

Μια ληστεία, δύο άνεργοι μουσικοί κι ένα σχέδιο που πάει… πολύ στραβά!
Ξεκίνησα να γράφω τη Χόρα την ίδια εποχή που έπρεπε να εντατικοποιήσω την προσπάθεια για το διδακτορικό μου. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να ασχολούμαι κάθε μέρα δυο τρεις ώρες με το μυθιστόρημα και τουλάχιστον άλλες τόσες με τη διατριβή. Όταν κάνεις παράλληλα και δύο δουλειές για να βιοποριστείς και έχεις δύο μικρά παιδιά, καταλαβαίνεις ότι οι αριθμοί δεν βγαίνουν εύκολα.
Το ότι έγραφα μυθιστόρημα παράλληλα με τη διατριβή μπορεί να ακούγεται ψυχοφθόρο ή κάπως βαρύ, αλλά στην ουσία ήταν πολύ ευεργετικό από ψυχολογικής πλευράς, γιατί λειτουργούσε σαν μια φυσική βαλβίδα αποσυμπίεσης. Η ένταση από τη διατριβή ερχόταν να εκτονωθεί μέσα στο μυθιστόρημα.
Πριν ξεκινήσω το γράψιμο και έχοντας στον νου την εμπειρία από το προηγούμενο μυθιστόρημά μου, την Τέλεση, έδωσα όρκο στον εαυτό μου να μην ξαναγράψω μυθοπλασία με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, γιατί είναι φοβερά περιοριστική και πολύ απαιτητική. Στη Χόρα πάτησα γρήγορα τον όρκο μου. Έβαλα έξι κεντρικούς πρωτοπρόσωπους αφηγητές να μας λένε την ιστορία από τη δική τους οπτική γωνία, καθώς και ένα σωρό άλλους περιφερειακούς. Γιατί το έκανα αυτό στον εαυτό μου; Γιατί το έργο «ήθελε» να γραφτεί με αυτόν τον τρόπο.
Η φόρμα του έργου βρέθηκε από πολύ νωρίς και αυτό είναι κάτι που σου λύνει πάντα τα χέρια. Το είχε πει σε μια εκδήλωση ο συγγραφέας Γιάννης Νικολούδης και το βρήκα πολύ εύστοχο. Άπαξ και βρεις τη φόρμα, δηλαδή το πώς θα ειπωθεί η ιστορία, το σχήμα της, τη μορφή της, η πλοκή, οι χαρακτήρες και το θέμα έρχονται και κολλάνε πολύ ομαλά, πολύ οργανικά. Και το να βρεις τη φόρμα καμιά φορά είναι θέμα τύχης. Στη Χόρα το κατάλαβα.
Γράφοντας ένα μυθιστόρημα, έχω πάντα στον νου μου δυο τρία έργα αναφοράς, που μπορεί εξωτερικά να μην έχουν ιδιαίτερη σχέση με το κείμενό μου, αλλά για μένα λειτουργούν κάπως ως οδοδείκτες για την αφήγηση, την αισθητική, το κλίμα και το θέμα που με απασχολεί. Τέτοια έργα ήταν το Στον βυθό του Γκόρκι, όπως και ο Παίκτης και οι Σημειώσεις από το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι.
Ο Peter Mackridge αναφέρει κάπου ότι πολλά έργα, από τις αρχές του εικοστού αιώνα και έπειτα, δανείζονταν δομές από άλλα καλλιτεχνικά πεδία και ιδιαίτερα από τη μουσική. Έτσι, έχουμε τη Σονάτα των Φαντασμάτων του Στρίντμπεργκ, την Εαρινή συμφωνία του Ζιντ, αλλά και τους τζαζ αυτοσχεδιασμούς της Τόνι Μόρισον. Στην ελληνική λογοτεχνία υπάρχουν επίσης τέτοια παραδείγματα, όπως το Contre-Temps της Μιμίκας Κρανάκη ή η Εσωτερική συμφωνία του Στέλιου Ξεφλούδα.
Η Χόρα ήθελα, τηρουμένων των αναλογιών, να αντλήσει στοιχεία από αυτή την παράδοση. Έτσι, προσπάθησα να βρω κάποιες δομικές αντιστοιχίες ανάμεσα στο κείμενο που σχηματιζόταν και στον ομώνυμο οργανικό μουσικό σκοπό, ο οποίος, με καταγωγή από τη Ρουμανία, παίζεται σε όλα τα Βαλκάνια και χρησιμοποιείται συχνά από τους οργανοπαίχτες παραδοσιακής μουσικής ως μέθοδος εξάσκησης της δεξιοτεχνίας τους. Ένα βασικό χαρακτηριστικό της μελωδίας είναι ότι κάθε φορά που επαναλαμβάνεται από την αρχή παίζεται όλο και πιο γρήγορα.
Η επιλογή του τίτλου και η σχέση του με ένα βαλκανικό οργανικό τραγούδι έδωσε κατεύθυνση και στην ίδια την ιστορία. Όσα γίνονται, διαδραματίζονται στην Αθήνα, στην καρδιά της κρίσης, ενώ κάποια γεγονότα λαμβάνουν χώρα και στην Κρήτη. Ωστόσο καταλύτες για τα όσα συμβαίνουν είναι κυρίως οι άνθρωποι του βορρά, για αυτό και το μπάλκαν στοιχείο κυριαρχεί στους χαρακτήρες και στις καταστάσεις.
