

«Κρυφά διαμάντια»: Ένα ερωτικό γράμμα στους millenials και τη μουσική
Στα Κρυφά διαμάντια, το συγγραφικό ντεμπούτο της Holly Brickley με φόντο την Αμερική στα τέλη των noughties, η Πέρσι συναντά τον Τζο σε ένα μπαρ κοντά στο πανεπιστήμιο όπου φοιτούν. Οι δυο τους δένονται αμέσως χάρη στην κοινή –βαθιά και δυνατή– αγάπη τους για τη μουσική. Εκείνη την περίοδο ο Τζο έχει κοπέλα, τη Ζόι, με την οποία η Πέρσι θα γίνει καλή φίλη. Ωστόσο η χημεία ανάμεσα στον Τζο και την Πέρσι είναι αδιαμφισβήτητη. Υπάρχει ένας έντονος ηλεκτρισμός, σαν την πρώτη σπίθα μιας ιδέας.«Υπάρχει ένα είδος ευφορίας που γεννιέται μέσα από τη δημιουργικότητα, από το να φτιάχνεις κάτι, κι αυτό ακριβώς νιώθει η Πέρσι όταν ακούει τους Beach Boys» μου λέει η Holly Brickley από το Πόρτλαντ του Όρεγκον κατά τη διάρκεια της βιντεοκλήσης μας και συνεχίζει: «Είναι αυτή η μέθη που νιώθει κανείς όταν οι πιθανότητες τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη φαντάζουν άπειρες. Αυτό είναι που νιώθει η Πέρσι όταν γνωρίζει τον Τζο. Χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα, αυτό το αίσθημα ότι μέσα της ανοίγει μια πόρτα, και ύστερα η εικόνα αυτή επανέρχεται ξανά και ξανά στο μυθιστόρημα. Η δημιουργικότητα συνδέεται απόλυτα με τον τρόπο που βιώνει αυτή τη σχέση. Τη στιγμή που συναντά τον Τζο το νιώθει».
Κι ενώ γίνεται σαφές ότι ο Τζο είναι ένα ανερχόμενο αστέρι που το μουσικό ταλέντο του ξεχειλίζει, η Πέρσι πιστεύει ότι δεν έχει κανένα χάρισμα σε σχέση με τη μουσική, παρά το εξαιρετικό της γούστο, τα ευφυή κείμενα γύρω από τη μουσική και τις καυστικές, καίριες κριτικές της. Και παρότι ξέρει πως μπορεί να βοηθήσει τον Τζο να απογειώσει τη μουσική του, νιώθει ότι η ίδια θα παραμένει για πάντα στο περιθώριο. «Ήξερα ότι θα την κυρίευε η ζήλια» τονίζει η Brickley «και πως η ζήλια θα ήταν το στοιχείο εκείνο που θα έκανε περίπλοκη τη σχέση τους, γιατί κάθε ιστορία αγάπης χρειάζεται ένα τέτοιο στοιχείο». Αυτή η συνεργασία, που εκτείνεται στον χρόνο και τον τόπο, καθώς οι δυο τους χορεύουν γύρω από τον φλεγόμενο πυρήνα της σχέσης τους, κινεί το μυθιστόρημα, όπου ταλέντο και δημιουργία, τέχνη και έρωτας μπλέκονται αξεδιάλυτα.«Όλα ξεκίνησαν από την επιθυμία μου να διερευνήσω τη ζήλια που αισθανόμουν για τους μουσικούς» αναφέρει η Brickley, που προέρχεται από μουσική οικογένεια, στην οποία «όλοι οι άλλοι φαίνονταν να έχουν αυτό το κάτι που εγώ δεν είχα. Ουσιαστικά ξεκίνησα να γράψω έναν στοχασμό πάνω στο ταλέντο, αν και νομίζω ότι κατέληξε να είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι είχα αρχικά στο μυαλό μου. Ήταν η προσπάθειά μου να αποκαλύψω για ποιον λόγο θα έδινα με μεγάλη προθυμία όλο το ταλέντο που έχω στον γραπτό λόγο για να μπορώ να παίζω μουσική, να τραγουδάω, και όλα αυτά χωρίς κανένα πρόβλημα. Όσο μεγάλωνα τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούσα πόσο ανόητο ήταν αυτό. Παράλογο, πραγματικά. Κι έτσι προσπαθούσα να το αναλύσω».
