Ο πρωταγωνιστής αυτού του πρώιμου διηγήματος του μεγάλου Γερμανού συγγραφέα γεννήθηκε άτυχος, αφού ήδη από την αρχή του βίου του υπέστη μια πτώση που άφησε τα σημάδια της. Η ελαφρά δυσμορφία και οι επιπτώσεις της στην ψυχοσύνθεσή του θα τον οδηγήσουν στην απομόνωση, παρέα με τις τρεις αδελφές του. Η φύση, με την αδιατάρακτη επαναληπτικότητά της, θα γίνει το παράδειγμα και το καταφύγιό του. Η λέξη-κλειδί που αποτελεί την επωδό είναι «ηρεμία», η μακαριότητα εκείνου που δεν επιθυμεί, που αποφεύγει τις εντάσεις και τη βιαιότητα των συναισθημάτων, τα οποία προκαλούν η προσέγγιση και η αναγκαστική διάψευση και ματαίωση, ιδίως για έναν άνθρωπο που εκ φύσεως (σωματική αναπηρία) δεν δικαιούται να τρέφει ψευδαισθήσεις.
Τα χρόνια θα κυλήσουν ειρηνικά. Το παιδί γίνεται ενήλικας, 30 ετών πλέον, προστατευμένος στον περιφραγμένο χώρο του. Η ζωή όμως έχει τους δικούς της κανόνες και θα εισβάλλει παρακάμπτοντας με περισσή ευκολία τις τάφρους προστασίας του πρωταγωνιστή. Η νεαρή σύζυγος του Συνταγματάρχη που μόλις έφτασε στην πόλη θα ρίξει επάνω στον ήρωά μας το βλέμμα της και η δίνη θα τον ρουφήξει εντός της – ιδανική απόδειξη ότι οι οχυρώσεις τελικά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από κυήματα φαντασίας, συγκολλημένες με τις ψευδαισθήσεις εκείνου που διέσχιζε αμέριμνα τον χρόνο απωθώντας τον υφέρποντα κοχλασμό του συναισθήματος. Εν μία νυκτί η παράδοση θα ολοκληρωθεί και ο έρωτας θα απαιτήσει τα δικαιώματά του, αφού καμία λογική (το ύστατο καταφύγιο των απόμαχων ή των δειλών) δεν δύναται να περιορίσει τον χείμαρρο που παρέμενε σε στάση τις δεκαετίες που πέρασαν.
Φυσικά, η κατάληξη δεν μπορεί να είναι αίσια, στη λογική των ρομαντικών καταβολών του πρώιμου Μαν (απόηχοι από τον Βέρθερο του Γκαίτε). Ο πρωταγωνιστής θα υποκύψει στη γοητεία, χωρίς όμως να αρκεστεί στον εκ του μακρόθεν και άνευ ανταπόκρισης έρωτα. Θα διαβεί τον Ρουβίκωνα, θα εκφράσει τον έρωτά του σε στιγμή αδυναμίας, κι αυτό θα τον καταστρέψει. Η νεαρή σύζυγος τον αντιμετωπίζει ως αξιοπερίεργο και θα περιγελάσει τον δύσμορφο ερωτευμένο, γκρεμίζοντας οριστικά τις ελπίδες του για ευτυχία εντός της ανθρώπινης κοινότητας. Ο εξευτελισμένος άντρας θα δώσει μόνος του το τέλος που αρμόζει στην περίσταση, αφού ουδείς επιστρέφει σε μια πρότερη κατάσταση, η οποία έχει απογυμνωθεί παντελώς από τις ψευδαισθήσεις που τη συγκάλυπταν, ακόμα και εάν χρειαστεί να πληρώσει το υψηλότερο τίμημα. Εφόσον δεν μπορείς να έχεις τη νέα ζωή που κρύβει μια αμυδρή έστω υπόσχεση ευτυχίας, προτιμότερο να μην έχεις τίποτα. Ο μικρός κύριος Φρίντεμαν θα έχει ένα άδοξο τέλος, αλλά –ελάχιστη παρηγοριά αυτή– θα παραμείνει για πάντα μικρός.
Σχόλια(0)