

Δεκέμβριος 2025: Το βιβλίο του μήνα
Το βιβλίο του μήνα
Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ
Ο Βασίλης Γκουρογιάννης στο νέο του μυθιστόρημα, που ξεκινάει από τα χρόνια της Κατοχής και φτάνει σχεδόν ως το σήμερα, αντιμετωπίζει τον Εμφύλιο σαν έναν τοκογλύφο που κανείς δεν μπορεί να τον ξεχρεώσει, όσο αίμα ή μελάνι κι αν τον αφήσει να ρουφήξει από τις αρτηρίες του. Μέσα σε παραισθήσεις και ιδεοληψίες, καμία βεβαιότητα δεν στέκει όρθια. Ματαιωμένες ζωές, ιδεολογικές μεταπτώσεις, κωμικές και τραγικές στιγμές που διαδέχονται η μια την άλλη συνθέτουν ένα σπαρακτικό μυθιστόρημα για τον άνθρωπο που αγωνίζεται να σταθεί όρθιος ανάμεσα σε ιδεολογίες, έρωτες και φαντάσματα.
Ξεφυλλίστε ΕΔΩ κάποιες σελίδες.
«Αυτά πρέπει να ήταν κιάλια Ρώσου στρατηγού. Έτσι υπέθετε με μια μυστηριώδη διαίσθηση. Από την πρώτη στιγμή που τα κράτησε στα χέρια, ηλεκτρίστηκε το σώμα του με στατικό ηλεκτρισμό, μούδιασαν τα δάχτυλα. Κι όταν τα ακούμπησε στα μάτια, ο κόσμος έγινε μικρός και τεράστιος».
Απόσπασμα από το βιβλίο
ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
«Ο ιστορικός Εμφύλιος, με την πάροδο των ετών, με τις αποκαλύψεις και τις ανατροπές, καταλήγει να είναι εσωτερικός εμφύλιος μέσα στην ψυχή κάθε αγωνιστή, αλλά συμβαίνει μέσα στο κέλυφος του ιστορικού συμβάντος. Εντέλει προκύπτει ένα αισθητικό αποτέλεσμα που περιέχει θυμό, ευαισθησία, οίκτο και προκλητικότητα, σαρκασμό και αρχαιοελληνική ειρωνεία, σεβασμό αλλά και βεβήλωση ιερών και οσίων, είτε είναι σύμβολα είτε είναι πασίγνωστα πρόσωπα του αγωνιστικού και του καλλιτεχνικού χώρου. Κάτι άρρωστο από ανίατη κακοήθη ασθένεια πλανιέται σε μια χώρα που φαίνεται να μην έχει ελπίδα, παρά τα οράματα πολλών και τους αγώνες που έδωσαν κάποια από τα ηρωικά τέκνα της. Το έργο παίζει με τη διακειμενικότητα, που είναι προφανής, με το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου και την ποίηση του Καβάφη. Παρ’ όλα αυτά δεν απουσιάζουν το χιούμορ, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός, και οι ευτράπελες καταστάσεις που κάνουν τον αναγνώστη να χαίρεται τη γραφή και τις περιγραφές αλλόκοτων καταστάσεων, είτε αληθινών είτε αληθοφανών».
Διαβάστε ΕΔΩ πώς παρουσιάζει ο Βασίλης Γκουρογιάννης το νέο του μυθιστόρημα.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Γρηγόρη Μπέκο και την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ ο Βασίλης Γκουρογιάννης επισημαίνει:
«Όλα τα βιβλία που έχω γράψει, πιστεύω, είχαν μια ενσυνείδητη αφετηρία και ένα πιθανό τέλος. Κάτι ήθελα να πω, κάτι συγκεκριμένο. Λειτουργούσε το ραντάρ, τηρούσα την πορεία μου και προσγειωνόμουν με ασφάλεια στο αεροδρόμιο που σκόπευα να φτάσω. Με το νέο βιβλίο όμως η αίσθηση ήταν παράξενη, σαν ακούσια σύλληψη. Σαν να πιλοτάριζα ένα αεροπλάνο με χαλασμένο ραντάρ, μέσα στον ομιχλώδη και τοξικό αέρα της μετακατοχικής και μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Και για να μη συντριβεί έκανα αναγκαστική προσγείωση σε κάτι χωράφια».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρη τη συνέντευξη.
Παρακολουθήστε και τη συνέντευξη του Βασίλη Γκουρογιάννη στον συγγραφέα Κώστα Β. Κατσουλάρη και την εκπομπή «Βίος και Πολιτεία».