Σήμερα, λέει η ίδια, το ταλέντο είναι «κάπως σαν κακιά λέξη, σχεδόν όπως το “έξυπνος”», κάτι που «στη σύγχρονη γονεϊκότητα μαθαίνουμε να αποφεύγουμε». Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, επισημαίνει: «Ένιωθα ότι δεν είχα μουσικό ταλέντο και πως εξαιτίας αυτού ήμουν αποκλεισμένη από εκείνο τον κόσμο. Και είναι τόσο απογοητευτικό, γιατί το ταλέντο είναι υποκειμενικό – είναι αυτό το κάτι που είτε το έχεις είτε όχι. Ο πήχης ήταν πάντα πιο ψηλά για τα κορίτσια απ’ ό,τι για τα αγόρια, ειδικά στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Βάζαμε τον πήχη ψηλά για τον εαυτό μας όταν ήμασταν μικρές και, όταν βγαίναμε πια έξω στον κόσμο, ανακαλύπταμε ότι ο κόσμος τον είχε ανεβάσει ακόμα πιο ψηλά για εμάς. Αυτός ήταν ο λόγος που ήθελα να το εξετάσω όλο αυτό μέσα από ένα φεμινιστικό πρίσμα, και μάλιστα μέσα από την κάπως ακραία οπτική της Πέρσι, που θέτει τα υψηλότερα δυνατά στάνταρ για όλους και για όλα – συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας».
Όσο έγραφε η Brickley συνειδητοποιούσε ότι «η Πέρσι έχει τελικά μουσικό ταλέντο. Η Πέρσι δεν είμαι εγώ, όμως άρχισα να σκέφτομαι τον τρόπο με τον οποίο ακούω μουσική. Κι αυτό, πιστεύω, είναι μια μορφή ταλέντου από μόνο του. Την περίοδο που έγραφα το βιβλίο, άκουγα τα τραγούδια στο ντους. Τα άκουγα όταν μαγείρευα – και συχνά έκαιγα το βραδινό που έφτιαχνα για την οικογένειά μου. Είχα μεταμορφωθεί σε ένα αχόρταγο τέρας της μουσικής».
«Συνήθως ξεκινούσα από μια ήδη υπάρχουσα πεποίθηση που είχα για ένα κομμάτι και ήξερα ότι θα ήταν κατάλληλο για ένα σημείο της αφήγησης. Υπήρχαν όμως και φορές που έλειπε ένα κομμάτι από το παζλ, το οποίο έπρεπε να συμπληρώσω. Τότε φώναζα: “Αλέξα, παίξε το επόμενο”, προσπαθώντας να βρω το τραγούδι. Κάποιες φορές λοιπόν έψαχνα εδώ κι εκεί, και κάποιες άλλες ερχόταν η έμπνευση από μόνη της. Άκουγα μουσική στο shuffle και σκεφτόμουν: “Θεέ μου, αυτό το τραγούδι θα μπορούσε να είναι οι ήρωές μου που μιλάνε μεταξύ τους”. Η διαδικασία αυτή ενέπνευσε ένα ολόκληρο κομμάτι της πλοκής, γιατί γύρισα πίσω και πρόσθεσα τη σκηνή. Ήταν υπέροχη αυτή η αλυσιδωτή αντίδραση» αναφέρει η συγγραφέας.
«Άρχισα να εκτιμώ την ικανότητά μου να ακούω μουσική μ’ αυτό τον τρόπο και να την εκφράζω έτσι» υποστηρίζει η Holly Brickley. «Άρχισα επίσης να εκτιμώ την ικανότητά μου να γράφω μυθοπλασία, γιατί περνούσα πολύ καλά και είχα την αίσθηση ότι ίσως μπορούσα να μεταδώσω αυτή τη χαρά και σε άλλους ανθρώπους· ότι μπορεί κι άλλοι να το απολάμβαναν. Έτσι, στο τέλος, δεν ένιωθα πια την ίδια ζήλια. Δεν ήμουν ποτέ από εκείνους που λένε ότι το γράψιμο είναι ψυχοθεραπεία, αλλά νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι ίσως έχουν πιάσει το νόημα τελικά».
