Τη δραματική δεκαετία της δημοσιονομικής, κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης, που δοκίμασε τις υπαρξιακές αντοχές της χώρας, αφηγείται μέσα από τις σελίδες της μελέτης του ο πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας, επιδιώκοντας, ως «πολιτική επιλογή», όπως τονίζει, να απευθυνθεί σε ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό –γι’ αυτό και αφήνει συνειδητά στην άκρη το ακαδημαϊκό ύφος, την επιστημονική ορολογία και τις πολλές υποσημειώσεις– προκειμένου να αναμετρηθεί με ερωτήματα όχι πια για το ποιος είχε δίκιο αλλά για το τι έγινε, τι δεν έγινε και τι έμεινε. Με την αφήγηση αυτού που πολλοί προσέλαβαν, όπως και ο ίδιος, ως έναν άοπλο εμφύλιο, ο συγγραφέας επιχειρεί να καταγράψει τους βασικούς σταθμούς της περιόδου της κρίσης, εντάσσοντάς την στο ευρύτερο πλαίσιο των αντιπαραθέσεων που σημειώθηκαν τότε στο εσωτερικό της ευρωζώνης, σε όλες τις χώρες που μπήκαν ή απειλήθηκαν να μπουν σε μνημόνια. Αναδεικνύει τις ιδεολογικοπολιτικές ζυμώσεις που οδήγησαν στην αναδιάταξη του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος και εξετάζει τις επιμέρους επιλογές των κυβερνήσεων και των κομμάτων, καθώς και των ευρωπαϊκών ηγεσιών. Αφού προειδοποιήσει τον αναγνώστη του τόσο απέναντι στον κίνδυνο να θεωρηθεί ό,τι έγινε αναπόφευκτο όσο και σε εκείνον της απαξίωσης του παρελθόντος, εν προκειμένω της Μεταπολίτευσης, που υπήρξε η ομαλότερη περίοδος δημοκρατικής ζωής στη χώρα, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η κρίση, που στην Ελλάδα εκδηλώθηκε πρωτίστως ως κρίση του κράτους, ήταν ταυτόχρονα παγκόσμια, ευρωπαϊκή και εθνική. Στα 2008-2009 η πρόσληψή της από τους πολίτες αφορούσε την παγκόσμια διάστασή της, στα 2009-2010 την εθνική και από το 2011-2015 την ευρωπαϊκή, για να μετατραπεί σε εθνική ξανά μετά το 2015, όταν η Ελλάδα είχε απομείνει η μόνη χώρα σε μνημόνιο. Η πορεία αυτή μέσα στην κρίση αναδεικνύει, σύμφωνα με τον μελετητή, και εδώ τα γνώριμα ιστορικο-κοινωνιολογικά μοτίβα τα οποία αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο η χώρα παρακολουθεί τους μεγάλους μετασχηματισμούς της νεωτερικότητας, δηλαδή τη «διάσωση την τελευταία στιγμή», τη σημασία της γεωπολιτικής διάστασης, αλλά και την ιστορική πρόσοδο που αποτελεί για τη χώρα το βάρος της αρχαίας Ελλάδας στο φαντασιακό των Ευρωπαίων, τη διεθνή πίεση στην οποία η χώρα κλήθηκε να πειθαρχήσει και, τέλος, την αυτονομία της πολιτικής, με αποτέλεσμα τόσο την ακραία πόλωση όσο και την κεντρική πολιτική απόφαση που αποτέλεσε εργαλείο διάσωσης πριν από την καταστροφή.
Σχόλια(0)