικής μελέτης με τίτλο «Widowhood Practices and the Church in South-East Nigeria», «που κάποιες φορές ζητούν από τη χήρα να πιει το νερό με το οποίο έπλυναν το πτώμα του συζύγου της». Στην Αγγλία του 19ου αιώνα μια παντρεμένη γυναίκα δεν είχε νομική υπόσταση, όταν όμως γινόταν χήρα, ως
feme sole, αποκτούσε ορισμένα δικαιώματα στην περιουσία και στη σύναψη συμβάσεων. Η θέση της ήταν βελτιωμένη σε σχέση με την ανυπαρξία ταυτότητας που συνεπαγόταν ο γάμος. Μια μορφή διαγραφής μέσω του γάμου ήταν κάτι σύνηθες σε όλη τη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων. Η μητέρα μου, μια Νορβηγίδα που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, απεχθανόταν να την προσφωνούν Mrs Lloyd Hustvedt. Πού βρισκόταν εκείνη μέσα σε αυτό το όνομα;

Παρότι στον γάμο μας ο Paul κι εγώ ήμασταν ισότιμοι –εραστές, σύντροφοι, πνευματικοί συνομιλητές που προκαλούσαμε ο ένας τη σκέψη του άλλου και, στα δικά μας μάτια, ένα κωμικό δίδυμο–, οι άλλοι σπάνια μας αντιμετώπιζαν ως ίσους. Η σχετική αναγνωρισιμότητα έπαιζε τον ρόλο της (εκείνος ήταν πιο γνωστός κι εγώ λιγότερο γνωστή ως συγγραφέας), όμως ο σεξισμός και η βάναυση συγγενής του, η μισογυνία, διαστρέβλωναν επίσης την εικόνα μας.
Ο Paul εξοργιζόταν όταν οι γνώσεις και οι ιδέες μου αποδίδονταν συστηματικά σε εκείνον. Αν σε μια συνέντευξη ανέφερε ότι μια σκέψη του προερχόταν από μένα, το όνομά μου κοβόταν. Αν ανέφερα εγώ εκείνον, γινόταν ο τίτλος.

Οι λέξεις «χήρα» και «χήρος» δηλώνουν μια αλλαγή κοινωνικής θέσης και είναι συνυφασμένες με τους φόβους, τα ταμπού και τις ιεραρχίες μιας δεδομένης κουλτούρας. Στη Δύση επί χιλιετίες οι άντρες συνδέονταν με τον πολιτισμό και έναν άυλο νου-πνεύμα, ενώ οι γυναίκες με τη φύση και το φθαρτό, ακάθαρτο σώμα. Υποψιάζομαι ότι η αμηχανία που έχω αισθανθεί εξαιτίας των άλλων συνδέεται με αυτό τον πανάρχαιο διαχωρισμό, αν και λίγοι θα αναγνώριζαν μια προκατάληψη τόσο βαθιά ριζωμένη που εκδηλώνεται ως ένα αόριστο αίσθημα αποστροφής και όχι ως μια διατυπωμένη ιδέα.
Ένα κομμάτι μου προσκολλάται στη λέξη «χήρα», ως σημάδι του δεσμού που εξακολουθώ να έχω με έναν αγαπημένο άνθρωπο, η απουσία του οποίου έχει αφήσει μέσα μου ένα βαθύ κενό. Ένα άλλο κομμάτι μου αναγνωρίζει ότι η αστυνόμευση του πένθους των γυναικών μπορεί να είναι βάναυση. Στον δικό μου κόσμο, οι δημόσιες εκδηλώσεις πένθους είναι ανεπιθύμητες. Τα πένθιμα ρούχα της χήρας έχουν εξαφανιστεί εδώ και καιρό. Η αμφιθυμία απέναντι στη λέξη «χήρα» αντανακλά μια ευρύτερη αμηχανία απέναντι στον θάνατο σε μια κουλτούρα που συνδέει παραδόξως τη μήτρα με τον τάφο. Ταυτόχρονα,
είμαστε παγιδευμένοι σε μια ναρκισσιστική ιδεολογία του «εγώ», σε μια λατρεία του εαυτού που καταπιέζει την αμοιβαία εξάρτηση και η οποία, στη χειρότερη εκδοχή της, μπορεί να καταλήξει σε άρνηση της ίδιας της αγάπης.

Το άρθρο της Siri Hustvedt δημοσιεύτηκε στις 22 Απριλίου 2026 στη βρετανική
Vogue.
Μετάφραση: Ειρήνη Μανιατοπούλου

Συγγραφέας
Siri Hustvedt - Συγγραφέας
Siri Hustvedt
Η Siri Hustvedt (Σίρι Χούστβεντ, γενν. 1955), με νορβηγικές ρίζες, ξεκίνησε ως ποιήτρια (Reading to You, 1982). Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Τυφλόμυγα (Scripta, 1997), Το μυστικό της Λίλυ Νταλ (Scripta, 1998), What I Loved (2003), The Sorrows of an American (2008), Το καλοκαίρι δίχως άντρες (Πατάκης, 2012), Memories of the Future (2019). Έχει επίσης εκδώσει δοκίμια, μεταξύ των οποίων τα A Plea for Eros (2005) και A Woman Looking at Men Looking at Women (2016), καθώς και το αυτοβιογραφικό Η γυναίκα που τρέμει ή η ιστορία των νεύρων μου (Πατάκης, 2026). Με τον Paul Auster έχει μία κόρη, την τραγουδίστρια και ηθοποιό Sophie Auster. Ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο ετοιμάζεται το The Blazing World.