Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Ιούλιος 2026: Το βιβλίο του μήνα
Ιούλιος 2026: Το βιβλίο του μήνα
Ιούλιος 2026: Το βιβλίο του μήνα

Ιούλιος 2026: Το βιβλίο του μήνα

15/7/2026
«Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» είναι ένα τολμηρό κείμενο που μιλάει για τη ζωή ανάμεσα σε δύο ασύμβατους κόσμους, όπου το φύλο, η επιθυμία και η ελληνική επαρχία μπαίνουν στο μικροσκόπιο της Λένας Κιτσοπούλου.

Το βιβλίο του μήνα


 

Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης

Η Κική επιστρέφει στα 33 της στην επαρχιακή κωμόπολη όπου μεγάλωσε μέχρι τα 13, ώστε να ζήσει εκεί. Όμως το όνομά της πλέον είναι Λάμπρος, οπότε ο Λάμπρος που ήταν κάποτε Κική επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του για να ξαναπέσει πάνω στον έρωτα της ζωής του, αυτόν που ως κοριτσάκι άφησε πίσω, για να ξανατραυματιστεί θανάσιμα από τον ίδιο έρωτα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, για να παλέψει ο αρσενικός εαυτός με τον θηλυκό μέσα στο ίδιο σώμα, όπου η συνύπαρξη και η σφαγή είναι αναπόφευκτες, ακόμα και σε άτομα που γεννιούνται και πεθαίνουν με την ίδια ταυτότητα.
Ξεφυλλίστε ΕΔΩ κάποιες σελίδες.


«Μ’ άρεσε οτιδήποτε είχε να μου προσφέρει η Ελλάδα των σκυλιών, των κακών πλαστικών επεμβάσεων και των καφενείων. Τα ελληνικά ανάπηρα γατιά. Τα βγαλμένα τους μάτια και η καλοσύνη τους. Μ’ άρεσαν. Τα ελληνικά σκουπίδια πεταμένα έξω από τους κάδους. Η ελληνική σκόνη πάνω στις γυαλιστερές μπάρες. Μ’ άρεσε το μισογεμάτο ποτήρι με το κατουρλιό δίπλα στον φραπέ με το μασημένο καλαμάκι. Μ’ άρεσε η νύχτα όταν μπλεκόταν με τη μέρα. Και το ανάποδο. Τα γεμάτα τασάκια. Το χρώμα του κραγιόν στις σβησμένες γόπες. Το σώμα μου πάνω σε διάφορες καρέκλες να γέρνει, να μη γέρνει, να περιμένει, να σκύβει, να σκέφτεται».

Απόσπασμα από το βιβλίο




ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Λένα Κιτσοπούλου αποκαλύπτει την προσωπική της σύνδεση με το έργο της:
«Η νουβέλα τοποθετείται μέσα στην ελληνική επαρχία, γιατί όταν περνάω πολλές φορές με το αυτοκίνητο μέσα από κάτι χωριά ή μικρές κωμοπόλεις, ειδικά κάτι μεσημέρια που όλα είναι νεκρά και βλέπω ένα βενζινάδικο, δίπλα ένα μίνι μάρκετ, δίπλα ένα καφενείο με δυο τρία άτομα, δίπλα το περίπτερο, και γενικά δεν κινείται τίποτα, λες και έχει σταματήσει ο χρόνος, σκέφτομαι πάντα πόσες σφαγές είναι έτοιμες να γίνουν εδώ πέρα, πόσες. Όσο πιο μικρό και φαινομενικά άκακο το μέρος τόσο πιο οργισμένο το πλήθος που δεν φαίνεται στο κάδρο. Αυτό βλέπουμε και σε έναν πίνακα του Χόπερ, αυτό βλέπουμε και σε έναν μόνο άνθρωπο μέσα στην Εντατική ενός νοσοκομείου αν του δώσουμε σημασία. Τι έχει προηγηθεί πριν από αυτή την ησυχία. Ή πόσα πρόσωπα και τοπία και πάρτι πηγαινοέρχονται μέσα στο κεφάλι αυτού του ανθρώπου που ίσα που αναπνέει κάτω από τη μάσκα του».

Διαβάστε ΕΔΩ όσα αποκαλύπτει η συγγραφέας για το βιβλίο της.

