

Ο Robert Macfarlane σε μια αφήγηση που ρέει ορμητικά
Στο νέο του βιβλίο ο διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας και φυσιολάτρης Robert Macfarlane, τον οποίο γνωρίσαμε μέσα από τη μαγευτική Υπογαία, στρέφει το βλέμμα του στο υδάτινο στοιχείο, και συγκεκριμένα στους ποταμούς, θέτοντας ένα ρητορικό αλλά βαθιά φιλοσοφικό ερώτημα: Είναι ένα ποτάμι ζωντανό;.
Ο συγγραφέας ταξιδεύει σε τρεις διαφορετικούς ποταμούς: στον Ρίο Λος Σέδρος, σ’ ένα τροπικό δάσος νεφών του Ισημερινού, στο μολυσμένο ρέμα Ενόρ στο Τσενάι της Ινδίας και στη Μουτεχεκάου Σίπου στο Κεμπέκ. Με λογοτεχνικό ύφος και αφήγηση που κυλά σαν νερό, το βιβλίο εκτείνεται σε βάθος αιώνων και εκβάλλει τελικά στον δικό μας χρόνο, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με μια αλήθεια που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: οι ποταμοί δεν είναι απλώς φυσικά τοπία· είναι ζωογόνος δύναμη, οι αρτηρίες του πλανήτη μας.
Το καλοκαίρι του 2022, γράφει ο Macfarlane, ήταν «το θερμότερο που έχει καταγραφεί παγκοσμίως – το καλοκαίρι όπου όλα τα ποτάμια σχεδόν πεθαίνουν».
Ένα πρωί, πηγαίνοντας με τα πόδια στο σχολείο, ο γιος του τον ρώτησε τον τίτλο του βιβλίου που έγραφε. «Είναι ένα ποτάμι ζωντανό;» του απάντησε. «Τότε θα ’ναι σύντομο βιβλίο, μπαμπά» του είπε ο μικρός «επειδή η απάντηση είναι ναι!». Κι όμως, αυτή η αυτονόητη απάντηση είναι ακριβώς αυτό που έχουμε ξεχάσει. Ο θάνατος του νερού σημαίνει τον θάνατο της ζωής στη Γη. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο θεωρητικό, αλλά βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό: Μπορούμε να επανασυνδέσουμε τους ανθρώπους με το νερό, όχι μόνο ως πόρο, αλλά και ως ζωντανή παρουσία; Με τα ποτάμια, τα ρέματα, τις ίδιες τις υδάτινες διαδρομές που διατρέχουν τον κόσμο, αλλά και εμάς;
Κατά τον Macfarlane, το νερό μεταμφιέζεται και μεταμορφώνει συνάμα. Αναζητά διαρκώς ένα σώμα για να κατοικήσει: άλλοτε γίνεται ποτάμι κι άλλοτε έλος, υγρότοπος ή λιμνοθάλασσα. Και, φυσικά, εμείς οι ίδιοι είμαστε επίσης σώματα νερού, αφού το σώμα μας αποτελείται κατά τα τρία τέταρτα από αυτό, μέρος ενός αέναου κύκλου που μας περιλαμβάνει και συνεχίζεται πέρα από εμάς.
«Ταξίδεψα στα βουνά του βόρειου Ισημερινού για να αναζητήσω ένα ποτάμι, να συναντήσω ένα δάσος και να βρω δύο μύκητες» γράφει «κι επειδή το 2008 αυτή η μικρή χώρα με την πελώρια ηθική φαντασία άλλαξε τον κόσμο». Πράγματι, το 2008 το σύνταγμα του Ισημερινού άλλαξε ριζικά και περιλάμβανε πρώτη φορά άρθρα για τα δικαιώματα της φύσης. Όταν λίγα χρόνια αργότερα παραχωρήθηκε άδεια εξόρυξης στο τροπικό δάσος νεφών Λος Σέδρος, ένας ακτιβιστής της περιοχής προσέφυγε στη δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι η εξόρυξη παραβίαζε τα δικαιώματα και του δάσους και των ποταμών του. Ήταν μια στιγμή που η ηθική φαντασία μετατράπηκε σε νομική πράξη εμπνευσμένη από την κοσμοαντίληψη των ιθαγενών πληθυσμών, το εθιμικό δίκαιο και τις οικοφεμινιστικές συμμαχίες.
Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2022 ο Macfarlane ταξιδεύει εκεί. Τον συνοδεύει και μια μικρή, ετερόκλητη ομάδα: η μυκητολόγος Τζουλιάνα Φούρτσι, ο δικηγόρος Σέσαρ Ροδρίγκεζ-Γκαραβίτο και ο καταγραφέας ήχων φυσικού περιβάλλοντος Κόσμο Σέλντρεϊκ. Συναντούν μέσα στο δάσος ανθρώπους που επί χρόνια αγωνίζονται για την προστασία της περιοχής. Με κατεύθυνση τις πηγές του ποταμού, ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα στο δάσος νεφών. Το νερό γίνεται «νεότερο», πιο ζωντανό, πιο δυνατό – μια δύναμη που αναζωογονεί. Για την Τζουλιάνα, που πενθεί λόγω της ξαφνικής απώλειας του πατέρα της, η εμπειρία είναι σχεδόν μεταμορφωτική: νιώθει τη ζωή να επιστρέφει μέσα της, σαν να τη διαπερνά το ίδιο το ποτάμι. Ο Macfarlane παρατηρεί αυτή τη σιωπηλή αποκατάσταση – μια σχεδόν απτή απόδειξη ότι το νερό είναι φορέας ζωής.
Την πρώτη νύχτα κατασκηνώνουν μέσα στο δάσος. Πυγολαμπίδες, βιοφωταυγείς προνύμφες, αστραπές ανάμεσα στα σύννεφα και οι αστερισμοί του ισημερινού συνθέτουν ένα τοπίο σχεδόν υπερβατικό. «Αν πετύχεις τη σωστή νύχτα στο σωστό μέρος» λέει η Τζουλιάνα «βλέπεις όλες τις φλέβες του δάσους να φωτίζονται – βλέπεις ότι τα πάντα συνδέονται!. Ύστερα μουρμουρίζει, μονολογώντας ίσως: «Κανένας δεν είναι χωρίς άλλον».
Στην ανατολική πλευρά των Άνδεων του Ισημερινού, η μυρωδιά πικραμύγδαλων πλανιέται στα δάση της Θαμόρα Τσιντσίπε. Το σαπισμένο πρέμνο ακτινοβολεί και λες και χοχλάζει. Το Κοτοπάξι αναδεύεται και ξεχειλίζει. Οι πυγολαμπίδες πλανιούνται, αναβοσβήνουν. Ο Ποταμός των Κέδρων αναζητεί τη θάλασσα. «Αν οι μύκητες μιλούσαν» λέει η Τζουλιάνα «θα μας έλεγαν όσα μας δείχνουν, ότι στην πραγματικότητα, δηλαδή, ο θάνατος ενός οργανισμού είναι η αρχή αναρίθμητων άλλων· ότι δεν υπάρχει τέλος στη ζωή, απλώς ένα διαρκώς μετακινούμενο υπόστρωμα».

Και ίσως αυτό να είναι, τελικά, το πιο ουσιαστικό επιχείρημα του βιβλίου: όχι ότι το ποτάμι είναι ζωντανό, αλλά ότι ποτέ δεν ήταν κάτι ξεχωριστό από εμάς.
Για να συνεχιστεί ο κύκλος της ζωής, είναι αναγκαίο να συνεχίζεται και ο κύκλος του νερού. Σε αυτή την αέναη ροή οι αναγνώστες βρίσκουν την απάντηση στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος του βιβλίου.
