Έπειτα από αρκετά χρόνια ο Γκουρογιάννης βγάζει ένα βιβλίο που θα συζητηθεί. Πρόκειται στην ουσία για τον μονόλογο ενός παροπλισμένου ορθόδοξου κομμουνιστή, νυν δικηγόρου που ζει από πλειστηριασμούς, αγνοημένο συγγραφέα, εμμονικό ιδεολόγο. Ο Βασίλης μεγάλωσε με τα νάματα του εμφυλίου και δεν μπορεί να χωνέψει πώς πήγαν όλα στραβά. Πώς η μεγάλη αριστερά που είχε τόσα σχέδια για τη μελλοντική κοινωνία κατάφερε μια τρύπα στο κενό. Ο Βασίλης είναι μόνος εναντίον όλων. Δεν υπάρχει ιδεολογία για να στηριχτεί. Ζει αναθυμούμενος όλα τα προηγούμενα, στριμωγμένος στο παρόν. Βασική του αναφορά το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, αυτός τα είχε πει αλλά κανείς δεν τον πίστεψε. Τα κιάλια του τίτλου είναι ένα σύμβολο για το πώς έβλεπε τότε ένας ηγέτης, όπως ο στρατάρχης Τσουικόφ τον εχθρό και πώς μπορεί να τον δει ο σημερινός άνθρωπος. Ο Χαρίλαος Φλωράκης του ζητά να τα παραδώσει στο Μουσείο του Κόμματος, αλλά ο Βασίλης αρνείται. Οι σκηνές της συζήτησης του Βασίλη με τον Φλωράκη, προϊόν ευφάνταστης μυθοπλασίας, είναι υπέροχες. Όλο το κείμενο κινείται μεταξύ παρωδίας και τραγωδίας, αναπάντητων ερωτημάτων και υποτιθέμενης αυτοκριτικής. «Κάποια πράγματα που έγιναν εκείνο τον καιρό δεν εξηγούνται» θα πει ο ήρωας στη μάνα του, όταν αυτή προσπαθούσε να εξηγήσει πώς βρέθηκε ένα μοναδικό γυναικείο παπούτσι στον ομαδικό ανδρικό τάφο, στον οποίον περιλαμβανόταν και ο άνδρας της. Ο Γκουρογιάννης έχει πει ότι το βιβλίο αυτό το έγραψε με το υποσυνείδητο, τρέχει μόνο του με το θυμικό. Θα το έλεγες ποιητικό, ιλαροτραγικό, κριτικό. Είναι μια κατάθεση για όσα στροβιλίζονται στο μυαλό του συγγραφέα και του ήρωά του, μπερδεμένα, αναξιολόγητα, επιθετικά, διαυγή όσο και ασαφή. Για τα παλιά αλλά και τα σημερινά, όπως και σήμερα, «ίσως δεν άλλαξε κάτι», μονολογεί στο τέλος ο Βασίλης.
Σχόλια(0)