Αυτή η χαρά και η αίσθηση της πηγαίας διασκέδασης έχουν διαποτίσει το μυθιστόρημα, κάτι που ήταν σημαντικό για τη Holly Brickley, η οποία λατρεύει τη μουσική και έχει νιώσει «λίγο αποκλεισμένη από τον κόσμο των fandom». «Υπάρχει πάντα κάποιος που ξέρει περισσότερα από σένα. Ο κόσμος μπορεί να γίνει πολύ σνομπ, κι εγώ δεν είμαι απ’ αυτούς που έχουν μανία με τη μουσική και τα ξέρουν όλα» διευκρινίζει. «Τείνω να κολλάω εμμονικά με έναν καλλιτέχνη, με ένα άλμπουμ ή ακόμα και με ένα τραγούδι, κι έτσι μερικές φορές αγχώνομαι όταν μιλάω με άλλους για μουσική, γιατί αισθάνομαι ότι δεν θα μπορέσω να ανταποκριθώ. Νομίζω ότι αυτό το μετέφερα στο βιβλίο μου κι ελπίζω να το κάνει πιο προσιτό στους ανθρώπους που δεν είναι “σπασίκλες μουσικόφιλοι”, γιατί δεν θέλω να κάνω τους άλλους να νιώσουν έτσι. Είναι τόσο αντι-καλλιτεχνικό. Αυτό δεν είναι το νόημα της τέχνης. Η μουσική έχει τη δύναμη να διαμορφώνει κυριολεκτικά τα συναισθήματά σου, ακόμα και τις επιλογές σου στη ζωή».
_______________
Το άρθρο της Lauren Brown δημοσιεύτηκε στο www.thebookseller.com στις 31 Ιανουαρίου 2025.
Μετάφραση: Ειρήνη Μανιατοπούλου
Στα Κρυφά διαμάντια, το συγγραφικό ντεμπούτο της Holly Brickley με φόντο την Αμερική στα τέλη των noughties, η Πέρσι συναντά τον Τζο σε ένα μπαρ κοντά στο πανεπιστήμιο όπου φοιτούν. Οι δυο τους δένονται αμέσως χάρη στην κοινή –βαθιά και δυνατή– αγάπη τους για τη μουσική. Εκείνη την περίοδο ο Τζο έχει κοπέλα, τη Ζόι, με την οποία η Πέρσι θα γίνει καλή φίλη. Ωστόσο η χημεία ανάμεσα στον Τζο και την Πέρσι είναι αδιαμφισβήτητη. Υπάρχει ένας έντονος ηλεκτρισμός, σαν την πρώτη σπίθα μιας ιδέας.«Υπάρχει ένα είδος ευφορίας που γεννιέται μέσα από τη δημιουργικότητα, από το να φτιάχνεις κάτι, κι αυτό ακριβώς νιώθει η Πέρσι όταν ακούει τους Beach Boys» μου λέει η Holly Brickley από το Πόρτλαντ του Όρεγκον κατά τη διάρκεια της βιντεοκλήσης μας και συνεχίζει: «Είναι αυτή η μέθη που νιώθει κανείς όταν οι πιθανότητες τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη φαντάζουν άπειρες. Αυτό είναι που νιώθει η Πέρσι όταν γνωρίζει τον Τζο. Χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα, αυτό το αίσθημα ότι μέσα της ανοίγει μια πόρτα, και ύστερα η εικόνα αυτή επανέρχεται ξανά και ξανά στο μυθιστόρημα. Η δημιουργικότητα συνδέεται απόλυτα με τον τρόπο που βιώνει αυτή τη σχέση. Τη στιγμή που συναντά τον Τζο το νιώθει».