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Το νέο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη συμπυκνώνει τον τρόπο του συγγραφέα στην αφήγηση μιας μεγάλης ιστορίας μέσα από τα μάτια του κεντρικού του ήρωα. Κι όταν αυτή η μεγάλη ιστορία είναι η ιστορία του τόπου μας, η ιστορία του Εμφυλίου –αλλά και μετά– ο συγγραφέας ακροβατεί στη γλώσσα, μετέρχεται λέξεις ξεχασμένες, αντεπιτίθεται στις πάγιες αντιλήψεις και εκφράζει προσωπική ευαισθησία, ποιητικές λάμψεις και φιλοσοφικό στοχασμό».
Κώστας Αγοραστός, BOOK PRESS
«Ο Γκουρογιάννης πιάνει πάλι αυτά που οι άλλοι σπρώχνουν κάτω από το χαλί. Γιατί έχει μια θεία γλώσσα, μια τεχνική του μεταξιού κι ένα χιούμορ ξυράφι. Δικαίως μου είχαν ψιθυρίσει κάποιοι φίλοι ότι αυτό είναι το νέο “Κιβώτιο”».
Ρούλα Γεωργακοπούλου
«Διαβάζοντας το βιβλίο, μου ερχόταν συχνά στον νου το εμβληματικό Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου. Όπως εκείνο μεταφερόταν κενό από περιεχόμενο, κι όμως γεμάτο από αλήθειες πικρές, έτσι τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, έστω και σπασμένα, έστω και ψευδώνυμα, είχαν τη δύναμη να “βλέπουν” την αλήθεια των πραγμάτων, είχαν την ισχύ ενός μεγεθυντικού φακού που επιλεκτικά εστίαζε στην ουσία, αφήνοντας στην άκρη όλα τα ψευδεπίγραφα, γεγονότα και πρόσωπα. Και μπορεί ο ήρωας του Γκουρογιάννη που κάποτε τα φορούσε για κομματικές παρακολουθήσεις (με στόχο ακόμα και τη συντρόφισσά του) να τα χρησιμοποιεί τώρα για να διεισδύει στον ιδιωτικό του μικρόκοσμο – είναι το αόρατο νήμα που συνδέει την προσωπική του εμμονή και το δικό του δράμα με την ευρύτερη εικόνα. Και είναι ως συγγραφική επινόηση εξαιρετική, αυτό ακριβώς το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, που ο ήρωας εδώ το έχει μισοδιαβασμένο και κρυμμένο σε ένα δικό του κιβώτιο. Γιατί καμιά φορά τα βιβλία είναι πιο επικίνδυνα από τις σφαίρες, πιο ευθύβολα βρίσκουν τον στόχο τους».
Διώνη Δημητριάδου, DIASTIXO
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το κείμενο.
ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
- Πώς συνοδοιπορούν στο βιβλίο η πολιτική ματαίωση του πρωταγωνιστή με την ερωτική του απόρριψη; Συζητήστε με παραδείγματα που εντοπίσατε στο κείμενο.
- Ο πρωταγωνιστής του Βασίλη Γκουρογιάννη έχει γράψει βιβλίο με τον καυστικό τίτλο Καλά, εγώ σκοτώθηκα σταδιακά, μια ξεκάθαρη αναφορά στο εμβληματικό έργο του Χρόνη Μίσσιου …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Τι προσφέρει η διακειμενικότητα στο νόημα του κειμένου; Τι χωρίζει μια ζωή που «πεθαίνει» για τα ιδανικά της από μια ζωή που χάνει σταδιακά τα ιδανικά της, μέχρι να οδηγηθεί στον θάνατο;
- Στην αρχή του βιβλίου ο πρωταγωνιστής λέει: «Εγώ στην ηλικία σου είχα ήδη πεθάνει τρεις φορές κι εσύ καμία. Μας χωρίζει το χάος» (σελ. 9). Στο τέλος, όταν το παιδί δεν έχει ακόμη διαβάσει το βιβλίο που του προσφέρει εκείνος –«δεν ήταν παραπάνω από 270 σελίδες» (σ. 235), όπως και το ίδιο το βιβλίο του Γκουρογιάννη–, ο ήρωας σκέφτεται πως «θα μπορούσε με την πείρα του να τον καθοδηγήσει σε κάποια σκοτεινά σημεία της Ιστορίας του Εμφυλίου. Θα μπορούσε να το έχει σαν παιδί του». Τι αποκαλύπτει ο Βασίλης Γκουρογιάννης για το διαγενεακό χάσμα της Αριστεράς;
Το βιβλίο του μήνα
Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ
Ο Βασίλης Γκουρογιάννης στο νέο του μυθιστόρημα, που ξεκινάει από τα χρόνια της Κατοχής και φτάνει σχεδόν ως το σήμερα, αντιμετωπίζει τον Εμφύλιο σαν έναν τοκογλύφο που κανείς δεν μπορεί να τον ξεχρεώσει, όσο αίμα ή μελάνι κι αν τον αφήσει να ρουφήξει από τις αρτηρίες του. Μέσα σε παραισθήσεις και ιδεοληψίες, καμία βεβαιότητα δεν στέκει όρθια. Ματαιωμένες ζωές, ιδεολογικές μεταπτώσεις, κωμικές και τραγικές στιγμές που διαδέχονται η μια την άλλη συνθέτουν ένα σπαρακτικό μυθιστόρημα για τον άνθρωπο που αγωνίζεται να σταθεί όρθιος ανάμεσα σε ιδεολογίες, έρωτες και φαντάσματα.
