Αν ξεκαρδίζεστε με Γούντι Άλεν ή, έστω, με Πίτερ Σέλερς, μη διαβάσετε το υπό συζήτηση έργο σε χώρο όπου το δυνατό γέλιο θα ενοχλούσε. Δεν είναι βέβαιο πως θα τα καταφέρνατε να συγκρατηθείτε. Η συνταγή παλιά: αποφυγή μυθοπλαστικών ή υφολογικών υπερβολών ώστε ατάκες και περιστατικά ουδέτερα καθαυτά να καθίστανται σπαρταριστά χάρη στο θράσος που γονιμοποιεί τη σκηνοθεσία. Το συντομότατο αφήγημα του διάσημου Βρετανού θεατρικού συγγραφέα και σεναριογράφου Άλαν Μπένετ (1934) διαβάζεται μέσα σε 2 ώρες και βγάζει γέλιο, χωρίς να στερείται πολιτικο-πολιτισμικών αιχμών και ενός μελαγχολικού –όχι ηττοπαθούς- υπαρξιακού διαλογισμού. Ο Μπένετ αποτίει για ακόμα μια φορά τιμές στη λογοτεχνία ως πάθος, βραδυφλεγώς έστω, ανατρεπτικό. […]
Όπως και σε άλλα, εξίσου σύντομα και εξίσου κομψά αριστουργήματα, όπου διάσημοι λογοτέχνες επιλέγουν να υπερασπιστούν και να τιμήσουν την εργασία τους και το προϊόν της, επιβεβαιώνοντας και εδώ, με βάση το συγκεκριμένο παράδειγμα, οι αρχές που διέπουν την απόλαυση κάθε τέχνης: η συγγένεια έως και ταύτισή της με το πάθος, την έλξη, την έξη, το δόσιμο, το αυτοδίδακτο, τη μοναχικότητα, την ελεύθερη σκέψη, την αυτοδιάθεση, το απροσδόκητο, το αντιαυταρχικό (έως αντιεξουσιαστικό), το απολύτως αντισυμβατικό∙ η σκοτεινή, μυθική, ανορθολογική καταγωγή του συμβάντος, αντιστρόφως ανάλογη με την πεζή και προβλέψιμη πρόσκρουση του μύθου στην πραγματικότητα και στις συνέπειές της.
Σχόλια(1)