Το τελευταίο καταφύγιο
Η βραβευμένη συγγραφέας Ανί Ερνό ξεκινάει το βιβλίο της «Ο τόπος» (Μεταίχμιο) με τη φράση του Ζαν Ζενέ: «Το γράψιμο είναι το τελευταίο καταφύγιο για κείνους που έχουν προδοθεί». Το αυτοβιογραφικό βιβλίο της περιγράφει τον προσωπικό αγώνα να ξεφύγει από τη μοίρα των γονέων, τη μοίρα του αγράμματου πατέρα, που ξεκίνησε στην επαρχία της Γαλλίας ως εργάτης για να φτιάξει ένα μικρό δικό του παντοπωλείο και να μείνει εκεί. Η ιστορία μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, εν μέσω πολέμων, κοινωνικών και οικονομικών ανακατατάξεων, ανέβηκαν στο άρμα της εκπαίδευσης και άλλαξαν κυριολεκτικά ζωή. Στη Γαλλία συνέβη εντόνως τις δεκαετίες του ’40 και του ’50, αλλά και στην Ελλάδα, και δέκα χρόνια αργότερα. Η συνταγή είναι η ίδια. Μια στερημένη ζωή από παροχές, ένας περιορισμένος κόσμος από εμπειρίες και πρότυπα, ένας πατέρας ταλαιπωρημένος, σκυφτός μέσα στη δική του αξιοπρέπεια, μεγαλώνει μια κόρη που έχει άλλα όνειρα για τη ζωή της. Κυρίως ονειρεύεται τον κόσμο μέσα από τα γράμματα. Το διαβατήριο για την αλλαγή ζωής είναι η γνώση. Και μέσα από αυτή θα έρθει η διαφοροποίηση.
Ένα άλλο επίπεδο ανάγνωσης του βιβλίου είναι το πιο βαθύ, το πιο συγκινητικό, αυτό που διατρέχει τις λέξεις της Ερνό, όταν ενθυμείται τον πατέρα της, νεκρό πια από χρόνια. Άλλωστε το βιβλίο ξεκινάει με τη σκηνή του θανάτου του. Επισκέπτεται το σπίτι της για να θάψει τον πατέρα της, έχοντας εκείνη ήδη αλλάξει ζωή. Και εκεί η ηρωίδα, που έχει ήδη γίνει γυναίκα, καθηγήτρια, μητέρα, σύζυγος, ξαναγίνεται η κόρη αυτού του πατέρα. Ο Ράικ στο βιβλίο του «Η ανάγκη να μας αγαπούν» αναφέρεται στο γεγονός ότι η αγάπη είναι μια οικουμενική ανάγκη, αλλά δεν αφορά το ίδιο και τα δύο φύλα. Υπάρχει συναισθηματική διαφορά ανάμεσα στο πώς ζητάει ένα κορίτσι να αγαπηθεί από τον πατέρα από ένα αγόρι, και το αντίστροφο. Καμιά φορά ακόμα και η λέξη «αγαπώ» δεν είναι η κατάλληλη για να εκφράσει όλες αυτές τις διαφορετικές επιθυμίες. Πολλές φορές αυτή η λέξη εκφράζει την ανάγκη να μας συμπαθούν ή να μας θαυμάζουν. Συνήθως το φύλο παίζει ρόλο στο τι τονίζει ο γονέας και στο τι θέλει και το ίδιο το παιδί να αγαπηθεί από αυτό. Το μικρό κορίτσι θέλει να αγαπηθεί επειδή είναι όμορφο, το μικρό αγόρι επειδή είναι δυνατό και ικανό. Αυτή η διαχωριστική γραμμή είναι συχνά εμφανής ακόμα και πριν από την ηλικία των τριών ετών.
Συμβαίνει όμως το εξής στο βιβλίο της Ερνό, όπως και σε όλα τα κορίτσια που τα κατάφεραν μέσα από το βλέμμα του πατέρα. Και εκεί υπάρχει μια διαφοροποίηση που αξίζει να αναδειχθεί. Το πιο δύσκολο και πιο σημαντικό για μια κόρη, εν προκειμένω, είναι όταν ο πατέρας κατορθώσει να δει τις δυνατότητές της –και πέρα από την εμφάνισή της– και επενδύσει εκεί, σαν αυτή να ήταν ένας καλός γιος. Στην περίπτωση αυτή ο άνδρας ευνοεί τη φαλλικότητα του κοριτσιού για να μπορέσει να «διεισδύσει» στον κόσμο, όχι μόνον με την εμφάνιση, αλλά και με τη διανοητικότητα. Τη θεωρεί ικανή να αλλάξει τη ζωή της με το μυαλό της, αποδεικνύοντας ότι είναι καλύτερη και από εκείνον. Η ικανότητα να αγαπάει ένας πατέρας μια κόρη για το μυαλό της (αλλά και μια μητέρα στο αντίθετο παράδειγμα) ευνοεί τη διφυλία της, δεν την εγκλωβίζει στον ρόλο της θηλυκότητας και της επιτρέπει να χτίσει μια ζωή με επιτεύγματα «αρρενωπά», όπως είναι η κατάκτηση ενός πτυχίου και η ισότιμη διείσδυση στον κόσμο των ανδρών.
Σχόλια(1)