Κι ενώ γίνεται σαφές ότι ο Τζο είναι ένα ανερχόμενο αστέρι που το μουσικό ταλέντο του ξεχειλίζει, η Πέρσι πιστεύει ότι δεν έχει κανένα χάρισμα σε σχέση με τη μουσική, παρά το εξαιρετικό της γούστο, τα ευφυή κείμενα γύρω από τη μουσική και τις καυστικές, καίριες κριτικές της. Και παρότι ξέρει πως μπορεί να βοηθήσει τον Τζο να απογειώσει τη μουσική του, νιώθει ότι η ίδια θα παραμένει για πάντα στο περιθώριο. «Ήξερα ότι θα την κυρίευε η ζήλια» τονίζει η Brickley «και πως η ζήλια θα ήταν το στοιχείο εκείνο που θα έκανε περίπλοκη τη σχέση τους, γιατί κάθε ιστορία αγάπης χρειάζεται ένα τέτοιο στοιχείο». Αυτή η συνεργασία, που εκτείνεται στον χρόνο και τον τόπο, καθώς οι δυο τους χορεύουν γύρω από τον φλεγόμενο πυρήνα της σχέσης τους, κινεί το μυθιστόρημα, όπου ταλέντο και δημιουργία, τέχνη και έρωτας μπλέκονται αξεδιάλυτα.«Όλα ξεκίνησαν από την επιθυμία μου να διερευνήσω τη ζήλια που αισθανόμουν για τους μουσικούς» αναφέρει η Brickley, που προέρχεται από μουσική οικογένεια, στην οποία «όλοι οι άλλοι φαίνονταν να έχουν αυτό το κάτι που εγώ δεν είχα. Ουσιαστικά ξεκίνησα να γράψω έναν στοχασμό πάνω στο ταλέντο, αν και νομίζω ότι κατέληξε να είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ’ ό,τι είχα αρχικά στο μυαλό μου. Ήταν η προσπάθειά μου να αποκαλύψω για ποιον λόγο θα έδινα με μεγάλη προθυμία όλο το ταλέντο που έχω στον γραπτό λόγο για να μπορώ να παίζω μουσική, να τραγουδάω, και όλα αυτά χωρίς κανένα πρόβλημα. Όσο μεγάλωνα τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούσα πόσο ανόητο ήταν αυτό. Παράλογο, πραγματικά. Κι έτσι προσπαθούσα να το αναλύσω».
Σήμερα, λέει η ίδια, το ταλέντο είναι «κάπως σαν κακιά λέξη, σχεδόν όπως το “έξυπνος”», κάτι που «στη σύγχρονη γονεϊκότητα μαθαίνουμε να αποφεύγουμε». Δεν ήταν όμως πάντα έτσι, επισημαίνει: «Ένιωθα ότι δεν είχα μουσικό ταλέντο και πως εξαιτίας αυτού ήμουν αποκλεισμένη από εκείνο τον κόσμο. Και είναι τόσο απογοητευτικό, γιατί το ταλέντο είναι υποκειμενικό – είναι αυτό το κάτι που είτε το έχεις είτε όχι. Ο πήχης ήταν πάντα πιο ψηλά για τα κορίτσια απ’ ό,τι για τα αγόρια, ειδικά στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Βάζαμε τον πήχη ψηλά για τον εαυτό μας όταν ήμασταν μικρές και, όταν βγαίναμε πια έξω στον κόσμο, ανακαλύπταμε ότι ο κόσμος τον είχε ανεβάσει ακόμα πιο ψηλά για εμάς. Αυτός ήταν ο λόγος που ήθελα να το εξετάσω όλο αυτό μέσα από ένα φεμινιστικό πρίσμα, και μάλιστα μέσα από την κάπως ακραία οπτική της Πέρσι, που θέτει τα υψηλότερα δυνατά στάνταρ για όλους και για όλα – συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας».
Όσο έγραφε η Brickley συνειδητοποιούσε ότι «η Πέρσι έχει τελικά μουσικό ταλέντο. Η Πέρσι δεν είμαι εγώ, όμως άρχισα να σκέφτομαι τον τρόπο με τον οποίο ακούω μουσική. Κι αυτό, πιστεύω, είναι μια μορφή ταλέντου από μόνο του. Την περίοδο που έγραφα το βιβλίο, άκουγα τα τραγούδια στο ντους. Τα άκουγα όταν μαγείρευα – και συχνά έκαιγα το βραδινό που έφτιαχνα για την οικογένειά μου. Είχα μεταμορφωθεί σε ένα αχόρταγο τέρας της μουσικής».
