

«Το παιδί του Διαβόλου» του Πέτρου Τατσόπουλου
Οφείλω να ομολογήσω πως τέσσερις διαφορετικές κινητήριες δυνάμεις συνενώθηκαν προκειμένου να καθίσω και να γράψω το Παιδί του Διαβόλου: η οργή, το βίωμα, η έρευνα και η σιωπή.
Με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι η οργή είναι δημιουργικό κίνητρο, αρκεί να μην τη διοχετεύεις σε καταστροφικά κανάλια. Εν προκειμένω, πυροκροτητής στην οργή μου ήταν η διεστραμμένη αίσθηση «κανονικότητας» που κατάφερε η Εκκλησία να επιβάλει στην καθημερινότητά μας: αδιανόητες τερατολογίες –«παραμύθια για μικρά παιδιά» στην κυριολεξία– να εκλαμβάνονται ως αυτονόητες και αυταπόδεικτες «αλήθειες», φτάνει να «πιστεύεις» σε αυτές, ενόσω, στους αντίποδες, κάθε απόπειρα άρθρωσης «ορθού λόγου» αντιμετωπίζεται ως ολομέτωπη επίθεση στο δικαίωμά μας να «πιστεύουμε» σε όποια τερατολογία μάς σερβίρεται από τη νηπιακή ακόμα ηλικία. Ωστόσο το πραγματικό λάδι στη φωτιά της οργής μου ήταν η διαπίστωση ότι πίσω από και πάνω σε αυτή τη νοσηρή αίσθηση «κανονικότητας» είχε στηθεί ένας θηριώδης εισπρακτικός μηχανισμός με απάτες «θαυμάτων» και ανεξέλεγκτα «ιερά λείψανα». Η οργή μου έπιανε ταβάνι όποτε κυριευόμουν από την ίδια λύσσα με τον πιτσιρικά στο παραμύθι του Άντερσεν: εγώ έδειχνα τον γυμνό βασιλιά και οι άλλοι κοιτούσαν το δάχτυλο. Ως εκ τούτου το Παιδί του Διαβόλου είναι ένα βιβλίο πολεμικής – και δεν το κρύβει: είμαι αθεράπευτος νοσταλγός της εποχής που οι άνθρωποι δεν ήταν βυθισμένοι σε ένα τέλμα αδιαφορίας ή / και κυνισμού, αλλά πολεμούσαν για τις απόψεις τους.
Είναι φανερό, λοιπόν, πως χωρίς το προσωπικό βίωμα, ιδίως τα τελευταία πέντε χρόνια, η οργή μου θα έμενε απότιστη και θα ξεραινόταν. Όσα μου συνέβησαν –από τον παρά τρίχα θάνατό μου σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση έως τη νυχτερινή σύλληψή μου για «αμφισβήτηση θαύματος»– επέτειναν την εντύπωσή μου ότι κανένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να συναγωνιστεί τον εξωφρενικό σουρεαλισμό της «αληθινής ζωής». Το μόνο που έλειπε ήταν να μαζέψω όλα αυτά τα σκόρπια θραύσματα «ερεθισμάτων», «ειδήσεων», «βιωμάτων» και να τα συναρμόσω σε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Μια ιστορία όπου η οργή –όπως ακριβώς και στην «αληθινή ζωή»– θα γλυκαίνει μονάχα από την αίσθηση του χιούμορ: τίποτε από όσα εξιστορώ δεν παύει, εκτός από ενοχλητικό, να είναι ταυτόχρονα και ξεκαρδιστικά γελοίο.
Αν ήθελα όμως να τα καταφέρω, δεν αρκούσαν ούτε η οργή ούτε το βίωμα. Χρειαζόταν και μια γερή δόση έρευνας σε πράγματα, ιστορίες και καταστάσεις που δεν βίωσα από πρώτο χέρι, αλλά θα έπρεπε να τα μελετήσω και να τα διπλοτσεκάρω προτού τα μοιραστώ με τους αναγνώστες. Το Παιδί του Διαβόλου δεν είναι ένα αφήγημα που ζητάει από όσους το διαβάσουν να «πιστέψουν» στα λεγόμενά μου. Απεναντίας, τους καλεί να το διαβάσουν με κριτική διάθεση και να εντοπίσουν τα πιθανά λάθη, τις αστοχίες ή τις αβλεψίες μου.
Τέλος, το Παιδί του Διαβόλου είναι –στην πρόθεσή μου τουλάχιστον– ένα αντίδοτο για τη σιωπή. Μπορεί η σιωπή της κοσμικής πολιτείας να μην έχει τα ίδια κίνητρα με τη σιωπή των δικαστικών αρχών ή με τη σιωπή της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και οι τρεις σιωπές –η καθεμία με τον τρόπο της– συντηρούν, υποθάλπουν και διαιωνίζουν το μεγαλύτερο διαχρονικό θρησκευτικό, πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο. Θα είμαι ευτυχής εάν το Παιδί του Διαβόλου συμβάλει έστω και στο ελάχιστο ώστε να ραγίσει το τείχος της σιωπής.
