Έναν αιώνα παρά ένα έτος πριν, κυκλοφόρησε το πρισματικό μυθιστόρημα «Εγώ;» του Πέτερ Φλαμ (Peter Flamm, Βερολίνο 1891-Νέα Υόρκη, 1963) που θα έλεγα ότι προλογίζει πολλά αφηγήματα, ακόμα και σημερινά μας, τα οποία διέπει η υπαρξιακή και ψυχολογική σχάση που ωθεί σε μιαν απεγνωσμένη αναζήτηση νοήματος και σημασιών.
Ο κατακερματισμένος κόσμος μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο παράγει κατακερματισμένες προσωπικότητες, καθώς και μια τέχνη που ποντάρει περισσότερο στο θραύσμα, στις ασυνέχειες και στην αμφισβήτηση των ορίων της γλώσσας – μην ξεχνάμε ότι το Νταντά ήταν μια τέτοια τέχνη και ότι πολλοί σημαντικότατοι δημιουργοί κινήθηκαν στις ατραπούς που άνοιξαν τολμητίες όπως ο Μαρσέλ Ντυσάν, ο Φρανσίς Πικαμπιά, ο Κουρτ Σβίτερς, και ο Τριστάν Τζαρά.
Ο ήρωας του «Εγώ;» -θερμά συγχαρητήρια στη μεταφράστρια Μαρία Μαντή και στον οίκο Μεταίχμιο για την επιλογή και τη φροντισμένη έκδοση- βγαίνει κατακερματισμένος, διχασμένος, τεμαχισμένος ψυχικά και πνευματικά από το Μεγάλο Μακελειό. Δεν ξέρει ποιος είναι, κυριολεκτικά. Όπως στο «Επάγγελμα: Ρεπόρτερ» του Μικελάντζελο Αντονιόνι, ιδιοποιείται την ταυτότητα ενός νεκρού, από Χανς γἰνεται Βίλχελμ, από προλετάριος γίνεται ιατρός, από ανυπόληπτος γίνεται ευυπόληπτος, εντάσσεται σε ανώτερο κοινωνικό στρώμα, αποκτάει οικογένεια, κι ωστόσο παραμένει μετέωρος, διαλυμένος, μόνος, με μια ψυχή «στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία» (Διονύσης Σαββόπουλος).
Και το ξέρει, το ομολογεί, το αφηγείται:
«Είμαι στάχτη στον άνεμο, είμαι φυγάς από τον ίδιο μου τον εαυτό με άγνωστο προορισμό, έχω χάσει την ισορροπία μου […] Πού, πού είναι τα χέρια που επιτέλους θα με κρατήσουν, πού είναι το έδαφος στο οποίο θα στηρίξω τη ζωή μου, κολυμπώ στη θάλασσα, κολυμπώ στο κύμα, αλλά το αγκυροβὀλι μου είναι στον βυθό, στο μπλε σκοτάδι του βρίσκω σταθερότητα, ενώ επάνω, επάνω χορεύω στο φως» (σ. 124).
Το «Εγώ;» συζητήθηκε πολύ όταν κυκλοφόρησε το 1926, ο συγγραφέας του ήταν ιατρός, όπως ο Βίλχελμ του μυθιστορήματος, αναγκάστηκε λόγω της ναζιστικής λαίλαπας να καταφύγει στο Παρίσι αρχικά και κατόπιν στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε ως ψυχίατρος και σχετίστηκε με εξέχουσες προσωπικότητας (Ουίλιαμ Φόκνερ, Τσάρλι Τσάπλιν, Αλβέρτος Άινσταϊν). Η φιλοσοφική διάσταση του μυθιστορήματος είναι εμφανέστατη, όπως και η αιχμηρή κοινωνική κριτική του που γίνεται πολιτική.
Ο Φλαμ καυτηριάζει την αιμορραγία του νοήματος με κάθε ευκαιρία, και είναι εφιαλτικά ισχυρές οι παράγραφοι στις οποίες καταγίνεται με την άσκηση της ιατρικής, αποτελώντας μια συνεκδοχή του μεταπολεμικού ερέβους:
«Είμαι δίπλα σου, δεν είμαι ζωντανός κι όμως νομίζω ότι είμαι ζωντανός, στέκομαι με την ιατρική ρόμπα μου, μέσα μου και γύρω μου κυλάει αίμα, πιτσιλάει πάνω σε λευκά σεντόνια και γάζες, είναι αίμα ανθρώπων, είναι ένα μέρος της ζωής τους αυτό στη γάζα, έχω ασημένια εργαλεία και με αυτά κόβω τη ζωή, στον κάδο υπάρχουν τμήματα οστών και κομμάτια από στομάχι και έντερα και μέλη» διαβάζουμε στη σελίδα 71.
Παραμορφωτικό κάτοπτρο, αντιπολεμικό μανιφέστο, και εμβριθέστατο ψυχογράφημα για το ψυχορράγημα ενός πολιτισμού, το «Εγώ;» υπερβαίνει τα όρια ενός αφηγήματος της εποχής του και εισδύει δυναμικά στα όσα απασχολούν και τη σημερινή εποχή.
Σχόλια(1)