Ερχόμαστε στον πλανήτη χωρίς να ερωτηθούμε, τον αποκαλούμε σπίτι μας, κι όταν έρθει η ώρα μας αποχωρούμε επιστρέφοντας στο πουθενά από όπου ξεκινήσαμε. Για κάποιους όμως το κοινό αυτό σπίτι παραμένει ξένο, αφιλόξενο, ένα «σπίτι των άλλων». Ποια λύση τους απομένει, λοιπόν, παρά να αποχωρήσουν εκούσια πριν την ώρα τους, δίνοντας τέλος σε μια αδιέξοδη προοπτική;
Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας καθολικός παπάς στην ιταλική επαρχία στα μεταπολεμικά χρόνια της φτώχειας και της μετανάστευσης. Το ποίμνιο του ορεινού χωριού θαρρείς ότι δεν έχει καν ψυχή για την οποία αξίζει κάποιος να δώσει αγώνα, αφού όλα κυλούν άψυχα ακολουθώντας τον μετρονόμο του χρόνου και της εναλλαγής των εποχών. Άνθρωποι ζουν, άνθρωποι πεθαίνουν και τίποτα δεν διαταράσσει την κυκλικότητα, πέρα από το βλέμμα των κατοικίδιων κατσικιών που παρατηρούν έκπληκτες τα ανθρώπινα όντα να επιδίδονται στις ταπεινές ασχολίες τους.
Τον αδιατάρακτο κύκλο θα σπάσει η μυστηριώδης παρουσία της γηραιάς κυρίας, η οποία θα έρθει σε επαφή με τον ιερέα, υποβάλλοντάς τον σε συνειδησιακή κρίση. Η φύση γύρω συνεχίζει την πορεία της χωρίς αμφιθυμίες, όπως και οι άνθρωποι εντός της, εκτός από τους δύο ήρωες του μικρού αυτού δράματος, οι οποίοι θα εισέλθουν σε έναν μικρό χορό προσέγγισης και αποφυγής, με τον ιερέα να πρωτοστατεί. Ο συγγραφέας με έξυπνο τρόπο αποφεύγει να αποκαλύψει το μυστικό της γυναίκας, κλιμακώνοντας τη δράση μέσω της απουσίας της – κάτι που λειτουργεί άψογα, αφού ο αναγνώστης παρασύρεται σταδιακά αναμένοντας κάτι που ναι μεν έχει σημασία αφ’ εαυτό, αλλά είναι άρρηκτα τοποθετημένο στο υπάρχον πλαίσιο.
Η αυτοχειρία της γυναίκας (αυτό είναι το μέγα μυστικό και αμάρτημα) θα λάβει χώρα χωρίς παρέμβαση του ιερέα. Δεν μαθαίνουμε το πώς και το πότε, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού ο άντρας δεν διαθέτει καμία δύναμη αποτροπής, καμία εξουσία τελικά κι είναι κάτι που γνωρίζει καλά εξαρχής. Όσα συμβαίνουν, είναι σαν να έχουν ήδη συμβεί και θα επαναληφθούν μοιρολατρικά, όπως ακριβώς και οι εποχές που επανέρχονται αφήνοντας στο διάβα τους μνήματα. Οι άνθρωποι και τα ζώα τους θα είναι παρόντες και πρωταγωνιστές στην παράσταση, μέχρι τη στιγμή που θα κληθούν να αποχωρήσουν άδοξα και ταπεινά. Το τοπίο θα μείνει το ίδιο, μονότονο όπως και η ζωή των κατοίκων. Κάποιοι ελάχιστοι επιλέγουν να αποχωρήσουν με τον τρόπο τους. Τίποτα δεν θα αλλάξει.
Σχόλια(0)