Το θέμα του σωσία, του ζωντανού ειδώλου, κατέχει ιδιάζουσα θέση στη λογοτεχνία του φανταστικού κι, ευτυχώς, όχι μόνο. Ο βασικός λόγος είναι ότι προσφέρει στον δημιουργό την ευκαιρία να τοποθετήσει απέναντι από τον πρωταγωνιστή έναν καθρέφτη, το είδωλο του οποίου αποτελεί το αρνητικό στο θετικό του ή το αντίστροφο, όπως συμβαίνει στο συγκεκριμένο αφήγημα.
Ο Γουίλιαμ Γουίλσον είναι ο σωσίας του ήρωα, ο οποίος εμφανίζεται στη ζωή του κατά τη διάρκεια των σπουδών του, οπότε ο χαρακτήρας ενηλικιώνεται κι επομένως αποκτά ουσία και βάθος. Στην αρχή η παρουσία του είναι απλά παρακολουθηματική, καθώς βαδίζει παράλληλα, με βήματα που δεν εφάπτονται. Η φυσική ομοιότητα είναι επαρκής αν κι όχι σαφής, μολονότι ο πρωταγωνιστής φαίνεται να είναι ο μόνος που δεν τη διακρίνει, εστιάζοντας στη διαφορά που οδηγεί στην αντιπαλότητα.
Ο μέγας Πόε στήνει το παιχνίδι με ευφάνταστο τρόπο, εισάγοντας σταδιακά τα κλειδιά που θα ανοίξουν στο τέλος διάπλατα τη θύρα της αναγνώρισης. Ο έτερος, με τον οποίο σκιαμαχεί ο ήρωας, έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα τον ψίθυρο – σαφής συμβολισμός της συνείδησης που κινείται κάτω από την επιφάνεια του Εγώ υποτονθορύζοντας τις παρακλήσεις, τις κατηγορίες και τις προτροπές της. Συν τω χρόνω, η σκιά θα αποκτά υπόσταση αναδυόμενη όλο και πιο συχνά, ενώ ο πρωταγωνιστής θα την κουβαλά μαζί του όπου κι αν ταξιδέψει.
Ο διχασμός των εαυτών θα προκαλέσει τη θλίψη, ενδυναμώνοντας το αίσθημα της αποτυχίας, αλλά και της αμφισβήτησης σε πυρηνικό επίπεδο. Η ιστορία μας θα κλιμακωθεί σε δύο στάδια. Το πρώτο στην Οξφόρδη, όπου η άμεση παρέμβαση του Σωσία θα καταστήσει τον ήρωα αποσυνάγωγο. Το οριστικό χτύπημα θα έρθει στην τελική σκηνή στον χορό, για να θυμηθούμε και τον Καββαδία («Μα ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί... θα σημαδέψει, κι άφοβα τον φταίχτη θα χτυπήσει»). Η σχάση, ο διχασμός, θα αντιστραφούν μέσω της βίαιης επανένωσης, οπότε το όργανο του φόνου θα μετατραπεί σε όργανο αυτοχειρίας. Η αναγνώριση του εαυτού, συμβολικά, θα απαιτήσει την ύστατη θυσία του υποκειμένου που επιτέλους θα ανοίξει διάπλατα τα μάτια στην αλήθεια.
Ο Πόε μάς φιλοδωρεί με ένα μικρό κομψοτέχνημα, όπου το πρώτο επίπεδο της δράσης επικαλύπτει χωρίς να υποκρύπτει τα βαθύτερα ερμηνευτικά επίπεδα, τα οποία προκύπτουν αβίαστα από την πλοκή. Εύκολα αναγνωρίζει κάποιος τη θεματική συγγένεια με τον Κάφκα (οι αποπνικτικοί χώροι και η ατμόσφαιρα), αλλά και τις άμεσες επιρροές στον Ντοστογιέφσκι, μεταξύ άλλων.
Σχόλια(1)