Πέτρος Τατσόπουλος
Οφείλω να ομολογήσω πως τέσσερις διαφορετικές κινητήριες δυνάμεις συνενώθηκαν προκειμένου να καθίσω και να γράψω το Παιδί του Διαβόλου: η οργή, το βίωμα, η έρευνα και η σιωπή.
Με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι η οργή είναι δημιουργικό κίνητρο, αρκεί να μην τη διοχετεύεις σε καταστροφικά κανάλια. Εν προκειμένω, πυροκροτητής στην οργή μου ήταν η διεστραμμένη αίσθηση «κανονικότητας» που κατάφερε η Εκκλησία να επιβάλει στην καθημερινότητά μας: αδιανόητες τερατολογίες –«παραμύθια για μικρά παιδιά» στην κυριολεξία– να εκλαμβάνονται ως αυτονόητες και αυταπόδεικτες «αλήθειες», φτάνει να «πιστεύεις» σε αυτές, ενόσω, στους αντίποδες, κάθε απόπειρα άρθρωσης «ορθού λόγου» αντιμετωπίζεται ως ολομέτωπη επίθεση στο δικαίωμά μας να «πιστεύουμε» σε όποια τερατολογία μάς σερβίρεται από τη νηπιακή ακόμα ηλικία. Ωστόσο το πραγματικό λάδι στη φωτιά της οργής μου ήταν η διαπίστωση ότι πίσω από και πάνω σε αυτή τη νοσηρή αίσθηση «κανονικότητας» είχε στηθεί ένας θηριώδης εισπρακτικός μηχανισμός με απάτες «θαυμάτων» και ανεξέλεγκτα «ιερά λείψανα». Η οργή μου έπιανε ταβάνι όποτε κυριευόμουν από την ίδια λύσσα με τον πιτσιρικά στο παραμύθι του Άντερσεν: εγώ έδειχνα τον γυμνό βασιλιά και οι άλλοι κοιτούσαν το δάχτυλο. Ως εκ τούτου το Παιδί του Διαβόλου είναι ένα βιβλίο πολεμικής – και δεν το κρύβει: είμαι αθεράπευτος νοσταλγός της εποχής που οι άνθρωποι δεν ήταν βυθισμένοι σε ένα τέλμα αδιαφορίας ή / και κυνισμού, αλλά πολεμούσαν για τις απόψεις τους.
Είναι φανερό, λοιπόν, πως χωρίς το προσωπικό βίωμα, ιδίως τα τελευταία πέντε χρόνια, η οργή μου θα έμενε απότιστη και θα ξεραινόταν. Όσα μου συνέβησαν –από τον παρά τρίχα θάνατό μου σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση έως τη νυχτερινή σύλληψή μου για «αμφισβήτηση θαύματος»– επέτειναν την εντύπωσή μου ότι κανένα μυθιστόρημα δεν μπορεί να συναγωνιστεί τον εξωφρενικό σουρεαλισμό της «αληθινής ζωής». Το μόνο που έλειπε ήταν να μαζέψω όλα αυτά τα σκόρπια θραύσματα «ερεθισμάτων», «ειδήσεων», «βιωμάτων» και να τα συναρμόσω σε μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Μια ιστορία όπου η οργή –όπως ακριβώς και στην «αληθινή ζωή»– θα γλυκαίνει μονάχα από την αίσθηση του χιούμορ: τίποτε από όσα εξιστορώ δεν παύει, εκτός από ενοχλητικό, να είναι ταυτόχρονα και ξεκαρδιστικά γελοίο.
Αν ήθελα όμως να τα καταφέρω, δεν αρκούσαν ούτε η οργή ούτε το βίωμα. Χρειαζόταν και μια γερή δόση έρευνας σε πράγματα, ιστορίες και καταστάσεις που δεν βίωσα από πρώτο χέρι, αλλά θα έπρεπε να τα μελετήσω και να τα διπλοτσεκάρω προτού τα μοιραστώ με τους αναγνώστες. Το Παιδί του Διαβόλου δεν είναι ένα αφήγημα που ζητάει από όσους το διαβάσουν να «πιστέψουν» στα λεγόμενά μου. Απεναντίας, τους καλεί να το διαβάσουν με κριτική διάθεση και να εντοπίσουν τα πιθανά λάθη, τις αστοχίες ή τις αβλεψίες μου.
Τέλος, το Παιδί του Διαβόλου είναι –στην πρόθεσή μου τουλάχιστον– ένα αντίδοτο για τη σιωπή. Μπορεί η σιωπή της κοσμικής πολιτείας να μην έχει τα ίδια κίνητρα με τη σιωπή των δικαστικών αρχών ή με τη σιωπή της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και οι τρεις σιωπές –η καθεμία με τον τρόπο της– συντηρούν, υποθάλπουν και διαιωνίζουν το μεγαλύτερο διαχρονικό θρησκευτικό, πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο. Θα είμαι ευτυχής εάν το Παιδί του Διαβόλου συμβάλει έστω και στο ελάχιστο ώστε να ραγίσει το τείχος της σιωπής.
Πέτρος Τατσόπουλος






