

Στην αυγουστιάτικη Αθήνα, ένας συγγραφέας αναζητά την ηρωίδα του.
Οι Νύχτες με την Κάλλη ξεκινάνε με ένα τυχαίο συναπάντημα. Στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς όπου κάνει τα ψώνια του, ένας άντρας, ο αφηγητής της ιστορίας, αντιλαμβάνεται την παρουσία μιας γυναίκας που τον εντυπωσιάζει. Το ντύσιμό της μιας μόδας περασμένης και η γοητεία της σαν βγαλμένη από παλιά γαλλική ταινία. Ανάλογη είναι και η ηλικία της. Το ίδιο και η δική του. Θα την ξαναδεί, και πάλι τυχαία, το βράδυ της ίδιας ημέρας, να κάθεται μόνη της και να καπνίζει σ’ ένα παγκάκι στο προαύλιο μιας εκκλησίας και θα την παρακολουθήσει στην πορεία της στους δρόμους της συνοικίας, χωρίς να τολμήσει να της μιλήσει. Την πρωτοβουλία της συνάντησης και της γνωριμίας τους, μέρες αργότερα, θα την αναλάβει εκείνη τελικά.
Έναυσμα περισσότερο αλλά και μακρινή πηγή έμπνευσης, χαμένης στα νεανικά μου διαβάσματα, οι Λευκές Νύχτες του Φ. Ντοστογιέφσκι, μια αγαπημένη νουβέλα, η αφήγηση της οποίας κατανέμεται σε έξι κεφάλαια και διαρθρώνεται και πάει περίπου ως εξής: Ο ρομαντικός έρωτας ενός νέου, που είναι κι ο αφηγητής της ιστορίας, για μια νέα, την οποία συναντά τυχαία στον δρόμο του. Οι τέσσερις νύχτες των συναντήσεών τους. Η αφήγηση του ειδυλλίου της κοπέλας για κάποιον δεύτερο νεαρό, η άφιξη του οποίου εναγωνίως αναμένεται. Η ευτυχισμένη κατάληξη του έρωτά της γι’ αυτό τον άλλο νεαρό και, τέλος, η προοπτική της άδικης, θλιμμένης ζωής του αφηγητή και του γήρατος, που το βλέπει να επέρχεται: «[…] κι είδα τον εαυτό μου, όπως θα ήμουν ύστερα από δεκαπέντε χρόνια, γερασμένος, στο ίδιο δωμάτιο, έρημο και εκείνο…».
Στις Νύχτες με την Κάλλη το μοτίβο του τυχαίου συναπαντήματος (πόσο πρωτότυπο!) επαναλαμβάνεται. Το ίδιο και ο αριθμός των κεφαλαίων, ακόμα και οι τίτλοι τεσσάρων εξ αυτών. Όμως άλλες ουσιαστικές ομοιότητες δεν υπάρχουν, οι αναλογίες σταματούν εκεί ή περίπου εκεί, καθώς τα δεδομένα της αφήγησης είναι ολωσδιόλου διαφορετικά: το ζευγάρι των ηρώων «επανευρίσκεται» όταν τα 15 (και κάτι παραπάνω από 15) χρόνια έχουν ήδη περάσει, η προοπτική του έρωτα είναι πλέον αμφίβολη, ενώ και το τραυματικό παρελθόν –και των δύο ηρώων– διεκδικεί τα δικαιώματά του.
Να προσθέσω ότι, όπως και στις Λευκές Νύχτες, η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο: τοποθετώ την ιστορία της στα Πετράλωνα, γιατί εκεί ζω τα τελευταία 20 χρόνια, έχω ως ήρωα έναν συγγραφέα (επιθυμώντας να οικειοποιηθώ την ιδιότητα) και τον βάζω να συναντά στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς του μια γυναίκα που πολύ θα ήθελα κι εγώ για ηρωίδα μου.
Γιώργος Συμπάρδης
Οι Νύχτες με την Κάλλη ξεκινάνε με ένα τυχαίο συναπάντημα. Στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς όπου κάνει τα ψώνια του, ένας άντρας, ο αφηγητής της ιστορίας, αντιλαμβάνεται την παρουσία μιας γυναίκας που τον εντυπωσιάζει. Το ντύσιμό της μιας μόδας περασμένης και η γοητεία της σαν βγαλμένη από παλιά γαλλική ταινία. Ανάλογη είναι και η ηλικία της. Το ίδιο και η δική του. Θα την ξαναδεί, και πάλι τυχαία, το βράδυ της ίδιας ημέρας, να κάθεται μόνη της και να καπνίζει σ’ ένα παγκάκι στο προαύλιο μιας εκκλησίας και θα την παρακολουθήσει στην πορεία της στους δρόμους της συνοικίας, χωρίς να τολμήσει να της μιλήσει. Την πρωτοβουλία της συνάντησης και της γνωριμίας τους, μέρες αργότερα, θα την αναλάβει εκείνη τελικά.
Έναυσμα περισσότερο αλλά και μακρινή πηγή έμπνευσης, χαμένης στα νεανικά μου διαβάσματα, οι Λευκές Νύχτες του Φ. Ντοστογιέφσκι, μια αγαπημένη νουβέλα, η αφήγηση της οποίας κατανέμεται σε έξι κεφάλαια και διαρθρώνεται και πάει περίπου ως εξής: Ο ρομαντικός έρωτας ενός νέου, που είναι κι ο αφηγητής της ιστορίας, για μια νέα, την οποία συναντά τυχαία στον δρόμο του. Οι τέσσερις νύχτες των συναντήσεών τους. Η αφήγηση του ειδυλλίου της κοπέλας για κάποιον δεύτερο νεαρό, η άφιξη του οποίου εναγωνίως αναμένεται. Η ευτυχισμένη κατάληξη του έρωτά της γι’ αυτό τον άλλο νεαρό και, τέλος, η προοπτική της άδικης, θλιμμένης ζωής του αφηγητή και του γήρατος, που το βλέπει να επέρχεται: «[…] κι είδα τον εαυτό μου, όπως θα ήμουν ύστερα από δεκαπέντε χρόνια, γερασμένος, στο ίδιο δωμάτιο, έρημο και εκείνο…».
Στις Νύχτες με την Κάλλη το μοτίβο του τυχαίου συναπαντήματος (πόσο πρωτότυπο!) επαναλαμβάνεται. Το ίδιο και ο αριθμός των κεφαλαίων, ακόμα και οι τίτλοι τεσσάρων εξ αυτών. Όμως άλλες ουσιαστικές ομοιότητες δεν υπάρχουν, οι αναλογίες σταματούν εκεί ή περίπου εκεί, καθώς τα δεδομένα της αφήγησης είναι ολωσδιόλου διαφορετικά: το ζευγάρι των ηρώων «επανευρίσκεται» όταν τα 15 (και κάτι παραπάνω από 15) χρόνια έχουν ήδη περάσει, η προοπτική του έρωτα είναι πλέον αμφίβολη, ενώ και το τραυματικό παρελθόν –και των δύο ηρώων– διεκδικεί τα δικαιώματά του.
Να προσθέσω ότι, όπως και στις Λευκές Νύχτες, η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο: τοποθετώ την ιστορία της στα Πετράλωνα, γιατί εκεί ζω τα τελευταία 20 χρόνια, έχω ως ήρωα έναν συγγραφέα (επιθυμώντας να οικειοποιηθώ την ιδιότητα) και τον βάζω να συναντά στο σουπερμάρκετ της γειτονιάς του μια γυναίκα που πολύ θα ήθελα κι εγώ για ηρωίδα μου.
Γιώργος Συμπάρδης








