Το καινούργιο του Γιώργου Συμπάρδη αποτέλεσε για μένα άλλη μια ψηφίδα για την καταχώρισή του στην αξιολογική συγγραφική κλίμακα, στα πάνω σκαλιά, αλλά και μια ευχάριστη έκπληξη. Εξηγώ: τέσσερις μόλις νύχτες με την Κάλλη, τόσες μόνον αρκούν για τον συγγραφέα-αφηγητή για να χτίσει την ιστορία του. Μια ιστορία που πρωτοτυπεί ως προς ένα από τα βασικότερα στοιχεία που απαιτεί η πεζογραφία. Η ιστορία του Γιώργου Συμπάρδη δεν έχει πλοκή, γιατί φαινομενικά δεν έχει πουθενά να στηριχτεί. Η γυναίκα που θα συναντήσει ο αφηγητής, στην ουσία η αφορμή της γραφής, δεν οδηγεί σε συγγραφικές επινοήσεις, παρά μόνο σε σύντομες σκηνές, αποτελώντας μικρές τομές στον χωροχρόνο, μέσα στον οποίο κυλά η εν πολλοίς ανούσια ζωή του, επιβαρυμένη από τη νωχέλεια και τη ζέστη του Αυγούστου, που διαπερνά ως αίσθηση όλη τη νουβέλα. Η παρουσία της Κάλλης συνιστά ένα αμφίβολο παρόν γι’ αυτόν, μέσα από τις δικές της αφηγήσεις συνδέει τον εαυτό του με τη μνήμη μιας γυναίκας που έρχεται από το εφηβικό του παρελθόν για να τον αναστατώσει. Το όνομα κοινό και στις δύο, για τη μία αληθινό, για την άλλη εμμονική του επιλογή. Ο Συμπάρδης με την ιστορία του μοιάζει να ανανεώνει το πολύπαθο τοπίο της σύγχρονης πεζογραφίας, και να που δεν χρειάζονται πολλά για κάτι τέτοιο. Αρκεί μια αποδέσμευση από τετριμμένους κανόνες, από απαιτητικές προδιαγραφές για να συναντηθεί ο συγγραφέας με την αφορμή της γραφής του, να υποδυθεί τον αφηγητή, να αφεθεί στη γοητεία των ίδιων των λέξεων, όπως στη γοητεία της ίδιας της Κάλλης όπως την περιγράφει· σαν να έρχεται από άλλη εποχή, με τα απομεινάρια μιας σπουδαίας ομορφιάς. Κι εκεί που συναντιέται ο συγγραφέας με τον αφηγητή (συγγραφέα) και οι δύο με την Κάλλη και οι δύο (ή μόνον ο ένας;) με τη συνονόματη μακρινή παρουσία, να μη θέλεις να τελειώσει η ανάγνωση, ναι αυτή η χωρίς ιδιαίτερη πλοκή και σπουδαίες επινοήσεις και ανατροπές. Αν αυτό δεν καλείται πρωτότυπη, επινοητική, καλή λογοτεχνία, που δεν παύει να μας ξαφνιάζει από έργο σε έργο, τότε τι άλλο περιμένουμε;
Σχόλια(0)