Ο πρωταγωνιστής του διηγήματος της Μάνσφιλντ ξεκινάει την πρωτοπρόσωπη αφήγησή του με αρνήσεις «Δεν ξέρω...», «Δεν πιστεύω...», «Μη φανταστείτε...». Κι όντως ο αναγνώστης δεν ξέρει και μάλλον δεν πολυπιστεύει τον μονόλογο του ανθρώπου αυτού που αυτοπροσδιορίζεται ως γέννημα θρέμμα Γάλλος και λογοτέχνης, μολονότι οι ιδιότητες τίθενται εν αμφιβόλω κατά τη διάρκεια της αφήγησης. Εντούτοις, κι ας προτρέπει να μην το πράξουν, είναι απαραίτητο οι αναγνώστες να χρησιμοποιήσουν τη φαντασία τους, προκειμένου να συμπληρώσουν τα κενά της αφήγησης που είναι επί τούτω αρκετά (επιτείνοντας την απόλαυση του ενεργητικού αναγνώστη).
Το εξαιρετικό αυτό μικρό δείγμα Μοντερνισμού αποτελεί τον άριστα δομημένο μονόλογο ενός αναξιόπιστου αφηγητή – όχι, δεν υπάρχει καμία αντίφαση σ’ αυτό, δεδομένου ότι η συγγραφέας δομεί το υλικό της με αξιοθαύμαστο τρόπο. Αλαζόνας και υπερφίαλος, κινείται στις παρυφές του πολιτισμένου Παρισιού, σε χώρους που δεν συνάδουν με την εικόνα που επιθυμεί να παρουσιάσει, συναναστρεφόμενος με άτομα τα οποία, αν δεν περιγράφει με μελανά χρώματα, σίγουρα κρίνει ως ανάξιά του.
Η κρίσιμη καμπή στην αφήγηση θα έρθει τη στιγμή που ενόσω βρίσκεται στο καφέ-στέκι του θα ανασύρει ένα χαρτί με μια πρόταση: «Δεν ομιλώ γαλλικά». Τότε ξεκινά ουσιαστικά η αφήγηση ή η ανάμνηση – δύσκολο να διακρίνει κάποιος. Η συγκεκριμένη πρόταση στα γαλλικά είναι εκείνη που γεννά όσα έπονται υπό μορφή διήγησης ή είναι απλά το κλειδί που ξεκλείδωσε όσα έλαβαν χώρα στο παρελθόν; Σε κάθε περίπτωση ο άντρας εκείνη τη στιγμή αποκτά υπόσταση («Το όνομά μου είναι Ραούλ Ντικέτ. Είμαι 26 χρονών και Παριζιάνος) και ιστορία, δηλαδή παρελθόν, το οποίο ξεκινά να αφηγείται με τη χαρακτηριστική του υπεροπτική χάρη και χιούμορ.
Για αρχή, το παιδικό του παρελθόν κρύβει μια ιστορία κακοποίησης, την οποία ακολουθεί ένα χρονικό άλμα που μας οδηγεί στο πρόσφατο παρελθόν του. Μαθαίνουμε ότι είναι συγγραφέας επιτυχημένων και σοβαρών βιβλίων, τα οποία σε αντιστοιχία με την ατμόσφαιρα του έργου, φέρουν δυσοίωνους τίτλους. Στη συνέχεια θα γνωρίσει έναν Άγγλο, τον Ντικ, με τον οποίο θα συνδεθεί με στενή φιλία, η οποία θα λάβει ασαφείς διαστάσεις εξάρτησης – μία ακόμα αμφισημία, σεξουαλικής φύσης, όπως συμβαίνει εξάλλου σε όλο το διήγημα που αμφιταλαντεύεται δίχως να διαυγάζει όσο προχωρά η πλοκή.
Θα ακολουθήσει η νεαρή κοπέλα, φίλη του Ντικ, που δεν ομιλεί τη γαλλική –μια ακόμα παρερμηνεία εν μέσω άλλων πολλών–, με το απωθητικό υποκοριστικό «Ποντικάκι», η οποία θα συγκινήσει ερωτικά τον αμφιβόλου ερωτικής ταυτότητας ήρωά μας. Όταν ο Ντικ επανέλθει στα πάτρια για παιδαριώδη λόγο (αδυνατεί να προδώσει τη μητέρα του προδίδοντας την ερωμένη του), ο Παριζιάνος μας δεν θα αναλάβει τον ρόλο του κι απλά θα εξαφανιστεί στο ψέμα (ή την πραγματικότητα, εξαρτάται από την οπτική γωνία) του, επιστρέφοντας στο γνωστό του στέκι, όπου από λογοτέχνης μετατρέπεται στην προτελευταία παράγραφο σε μαστροπό-παραχαράκτη της αλήθειας.
Η αφήγηση θα κλείσει κάπου εκεί. Ο αναγνώστης κατανοεί εν τέλει ότι όσα διάβασε είναι μυθοπλασία, ένα ψέμα μέσα σε ένα άλλο ψέμα, το οποίο βεβαίως περιέχει ψήγματα αλήθειας ώστε να γίνει αποδεκτό. Ακριβώς, δηλαδή, όπως συμβαίνει όποτε η ζωή μετατρέπεται σε τέχνη ή όταν η τέχνη περιγελά τη ζωή.
Σχόλια(0)