Αυτή είναι η δεύτερη περιπέτεια του Μίλτου Οικονόμου που διαβάζουμε και δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε – πόσες ακόμα μας έχει αποκρύψει ο δημιουργός του; Μας πλημυρίζει, ως αναγνώστες, η περιέργεια για τις περιπέτειες που οδήγησαν αυτόν τον ευφυή κι ευαίσθητο πρώην αστυνομικό στην κατάθλιψη, τον φαινομενικό κυνισμό και την κατανάλωση απίστευτων ποσοτήτων αλκοόλ.
Ο Οικονόμου κινείται από την πλατεία Μοναστηρακίου ως τα Πατήσια και την Κυψέλη, σαν να μην μπορεί να ξεφύγει από μια μοίρα προδιαγεγραμμένη. Όπως άλλωστε οι ήρωες των blues που τον συνοδεύουν νυχθημερόν. Κι ενώ συνήθως βγάζει τα προς το ζην αναλαμβάνοντας «πάσης φύσεως εξωσυζυγικές υποθέσεις», κάθε τόσο του έρχεται ουρανοκατέβατη, κυριολεκτικά, μια αληθινά επικίνδυνη και απεχθής υπόθεση που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του. Και από την οποία ο Οικονόμου σηκώνεται πάντοτε μωλωπισμένος, τινάζει τη σκόνη από πάνω του κι αμέσως ανάβει τσιγάρο ή πουράκι, πίνοντας μερικά ουίσκι για να συνέρθει.
Δεν είμαι η πρώτη που το διαπιστώνει και το διατυπώνει, αλλά ο Κρητικός είναι ο κατεξοχήν τσαντλερικός συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Και όχι μόνο λόγω του μαύρου, αυτοσαρκαστικού χιούμορ του, αλλά κυρίως επειδή είναι απαλλαγμένος από κάθε ίχνος ηθικοπλαστικού εξωραϊσμού. Ως αυθεντικός αντιήρωας, δεν κρύβει τα κουσούρια του, δεν παλεύει να υποτάξει τα πάθη του, δεν ελπίζει σε τίποτα. Γύρω του κινείται ένας εσμός αυθεντικών «κακών», που όλοι κουβαλούν τα συμπτώματα μιας μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, και της ακόμα χειρότερης κρίσης αξιών και θεσμών που προηγήθηκε και παγιώθηκε. Στη συγκεκριμένη ιστορία, ο Οικονόμου φτάνει ως τη Μύκονο για να λύσει την υπόθεση που έχει αναλάβει, ενώ το βιβλίο κλείνει μ’ ένα μικρό κεφάλαιο-φόρο τιμής σε αγαπημένα κλασικά αστυνομικά μυθιστορήματα του συγγραφέα, όπως το «Αντίο γλυκιά μου», «Το τελευταίο φιλί», «Το βλέμμα του αποχαιρετισμού».
Σχόλια(1)