Φώτης Δούσος
Ξεκίνησα να γράφω τη Χόρα την ίδια εποχή που έπρεπε να εντατικοποιήσω την προσπάθεια για το διδακτορικό μου. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να ασχολούμαι κάθε μέρα δυο τρεις ώρες με το μυθιστόρημα και τουλάχιστον άλλες τόσες με τη διατριβή. Όταν κάνεις παράλληλα και δύο δουλειές για να βιοποριστείς και έχεις δύο μικρά παιδιά, καταλαβαίνεις ότι οι αριθμοί δεν βγαίνουν εύκολα.
Το ότι έγραφα μυθιστόρημα παράλληλα με τη διατριβή μπορεί να ακούγεται ψυχοφθόρο ή κάπως βαρύ, αλλά στην ουσία ήταν πολύ ευεργετικό από ψυχολογικής πλευράς, γιατί λειτουργούσε σαν μια φυσική βαλβίδα αποσυμπίεσης. Η ένταση από τη διατριβή ερχόταν να εκτονωθεί μέσα στο μυθιστόρημα.
Πριν ξεκινήσω το γράψιμο και έχοντας στον νου την εμπειρία από το προηγούμενο μυθιστόρημά μου, την Τέλεση, έδωσα όρκο στον εαυτό μου να μην ξαναγράψω μυθοπλασία με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, γιατί είναι φοβερά περιοριστική και πολύ απαιτητική. Στη Χόρα πάτησα γρήγορα τον όρκο μου. Έβαλα έξι κεντρικούς πρωτοπρόσωπους αφηγητές να μας λένε την ιστορία από τη δική τους οπτική γωνία, καθώς και ένα σωρό άλλους περιφερειακούς. Γιατί το έκανα αυτό στον εαυτό μου; Γιατί το έργο «ήθελε» να γραφτεί με αυτόν τον τρόπο.
Η φόρμα του έργου βρέθηκε από πολύ νωρίς και αυτό είναι κάτι που σου λύνει πάντα τα χέρια. Το είχε πει σε μια εκδήλωση ο συγγραφέας Γιάννης Νικολούδης και το βρήκα πολύ εύστοχο. Άπαξ και βρεις τη φόρμα, δηλαδή το πώς θα ειπωθεί η ιστορία, το σχήμα της, τη μορφή της, η πλοκή, οι χαρακτήρες και το θέμα έρχονται και κολλάνε πολύ ομαλά, πολύ οργανικά. Και το να βρεις τη φόρμα καμιά φορά είναι θέμα τύχης. Στη Χόρα το κατάλαβα.
Γράφοντας ένα μυθιστόρημα, έχω πάντα στον νου μου δυο τρία έργα αναφοράς, που μπορεί εξωτερικά να μην έχουν ιδιαίτερη σχέση με το κείμενό μου, αλλά για μένα λειτουργούν κάπως ως οδοδείκτες για την αφήγηση, την αισθητική, το κλίμα και το θέμα που με απασχολεί. Τέτοια έργα ήταν το Στον βυθό του Γκόρκι, όπως και ο Παίκτης και οι Σημειώσεις από το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι.
Ο Peter Mackridge αναφέρει κάπου ότι πολλά έργα, από τις αρχές του εικοστού αιώνα και έπειτα, δανείζονταν δομές από άλλα καλλιτεχνικά πεδία και ιδιαίτερα από τη μουσική. Έτσι, έχουμε τη Σονάτα των Φαντασμάτων του Στρίντμπεργκ, την Εαρινή συμφωνία του Ζιντ, αλλά και τους τζαζ αυτοσχεδιασμούς της Τόνι Μόρισον. Στην ελληνική λογοτεχνία υπάρχουν επίσης τέτοια παραδείγματα, όπως το Contre-Temps της Μιμίκας Κρανάκη ή η Εσωτερική συμφωνία του Στέλιου Ξεφλούδα.
Η Χόρα ήθελα, τηρουμένων των αναλογιών, να αντλήσει στοιχεία από αυτή την παράδοση. Έτσι, προσπάθησα να βρω κάποιες δομικές αντιστοιχίες ανάμεσα στο κείμενο που σχηματιζόταν και στον ομώνυμο οργανικό μουσικό σκοπό, ο οποίος, με καταγωγή από τη Ρουμανία, παίζεται σε όλα τα Βαλκάνια και χρησιμοποιείται συχνά από τους οργανοπαίχτες παραδοσιακής μουσικής ως μέθοδος εξάσκησης της δεξιοτεχνίας τους. Ένα βασικό χαρακτηριστικό της μελωδίας είναι ότι κάθε φορά που επαναλαμβάνεται από την αρχή παίζεται όλο και πιο γρήγορα.
Η επιλογή του τίτλου και η σχέση του με ένα βαλκανικό οργανικό τραγούδι έδωσε κατεύθυνση και στην ίδια την ιστορία. Όσα γίνονται, διαδραματίζονται στην Αθήνα, στην καρδιά της κρίσης, ενώ κάποια γεγονότα λαμβάνουν χώρα και στην Κρήτη. Ωστόσο καταλύτες για τα όσα συμβαίνουν είναι κυρίως οι άνθρωποι του βορρά, για αυτό και το μπάλκαν στοιχείο κυριαρχεί στους χαρακτήρες και στις καταστάσεις.
Φώτης Δούσος






