Το μυθιστόρημα του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» εντάσσεται στη χωρία ελληνικών μυθιστορημάτων των τελευταίων χρόνων που αφηγούνται οικογενειακές ιστορίες και τραύματα: από τα βιβλία του Νίκου Παναγιωτόπουλου («Ολομόναχος»), του Χρήστου Χωμενίδη («Νίκη»), του Αύγουστου Κορτώ («Το βιβλίο της Κατερίνας») μέχρι το φρεσκοτυπωμένο «Τραγούδι του πατέρα» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, τα βιβλία που έρχονται αντιμέτωπα με την οικογενειακή ιστορία είναι πολλά –αυτά είναι μερικά μόνο– και τα καλύτερα από αυτά καταφέρνουν να αναμετρηθούν ταυτόχρονα και με τη μεγάλη Ιστορία, κάνοντας το προσωπικό βίωμα μια ενδιαφέρουσα για όλους υπόθεση. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία εντάσσεται οπωσδήποτε και το βιβλίο του Μαγκλίνη ο οποίος αφηγείται στην πραγματικότητα ιστορίες του Εμφυλίου και τα απόνερά τους στον χρόνο, μέσα από τη μικροϊστορία της οικογένειάς του. Και έχει πράγματι να αφηγηθεί πολλά. Πρωταγωνιστής είναι ο πατέρας, Κώστας, αλλά ως θύμα μιας απουσίας και ενός εγκλήματος. Ο δικός του πατέρας, δηλαδή ο παππούς του Ηλία Μαγκλίνη, Νίκος Μαγκλίνης, εκτελέστηκε εν ψυχρώ από την ΟΠΛΑ, ένα απόγευμα της άνοιξης του 1944 στο κέντρο του Αγρινίου, μάλλον γι’ αυτό που ήταν και όχι για κάτι που είχε κάνει – τουλάχιστον δεν έχει βρεθεί κάποια πιο συγκεκριμένη δικαιολόγηση της αποτρόπαιας πράξης: υπήρξε μέλος του ΕΔΕΣ αλλά είχε αποτραβηχτεί, επίσης είχε οικονομική επιφάνεια. Τον έφεραν στο σπίτι νεκρό, πάνω σε μια πόρτα. Από την άλλη, ένα από τα αδέλφια της γιαγιάς, της συζύγου του Νίκου, με τον οποίο ο τελευταίος είχε συνεταιριστεί και τα πήγαινε καλά, ήταν κομμουνιστής. Ένας συνταξιούχος αστυφύλακας τον κατέδωσε στους Γερμανούς που τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν.
Μέσα από τις σελίδες του οικογενειακού δράματος ο συγγραφέας (δημοσιογράφος, επίσης, στην εφημερίδα «Καθημερινή») καταφέρνει να αφηγηθεί με γλαφυρότητα και ευθύτητα και όσα γεγονότα και δράματα της χώρας είχαν ζήσει οι συγκεκριμένοι άνθρωποι από κοντά. Περιγράφονται, φερ’ ειπείν, οι θηριωδίες του ελληνικού στρατού στη Μικρασία, όπως τις είχε αφηγηθεί ο Νίκος Μαγκλίνης που είχε πολεμήσει εκεί, περιγράφεται και η δολοφονική δράση στο Αγρίνιο ενός περιβόητου δωσίλογου, του Ταγματάρχη Γιώργου Τολιόπουλου, διοικητή Τάγματος Ευζώνων, που πέρα από όσα φριχτά διέτασσε να γίνονται, χαιρόταν να σκοτώνει και ο ίδιος προσωπικά. Μαζί περιγράφεται και το κλίμα της εποχής, καθώς το Αγρίνιο, λόγω καπνεργοστασίων (ανάμεσά τους και του Παπαστράτου) και εργατών είχε πολύ αριστερό πληθυσμό, αντίθετα με το Μεσολόγγι που είχε μικρότερα αριστερά ποσοστά.
Το βιβλίο είναι ψύχραιμο και δεν αφορίζει κανέναν. Ως προς το διά ταύτα πάντως της αντιπαλότητας, δεν θα συμφωνήσουν όλοι με την ερμηνεία του συγγραφέα ότι πρόκειται λιγότερο για ταξικές –ή ακόμα και απλώς πολιτικές– διαφορές και περισσότερο για ένα «πατροπαράδοτο ελληνικό μίσος» που οφείλεται στην υπερβολική εγγύτητα: «ο Έλληνας είναι τόσο σφιχταγκαλιασμένος με τον συμπατριώτη του, η κοινότητα έχει τόση άπειρη πυκνότητα που δεν γίνεται, το αποτέλεσμα είναι ο Έλληνας να μισεί τον άλλο Έλληνα, να μην τον αντέχει, δεν μπορεί να τον υποφέρει, ειδικά όταν τα πράγματα πάνε στραβά (…). Κάτω από τις ιδεολογίες, πίσω από τα κηρύγματα και τους όρκους πίστης σε αγώνες εθνικούς, ταξικούς, θρησκευτικούς, το ξέρουμε καλά αυτό πια (…), κρύβεται ένας βόθρος από σκατά». Βέβαια αυτή η διατύπωση βρίσκεται στην καρδιά των σύγχρονων ιδεολογικών συζητήσεων περί Ιστορίας στην Ελλάδα.
Σχόλια(0)