«Συνήθως ξεκινούσα από μια ήδη υπάρχουσα πεποίθηση που είχα για ένα κομμάτι και ήξερα ότι θα ήταν κατάλληλο για ένα σημείο της αφήγησης. Υπήρχαν όμως και φορές που έλειπε ένα κομμάτι από το παζλ, το οποίο έπρεπε να συμπληρώσω. Τότε φώναζα: “Αλέξα, παίξε το επόμενο”, προσπαθώντας να βρω το τραγούδι. Κάποιες φορές λοιπόν έψαχνα εδώ κι εκεί, και κάποιες άλλες ερχόταν η έμπνευση από μόνη της. Άκουγα μουσική στο shuffle και σκεφτόμουν: “Θεέ μου, αυτό το τραγούδι θα μπορούσε να είναι οι ήρωές μου που μιλάνε μεταξύ τους”. Η διαδικασία αυτή ενέπνευσε ένα ολόκληρο κομμάτι της πλοκής, γιατί γύρισα πίσω και πρόσθεσα τη σκηνή. Ήταν υπέροχη αυτή η αλυσιδωτή αντίδραση» αναφέρει η συγγραφέας.
«Άρχισα να εκτιμώ την ικανότητά μου να ακούω μουσική μ’ αυτό τον τρόπο και να την εκφράζω έτσι» υποστηρίζει η Holly Brickley. «Άρχισα επίσης να εκτιμώ την ικανότητά μου να γράφω μυθοπλασία, γιατί περνούσα πολύ καλά και είχα την αίσθηση ότι ίσως μπορούσα να μεταδώσω αυτή τη χαρά και σε άλλους ανθρώπους· ότι μπορεί κι άλλοι να το απολάμβαναν. Έτσι, στο τέλος, δεν ένιωθα πια την ίδια ζήλια. Δεν ήμουν ποτέ από εκείνους που λένε ότι το γράψιμο είναι ψυχοθεραπεία, αλλά νομίζω ότι αυτοί οι άνθρωποι ίσως έχουν πιάσει το νόημα τελικά».
Αυτή η χαρά και η αίσθηση της πηγαίας διασκέδασης έχουν διαποτίσει το μυθιστόρημα, κάτι που ήταν σημαντικό για τη Holly Brickley, η οποία λατρεύει τη μουσική και έχει νιώσει «λίγο αποκλεισμένη από τον κόσμο των fandom». «Υπάρχει πάντα κάποιος που ξέρει περισσότερα από σένα. Ο κόσμος μπορεί να γίνει πολύ σνομπ, κι εγώ δεν είμαι απ’ αυτούς που έχουν μανία με τη μουσική και τα ξέρουν όλα» διευκρινίζει. «Τείνω να κολλάω εμμονικά με έναν καλλιτέχνη, με ένα άλμπουμ ή ακόμα και με ένα τραγούδι, κι έτσι μερικές φορές αγχώνομαι όταν μιλάω με άλλους για μουσική, γιατί αισθάνομαι ότι δεν θα μπορέσω να ανταποκριθώ. Νομίζω ότι αυτό το μετέφερα στο βιβλίο μου κι ελπίζω να το κάνει πιο προσιτό στους ανθρώπους που δεν είναι “σπασίκλες μουσικόφιλοι”, γιατί δεν θέλω να κάνω τους άλλους να νιώσουν έτσι. Είναι τόσο αντι-καλλιτεχνικό. Αυτό δεν είναι το νόημα της τέχνης. Η μουσική έχει τη δύναμη να διαμορφώνει κυριολεκτικά τα συναισθήματά σου, ακόμα και τις επιλογές σου στη ζωή».
_______________
Το άρθρο της Lauren Brown δημοσιεύτηκε στο www.thebookseller.com στις 31 Ιανουαρίου 2025.
Μετάφραση: Ειρήνη Μανιατοπούλου