Στο νέο του βιβλίο ο διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας και φυσιολάτρης Robert Macfarlane, τον οποίο γνωρίσαμε μέσα από τη μαγευτική Υπογαία, στρέφει το βλέμμα του στο υδάτινο στοιχείο, και συγκεκριμένα στους ποταμούς, θέτοντας ένα ρητορικό αλλά βαθιά φιλοσοφικό ερώτημα: Είναι ένα ποτάμι ζωντανό;.
Ο συγγραφέας ταξιδεύει σε τρεις διαφορετικούς ποταμούς: στον Ρίο Λος Σέδρος, σ’ ένα τροπικό δάσος νεφών του Ισημερινού, στο μολυσμένο ρέμα Ενόρ στο Τσενάι της Ινδίας και στη Μουτεχεκάου Σίπου στο Κεμπέκ. Με λογοτεχνικό ύφος και αφήγηση που κυλά σαν νερό, το βιβλίο εκτείνεται σε βάθος αιώνων και εκβάλλει τελικά στον δικό μας χρόνο, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με μια αλήθεια που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: οι ποταμοί δεν είναι απλώς φυσικά τοπία· είναι ζωογόνος δύναμη, οι αρτηρίες του πλανήτη μας.
Το καλοκαίρι του 2022, γράφει ο Macfarlane, ήταν «το θερμότερο που έχει καταγραφεί παγκοσμίως – το καλοκαίρι όπου όλα τα ποτάμια σχεδόν πεθαίνουν».
Ένα πρωί, πηγαίνοντας με τα πόδια στο σχολείο, ο γιος του τον ρώτησε τον τίτλο του βιβλίου που έγραφε. «Είναι ένα ποτάμι ζωντανό;» του απάντησε. «Τότε θα ’ναι σύντομο βιβλίο, μπαμπά» του είπε ο μικρός «επειδή η απάντηση είναι ναι!». Κι όμως, αυτή η αυτονόητη απάντηση είναι ακριβώς αυτό που έχουμε ξεχάσει. Ο θάνατος του νερού σημαίνει τον θάνατο της ζωής στη Γη. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο θεωρητικό, αλλά βαθιά πολιτικό και υπαρξιακό: Μπορούμε να επανασυνδέσουμε τους ανθρώπους με το νερό, όχι μόνο ως πόρο, αλλά και ως ζωντανή παρουσία; Με τα ποτάμια, τα ρέματα, τις ίδιες τις υδάτινες διαδρομές που διατρέχουν τον κόσμο, αλλά και εμάς;
Κατά τον Macfarlane, το νερό μεταμφιέζεται και μεταμορφώνει συνάμα. Αναζητά διαρκώς ένα σώμα για να κατοικήσει: άλλοτε γίνεται ποτάμι κι άλλοτε έλος, υγρότοπος ή λιμνοθάλασσα. Και, φυσικά, εμείς οι ίδιοι είμαστε επίσης σώματα νερού, αφού το σώμα μας αποτελείται κατά τα τρία τέταρτα από αυτό, μέρος ενός αέναου κύκλου που μας περιλαμβάνει και συνεχίζεται πέρα από εμάς.
«Ταξίδεψα στα βουνά του βόρειου Ισημερινού για να αναζητήσω ένα ποτάμι, να συναντήσω ένα δάσος και να βρω δύο μύκητες» γράφει «κι επειδή το 2008 αυτή η μικρή χώρα με την πελώρια ηθική φαντασία άλλαξε τον κόσμο». Πράγματι, το 2008 το σύνταγμα του Ισημερινού άλλαξε ριζικά και περιλάμβανε πρώτη φορά άρθρα για τα δικαιώματα της φύσης. Όταν λίγα χρόνια αργότερα παραχωρήθηκε άδεια εξόρυξης στο τροπικό δάσος νεφών Λος Σέδρος, ένας ακτιβιστής της περιοχής προσέφυγε στη δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι η εξόρυξη παραβίαζε τα δικαιώματα και του δάσους και των ποταμών του. Ήταν μια στιγμή που η ηθική φαντασία μετατράπηκε σε νομική πράξη εμπνευσμένη από την κοσμοαντίληψη των ιθαγενών πληθυσμών, το εθιμικό δίκαιο και τις οικοφεμινιστικές συμμαχίες.
Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2022 ο Macfarlane ταξιδεύει εκεί. Τον συνοδεύει και μια μικρή, ετερόκλητη ομάδα: η μυκητολόγος Τζουλιάνα Φούρτσι, ο δικηγόρος Σέσαρ Ροδρίγκεζ-Γκαραβίτο και ο καταγραφέας ήχων φυσικού περιβάλλοντος Κόσμο Σέλντρεϊκ. Συναντούν μέσα στο δάσος ανθρώπους που επί χρόνια αγωνίζονται για την προστασία της περιοχής. Με κατεύθυνση τις πηγές του ποταμού, ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα στο δάσος νεφών. Το νερό γίνεται «νεότερο», πιο ζωντανό, πιο δυνατό – μια δύναμη που αναζωογονεί. Για την Τζουλιάνα, που πενθεί λόγω της ξαφνικής απώλειας του πατέρα της, η εμπειρία είναι σχεδόν μεταμορφωτική: νιώθει τη ζωή να επιστρέφει μέσα της, σαν να τη διαπερνά το ίδιο το ποτάμι. Ο Macfarlane παρατηρεί αυτή τη σιωπηλή αποκατάσταση – μια σχεδόν απτή απόδειξη ότι το νερό είναι φορέας ζωής.
Την πρώτη νύχτα κατασκηνώνουν μέσα στο δάσος. Πυγολαμπίδες, βιοφωταυγείς προνύμφες, αστραπές ανάμεσα στα σύννεφα και οι αστερισμοί του ισημερινού συνθέτουν ένα τοπίο σχεδόν υπερβατικό. «Αν πετύχεις τη σωστή νύχτα στο σωστό μέρος» λέει η Τζουλιάνα «βλέπεις όλες τις φλέβες του δάσους να φωτίζονται – βλέπεις ότι τα πάντα συνδέονται!. Ύστερα μουρμουρίζει, μονολογώντας ίσως: «Κανένας δεν είναι χωρίς άλλον».
Στην ανατολική πλευρά των Άνδεων του Ισημερινού, η μυρωδιά πικραμύγδαλων πλανιέται στα δάση της Θαμόρα Τσιντσίπε. Το σαπισμένο πρέμνο ακτινοβολεί και λες και χοχλάζει. Το Κοτοπάξι αναδεύεται και ξεχειλίζει. Οι πυγολαμπίδες πλανιούνται, αναβοσβήνουν. Ο Ποταμός των Κέδρων αναζητεί τη θάλασσα. «Αν οι μύκητες μιλούσαν» λέει η Τζουλιάνα «θα μας έλεγαν όσα μας δείχνουν, ότι στην πραγματικότητα, δηλαδή, ο θάνατος ενός οργανισμού είναι η αρχή αναρίθμητων άλλων· ότι δεν υπάρχει τέλος στη ζωή, απλώς ένα διαρκώς μετακινούμενο υπόστρωμα».

Και ίσως αυτό να είναι, τελικά, το πιο ουσιαστικό επιχείρημα του βιβλίου: όχι ότι το ποτάμι είναι ζωντανό, αλλά ότι ποτέ δεν ήταν κάτι ξεχωριστό από εμάς.
Για να συνεχιστεί ο κύκλος της ζωής, είναι αναγκαίο να συνεχίζεται και ο κύκλος του νερού. Σε αυτή την αέναη ροή οι αναγνώστες βρίσκουν την απάντηση στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος του βιβλίου.