Ξεφυλλίστε ΕΔΩ κάποιες σελίδες.
«Αυτά πρέπει να ήταν κιάλια Ρώσου στρατηγού. Έτσι υπέθετε με μια μυστηριώδη διαίσθηση. Από την πρώτη στιγμή που τα κράτησε στα χέρια, ηλεκτρίστηκε το σώμα του με στατικό ηλεκτρισμό, μούδιασαν τα δάχτυλα. Κι όταν τα ακούμπησε στα μάτια, ο κόσμος έγινε μικρός και τεράστιος».
Απόσπασμα από το βιβλίο
ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
«Ο ιστορικός Εμφύλιος, με την πάροδο των ετών, με τις αποκαλύψεις και τις ανατροπές, καταλήγει να είναι εσωτερικός εμφύλιος μέσα στην ψυχή κάθε αγωνιστή, αλλά συμβαίνει μέσα στο κέλυφος του ιστορικού συμβάντος. Εντέλει προκύπτει ένα αισθητικό αποτέλεσμα που περιέχει θυμό, ευαισθησία, οίκτο και προκλητικότητα, σαρκασμό και αρχαιοελληνική ειρωνεία, σεβασμό αλλά και βεβήλωση ιερών και οσίων, είτε είναι σύμβολα είτε είναι πασίγνωστα πρόσωπα του αγωνιστικού και του καλλιτεχνικού χώρου. Κάτι άρρωστο από ανίατη κακοήθη ασθένεια πλανιέται σε μια χώρα που φαίνεται να μην έχει ελπίδα, παρά τα οράματα πολλών και τους αγώνες που έδωσαν κάποια από τα ηρωικά τέκνα της. Το έργο παίζει με τη διακειμενικότητα, που είναι προφανής, με το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου και την ποίηση του Καβάφη. Παρ’ όλα αυτά δεν απουσιάζουν το χιούμορ, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός, και οι ευτράπελες καταστάσεις που κάνουν τον αναγνώστη να χαίρεται τη γραφή και τις περιγραφές αλλόκοτων καταστάσεων, είτε αληθινών είτε αληθοφανών».
Διαβάστε ΕΔΩ πώς παρουσιάζει ο Βασίλης Γκουρογιάννης το νέο του μυθιστόρημα.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Γρηγόρη Μπέκο και την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ ο Βασίλης Γκουρογιάννης επισημαίνει:
«Όλα τα βιβλία που έχω γράψει, πιστεύω, είχαν μια ενσυνείδητη αφετηρία και ένα πιθανό τέλος. Κάτι ήθελα να πω, κάτι συγκεκριμένο. Λειτουργούσε το ραντάρ, τηρούσα την πορεία μου και προσγειωνόμουν με ασφάλεια στο αεροδρόμιο που σκόπευα να φτάσω. Με το νέο βιβλίο όμως η αίσθηση ήταν παράξενη, σαν ακούσια σύλληψη. Σαν να πιλοτάριζα ένα αεροπλάνο με χαλασμένο ραντάρ, μέσα στον ομιχλώδη και τοξικό αέρα της μετακατοχικής και μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Και για να μη συντριβεί έκανα αναγκαστική προσγείωση σε κάτι χωράφια».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρη τη συνέντευξη.
Παρακολουθήστε και τη συνέντευξη του Βασίλη Γκουρογιάννη στον συγγραφέα Κώστα Β. Κατσουλάρη και την εκπομπή «Βίος και Πολιτεία».
ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Το νέο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη συμπυκνώνει τον τρόπο του συγγραφέα στην αφήγηση μιας μεγάλης ιστορίας μέσα από τα μάτια του κεντρικού του ήρωα. Κι όταν αυτή η μεγάλη ιστορία είναι η ιστορία του τόπου μας, η ιστορία του Εμφυλίου –αλλά και μετά– ο συγγραφέας ακροβατεί στη γλώσσα, μετέρχεται λέξεις ξεχασμένες, αντεπιτίθεται στις πάγιες αντιλήψεις και εκφράζει προσωπική ευαισθησία, ποιητικές λάμψεις και φιλοσοφικό στοχασμό».
Κώστας Αγοραστός, BOOK PRESS
«Ο Γκουρογιάννης πιάνει πάλι αυτά που οι άλλοι σπρώχνουν κάτω από το χαλί. Γιατί έχει μια θεία γλώσσα, μια τεχνική του μεταξιού κι ένα χιούμορ ξυράφι. Δικαίως μου είχαν ψιθυρίσει κάποιοι φίλοι ότι αυτό είναι το νέο “Κιβώτιο”».
Ρούλα Γεωργακοπούλου
«Διαβάζοντας το βιβλίο, μου ερχόταν συχνά στον νου το εμβληματικό Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου. Όπως εκείνο μεταφερόταν κενό από περιεχόμενο, κι όμως γεμάτο από αλήθειες πικρές, έτσι τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, έστω και σπασμένα, έστω και ψευδώνυμα, είχαν τη δύναμη να “βλέπουν” την αλήθεια των πραγμάτων, είχαν την ισχύ ενός μεγεθυντικού φακού που επιλεκτικά εστίαζε στην ουσία, αφήνοντας στην άκρη όλα τα ψευδεπίγραφα, γεγονότα και πρόσωπα. Και μπορεί ο ήρωας του Γκουρογιάννη που κάποτε τα φορούσε για κομματικές παρακολουθήσεις (με στόχο ακόμα και τη συντρόφισσά του) να τα χρησιμοποιεί τώρα για να διεισδύει στον ιδιωτικό του μικρόκοσμο – είναι το αόρατο νήμα που συνδέει την προσωπική του εμμονή και το δικό του δράμα με την ευρύτερη εικόνα. Και είναι ως συγγραφική επινόηση εξαιρετική, αυτό ακριβώς το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, που ο ήρωας εδώ το έχει μισοδιαβασμένο και κρυμμένο σε ένα δικό του κιβώτιο. Γιατί καμιά φορά τα βιβλία είναι πιο επικίνδυνα από τις σφαίρες, πιο ευθύβολα βρίσκουν τον στόχο τους».
Διώνη Δημητριάδου, DIASTIXO
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το κείμενο.
ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
- Πώς συνοδοιπορούν στο βιβλίο η πολιτική ματαίωση του πρωταγωνιστή με την ερωτική του απόρριψη; Συζητήστε με παραδείγματα που εντοπίσατε στο κείμενο.
- Ο πρωταγωνιστής του Βασίλη Γκουρογιάννη έχει γράψει βιβλίο με τον καυστικό τίτλο Καλά, εγώ σκοτώθηκα σταδιακά, μια ξεκάθαρη αναφορά στο εμβληματικό έργο του Χρόνη Μίσσιου …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς. Τι προσφέρει η διακειμενικότητα στο νόημα του κειμένου; Τι χωρίζει μια ζωή που «πεθαίνει» για τα ιδανικά της από μια ζωή που χάνει σταδιακά τα ιδανικά της, μέχρι να οδηγηθεί στον θάνατο;
- Στην αρχή του βιβλίου ο πρωταγωνιστής λέει: «Εγώ στην ηλικία σου είχα ήδη πεθάνει τρεις φορές κι εσύ καμία. Μας χωρίζει το χάος» (σελ. 9). Στο τέλος, όταν το παιδί δεν έχει ακόμη διαβάσει το βιβλίο που του προσφέρει εκείνος –«δεν ήταν παραπάνω από 270 σελίδες» (σ. 235), όπως και το ίδιο το βιβλίο του Γκουρογιάννη–, ο ήρωας σκέφτεται πως «θα μπορούσε με την πείρα του να τον καθοδηγήσει σε κάποια σκοτεινά σημεία της Ιστορίας του Εμφυλίου. Θα μπορούσε να το έχει σαν παιδί του». Τι αποκαλύπτει ο Βασίλης Γκουρογιάννης για το διαγενεακό χάσμα της Αριστεράς;







