Πρόκειται για μια πυκνή, ολιγοσέλιδη αφήγηση, που, όπως διαβάζουμε στην τελευταία σελίδα, γράφτηκε ανάμεσα στον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο του 1999. Η αφήγηση στο σύνολό της αποτυπώνεται σε τρία χρονικά επίπεδα, που είναι ευδιάκριτα στο βιβλίο. Πρώτον, οι τηλεγραφικού τύπου σημειώσεις-φράσεις-προτάσεις που φύλαξε η συγγραφέας στο συρτάρι της από το 1963 σε ημερολόγιο και ατζέντα αντίστοιχα. Δεύτερο χρονικό επίπεδο η αναπαράσταση του τραυματικού γεγονότος της έκτρωσης αλλά και η καταγραφή μια ολόκληρης εποχής (και μια ολόκληρης νοοτροπίας), εκ των υστέρων. Υπάρχει όμως κι ένα τρίτο χρονικό επίπεδο γραφής, που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, λειτουργώντας ως μεταλογοτεχνική παρέμβαση: Οι μετά τη γραφή των συμβάντων σκέψεις της Ερνό, που φανερώνουν την απόσταση ανάμεσα στις δύο χρονικές περιόδους (1963 και 1999), ιδωμένη και επεξεργασμένη στην ώριμη, πλέον, συνείδηση της συγγραφέως. Τα σημεία αυτής της τρίτης χρονικής περιόδου είναι ενταγμένα μέσα σε παρενθέσεις, και, κατά τη γνώμη μου, είναι το πιο ουσιώδες και κατασταλαγμένο μέρος της συνολικής αφήγησης, αφού λειτουργούν και ως γέφυρα που συνδέει το παρελθόν με το παρόν.
Το βιβλίο της Ερνό (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Μεταίχμιο, 2022) το διακρίνει ακρίβεια λόγου και έκφρασης, στοιχεία που συναντάμε σε σπουδαία βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Είναι ένα βαθιά ειλικρινές και εξομολογητικό βιβλίο. Η συνείδηση της συγγραφέως έχει διευρυνθεί και, βοηθούντων των παλιών σημειώσεών της, ανατρέχει με λεπτομέρειες σε ημερομηνίες, δρόμους, μπαρ, καφέ, ταινίες, οικεία πρόσωπα της εποχής και γεγονότα του παρελθόντος, ζώντας τις στιγμές μια δεύτερη φορά, με την παλιά ένταση. Έτσι, η σαγηνευτική και ειλικρινής αυτή αφήγηση, θαρρείς τραβώντας μπροστά στα μάτια μας το σκοτεινό πέπλο των καιρών, μας τα αποκαλύπτει όλα:
Τις σχέσεις της 23χρονης φοιτήτριας της φιλολογίας με τους γονείς της, την «αναπόφευκτη μοίρα της εργατικής τάξης» που ένιωθε να την καθηλώνει, την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της από κάποιον αδιάφορο συμφοιτητή της, τον πανικό της για το συμβάν, τις επισκέψεις της σε γιατρούς της εποχής για να βρει λύση, τις επιφυλάξεις των περισσοτέρων από αυτούς στο να τη βοηθήσουν, τα φριχτά στερεότυπα της εποχής για τις εκτρώσεις (σύμφωνα με τη νομοθεσία του 1948 «οι διαπράττοντες εκτρωτικές πράξεις και οι προβαίνουσες σε έκτρωση ή οι συναινούσες σε αυτή γυναίκες υπόκειντο σε ποινή φυλάκισης και επιβολής προστίμου»), το βασανιστικό δίμηνο της αμφιταλάντευσής της για το πώς θα αντιμετωπίσει το πρόβλημα που βίωνε, τη σχεδόν νατουραλιστικού τύπου περιγραφή της έκτρωσής της από μια γριά «αγγελοποιό» σε κάποιον αδιέξοδο (πετυχημένος ο συμβολισμός του επιθέτου, που παρέπεμπε στην ψυχική κατάσταση της ηρωίδας) δρόμο της πόλης όπου ζούσε, μετά η εισαγωγή της σε νοσοκομείο έχοντας ως καρτέλα ασθενούς τη φράση «κυοφορούσα μήτρα» για να σώσει τη ζωή της, όλα τα παραπάνω οδηγούν στο ίδιο σημείο-στόχο: Στην αναβίωση της τραυματικής περιπέτειας του παρελθόντος διά της γραφής και στο οριστικό ξερίζωμά της από τη συνείδηση της ηρωίδας-συγγραφέως.
Σχόλια(1)