Σε συνέντευξή της στον Δημήτρη Αθανασιάδη και την Athens
Voice η Λένα Κιτσοπούλου δηλώνει:
«Είμαι της νύχτας. Έχω βγει πάρα πολύ στη ζωή μου, χωρίς σταματημό. Γράφω όμως όταν ξυπνάω, ό,τι ώρα κι αν είναι αυτό, γιατί πρέπει να έχω καθαρό κεφάλι. Δεν μπορώ να πεταχτώ στο σούπερ μάρκετ και να γυρίσω να γράψω. Αν μου σπάσει κάτι τη ροή, χάθηκε. Με το που αρχίζει και πέφτει το φως, εκεί γίνομαι άλλος άνθρωπος. Θέλω να βγω έξω, να μη χάσω κάτι. Είμαι της νύχτας, κι όταν δεν είναι νύχτα, είμαι της δράσης, είτε με τη σκέψη είτε με τα χέρια μου. Δεν μπορώ να κοιτάω το ταβάνι πέντε ώρες. Πρέπει κάτι να κάνω. Ακόμα και σε μια ερημιά να είμαι, θα βρω δύο ξυλαράκια και θα σκεφτώ πώς να φτιάξω κάτι. Συνέχεια κάτι. Συνέχεια δημιουργία».


Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρη τη συνέντευξη.Παρακολουθήστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η συγγραφέας στη Σταυρούλα Παπασπύρου και στο podcast της LiFO «Λίγη ζωή»


ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Στο γνωστό “κιτσοπουλικό” ύφος, το σαρωτικό, το αυθάδες, το κόντρα στο κατεστημένο και στον συντηρητισμό, με γλώσσα που τσακίζει κόκαλα, που καταλύει ήθη και σεμνοτυφίες, πολιτική ορθότητα και κάθε στερεότυπο, με αφήγηση εναλλασσόμενη από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο, αφήγηση ιλιγγιώδη, διεστραμμένη, χειμαρρώδη, ρηξικέλευθη, ερωτεύσιμη, που ισορροπεί μεταξύ του γκροτέσκο και του σπαρακτικά τραγικού, μια αφηγηματική δίνη που σαρώνει και δεν αφήνει τίποτα όρθιο, που καρναβαλίζει την ελληνική πραγματικότητα».

Γιάννης Δρούγος, ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ


«
Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης είναι μια νουβέλα για τη δυσκολία τού να υπάρξει κανείς μέσα σε ένα σώμα, μέσα σε μια μνήμη και μέσα σε μια κοινωνία που απαιτεί σαφείς ορισμούς. Η λογοτεχνία της Κιτσοπούλου δεν είναι ούτε εύκολη ούτε “ευχάριστη” με συμβατικούς όρους. Διατηρεί μια σπάνια ένταση, επειδή γράφεται σαν να διακυβεύεται πάντα κάτι υπαρξιακά επείγον».
Διονύσης Μαρίνος, BOOK
PRESS

«Η Κιτσοπούλου επέστρεψε στην πεζογραφία, διατηρώντας πλήρη κι ανέπαφο τον δημιουργικό της εαυτό και τη συνήθεια να λέει, με αυθάδεια και ωμότητα, αλήθειες που πονάνε, εξοργίζουν, ταράζουν τα έθη κι ερεθίζουν τα ήθη».

Ναταλί Χατζηαντωνίου, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

  1. «Μόνο οι γάτες είδανε τι πραγματικά ένιωθε ο Λάμπρος, καθώς μιλούσε και ρωτούσε επίμονα για τον Θανάση, και η μαύρη γάτα είπε στη μαυρόασπρη ότι αυτός δεν πάει καλά. Και η μαυρόασπρη είπε στη μαύρη, καλέ, ποιος αυτός, ποιος αυτός, δεν βλέπεις ότι είναι γυναίκα; Δεν βλέπεις τα σκέλια του ότι είναι γυναικεία; Και οι γάτες καταλάβανε τα πάντα όσο ο Λάμπρος μιλούσε και ρωτούσε για τον Θανάση, αλλά άντε τώρα να μιλήσει η γάτα, άντε να την καταλάβεις, άντε να πιάσεις κουβέντα με γάτα» (σελ. 62). Με αφορμή τη συγκεκριμένη σκηνή και το τέλος της ιστορίας, συζητήστε τον ρόλο που επιτελούν στην αφήγηση οι γάτες. Πώς λειτουργούν ως σύμβολο και τι αποκαλύπτουν για το έμφυλο βίωμα του πρωταγωνιστή;
  2. Σχολιάστε τον τρόπο με τον οποίο γελούν οι διαφορετικοί χαρακτήρες του βιβλίου (ο Λάμπρος, η μητέρα του και η Χριστίνα). Κανενός το γέλιο δεν φαίνεται να πηγάζει από θετικά συναισθήματα. Πώς ερμηνεύετε αυτή την επιλογή της συγγραφέα;
  3. Ποιον ρόλο επιτελούν οι εναλλαγές προσώπου στην αφήγηση; Πώς επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορία; Υπάρχει τελικά ένας αξιόπιστος αφηγητής στο κείμενο;

Το βιβλίο του μήνα


 

Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης

Η Κική επιστρέφει στα 33 της στην επαρχιακή κωμόπολη όπου μεγάλωσε μέχρι τα 13, ώστε να ζήσει εκεί. Όμως το όνομά της πλέον είναι Λάμπρος, οπότε ο Λάμπρος που ήταν κάποτε Κική επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του για να ξαναπέσει πάνω στον έρωτα της ζωής του, αυτόν που ως κοριτσάκι άφησε πίσω, για να ξανατραυματιστεί θανάσιμα από τον ίδιο έρωτα που δεν ξεπεράστηκε ποτέ, για να παλέψει ο αρσενικός εαυτός με τον θηλυκό μέσα στο ίδιο σώμα, όπου η συνύπαρξη και η σφαγή είναι αναπόφευκτες, ακόμα και σε άτομα που γεννιούνται και πεθαίνουν με την ίδια ταυτότητα.
Ξεφυλλίστε ΕΔΩ κάποιες σελίδες.


«Μ’ άρεσε οτιδήποτε είχε να μου προσφέρει η Ελλάδα των σκυλιών, των κακών πλαστικών επεμβάσεων και των καφενείων. Τα ελληνικά ανάπηρα γατιά. Τα βγαλμένα τους μάτια και η καλοσύνη τους. Μ’ άρεσαν. Τα ελληνικά σκουπίδια πεταμένα έξω από τους κάδους. Η ελληνική σκόνη πάνω στις γυαλιστερές μπάρες. Μ’ άρεσε το μισογεμάτο ποτήρι με το κατουρλιό δίπλα στον φραπέ με το μασημένο καλαμάκι. Μ’ άρεσε η νύχτα όταν μπλεκόταν με τη μέρα. Και το ανάποδο. Τα γεμάτα τασάκια. Το χρώμα του κραγιόν στις σβησμένες γόπες. Το σώμα μου πάνω σε διάφορες καρέκλες να γέρνει, να μη γέρνει, να περιμένει, να σκύβει, να σκέφτεται».

Απόσπασμα από το βιβλίο




ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η Λένα Κιτσοπούλου αποκαλύπτει την προσωπική της σύνδεση με το έργο της:
«Η νουβέλα τοποθετείται μέσα στην ελληνική επαρχία, γιατί όταν περνάω πολλές φορές με το αυτοκίνητο μέσα από κάτι χωριά ή μικρές κωμοπόλεις, ειδικά κάτι μεσημέρια που όλα είναι νεκρά και βλέπω ένα βενζινάδικο, δίπλα ένα μίνι μάρκετ, δίπλα ένα καφενείο με δυο τρία άτομα, δίπλα το περίπτερο, και γενικά δεν κινείται τίποτα, λες και έχει σταματήσει ο χρόνος, σκέφτομαι πάντα πόσες σφαγές είναι έτοιμες να γίνουν εδώ πέρα, πόσες. Όσο πιο μικρό και φαινομενικά άκακο το μέρος τόσο πιο οργισμένο το πλήθος που δεν φαίνεται στο κάδρο. Αυτό βλέπουμε και σε έναν πίνακα του Χόπερ, αυτό βλέπουμε και σε έναν μόνο άνθρωπο μέσα στην Εντατική ενός νοσοκομείου αν του δώσουμε σημασία. Τι έχει προηγηθεί πριν από αυτή την ησυχία. Ή πόσα πρόσωπα και τοπία και πάρτι πηγαινοέρχονται μέσα στο κεφάλι αυτού του ανθρώπου που ίσα που αναπνέει κάτω από τη μάσκα του».

Διαβάστε ΕΔΩ όσα αποκαλύπτει η συγγραφέας για το βιβλίο της.

Σε συνέντευξή της στον Δημήτρη Αθανασιάδη και την Athens
Voice η Λένα Κιτσοπούλου δηλώνει:
«Είμαι της νύχτας. Έχω βγει πάρα πολύ στη ζωή μου, χωρίς σταματημό. Γράφω όμως όταν ξυπνάω, ό,τι ώρα κι αν είναι αυτό, γιατί πρέπει να έχω καθαρό κεφάλι. Δεν μπορώ να πεταχτώ στο σούπερ μάρκετ και να γυρίσω να γράψω. Αν μου σπάσει κάτι τη ροή, χάθηκε. Με το που αρχίζει και πέφτει το φως, εκεί γίνομαι άλλος άνθρωπος. Θέλω να βγω έξω, να μη χάσω κάτι. Είμαι της νύχτας, κι όταν δεν είναι νύχτα, είμαι της δράσης, είτε με τη σκέψη είτε με τα χέρια μου. Δεν μπορώ να κοιτάω το ταβάνι πέντε ώρες. Πρέπει κάτι να κάνω. Ακόμα και σε μια ερημιά να είμαι, θα βρω δύο ξυλαράκια και θα σκεφτώ πώς να φτιάξω κάτι. Συνέχεια κάτι. Συνέχεια δημιουργία».


Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρη τη συνέντευξη.Παρακολουθήστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η συγγραφέας στη Σταυρούλα Παπασπύρου και στο podcast της LiFO «Λίγη ζωή»


ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Στο γνωστό “κιτσοπουλικό” ύφος, το σαρωτικό, το αυθάδες, το κόντρα στο κατεστημένο και στον συντηρητισμό, με γλώσσα που τσακίζει κόκαλα, που καταλύει ήθη και σεμνοτυφίες, πολιτική ορθότητα και κάθε στερεότυπο, με αφήγηση εναλλασσόμενη από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο, αφήγηση ιλιγγιώδη, διεστραμμένη, χειμαρρώδη, ρηξικέλευθη, ερωτεύσιμη, που ισορροπεί μεταξύ του γκροτέσκο και του σπαρακτικά τραγικού, μια αφηγηματική δίνη που σαρώνει και δεν αφήνει τίποτα όρθιο, που καρναβαλίζει την ελληνική πραγματικότητα».

Γιάννης Δρούγος, ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ


«
Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης είναι μια νουβέλα για τη δυσκολία τού να υπάρξει κανείς μέσα σε ένα σώμα, μέσα σε μια μνήμη και μέσα σε μια κοινωνία που απαιτεί σαφείς ορισμούς. Η λογοτεχνία της Κιτσοπούλου δεν είναι ούτε εύκολη ούτε “ευχάριστη” με συμβατικούς όρους. Διατηρεί μια σπάνια ένταση, επειδή γράφεται σαν να διακυβεύεται πάντα κάτι υπαρξιακά επείγον».
Διονύσης Μαρίνος, BOOK
PRESS

«Η Κιτσοπούλου επέστρεψε στην πεζογραφία, διατηρώντας πλήρη κι ανέπαφο τον δημιουργικό της εαυτό και τη συνήθεια να λέει, με αυθάδεια και ωμότητα, αλήθειες που πονάνε, εξοργίζουν, ταράζουν τα έθη κι ερεθίζουν τα ήθη».

Ναταλί Χατζηαντωνίου, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

  1. «Μόνο οι γάτες είδανε τι πραγματικά ένιωθε ο Λάμπρος, καθώς μιλούσε και ρωτούσε επίμονα για τον Θανάση, και η μαύρη γάτα είπε στη μαυρόασπρη ότι αυτός δεν πάει καλά. Και η μαυρόασπρη είπε στη μαύρη, καλέ, ποιος αυτός, ποιος αυτός, δεν βλέπεις ότι είναι γυναίκα; Δεν βλέπεις τα σκέλια του ότι είναι γυναικεία; Και οι γάτες καταλάβανε τα πάντα όσο ο Λάμπρος μιλούσε και ρωτούσε για τον Θανάση, αλλά άντε τώρα να μιλήσει η γάτα, άντε να την καταλάβεις, άντε να πιάσεις κουβέντα με γάτα» (σελ. 62). Με αφορμή τη συγκεκριμένη σκηνή και το τέλος της ιστορίας, συζητήστε τον ρόλο που επιτελούν στην αφήγηση οι γάτες. Πώς λειτουργούν ως σύμβολο και τι αποκαλύπτουν για το έμφυλο βίωμα του πρωταγωνιστή;
  2. Σχολιάστε τον τρόπο με τον οποίο γελούν οι διαφορετικοί χαρακτήρες του βιβλίου (ο Λάμπρος, η μητέρα του και η Χριστίνα). Κανενός το γέλιο δεν φαίνεται να πηγάζει από θετικά συναισθήματα. Πώς ερμηνεύετε αυτή την επιλογή της συγγραφέα;
  3. Ποιον ρόλο επιτελούν οι εναλλαγές προσώπου στην αφήγηση; Πώς επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορία; Υπάρχει τελικά ένας αξιόπιστος αφηγητής στο κείμενο;
Συγγραφέας
Λένα Κιτσοπούλου - Συγγραφέας
Λένα Κιτσοπούλου
Η Λένα Κιτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι ηθοποιός και σκηνοθέτιδα. Το 2006 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Οι νυχτερίδες για την οποία βραβεύτηκε απ’ το περιοδικό Διαβάζω με το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Το 2009 εξέδωσε τη νουβέλα Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., η οποία ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο ως μονόλογος, σε σκηνοθεσία της ίδιας. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2011 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της Μεγάλοι δρόμοι. Δύο διηγήματα του βιβλίου μεταφέρθηκαν στο θέατρο. Το 2015 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Το μάτι του ψαριού που ήταν στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2016.