Η επανάγνωση του κειμένου με βρήκε σε μεγαλύτερη ηλικία, επομένως πιο κοντά στο πνεύμα του έργου, αφού εκείνο που στη νεότητα θαυμάζεται αποστασιοποιημένα ως τεχνική, στο μέσον ή ακόμα πιο μετά προσθέτει και το βίωμα που καθιστά πληρέστερη την εμπειρία.
Οι νεκροί μάς μιλούν. Δεν μας στοιχειώνουν με τη παραφυσική έννοια, όπως στα έργα του φανταστικού. Μας συνοδεύουν όμως σε κάθε βήμα από την αρχή ως το τέλος. Πρωταγωνιστές σ’ αυτό το μικρό αριστούργημα είναι οι νεκροί και συγκεκριμένα η ανάμνηση της παρουσίας τους, η οποία επικάθεται σε όλα τα ανθρώπινα όπως το πυκνό χιόνι που πέφτει στο Δουβλίνο, πνίγοντας στη σιωπή του τις ανθρώπινες εκδηλώσεις χαράς. Κι όμως, είναι η βαρύτητα του αναπόφευκτου τέλους που καθιστά τον εορτασμό σημαντικό, προσδίδοντας νόημα σε όσα προηγήθηκαν, αλλά κι όσα έπονται. Μόνο οι ζώντες εξάλλου θυμούνται, ενώ οι νεκροί πεθαίνουν οριστικά όταν κι ο τελευταίος που φέρει εντός του την ανάμνησή της ύπαρξής τους έχει αποχωρήσει από την παράσταση της ζωής.
Το «χριστουγεννιάτικο» γεύμα που παραθέτουν οι γηραιές κυρίες του διηγήματος θα συγκεντρώσει στη ζεστή τους οικία διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Πιθανώς οι καθημερινές τους έννοιες, η ζωή τους, να είναι κοινή και αδιάφορη για τους περισσότερους. Δεν έχουν να επιδείξουν κάτι μοναδικό, ενώ ο συγγραφέας τούς παρουσιάζει με συμπάθεια, αν κι όχι με εγγύτητα, όσο αυτοί συγκεντρώνονται, αστειεύονται, μετέχουν στο συμπόσιο, ψυχαγωγούνται και αποχωρούν την καθορισμένη ώρα με τις άμαξες μέσα στην παγωνιά του χειμώνα.
Η τεκτονική πλάκα θα μετακινηθεί κατά την επιστροφή του πρωταγωνιστή ονόματι Γκέιμπριελ και της συζύγου του στο σπίτι τους. Όσα προηγήθηκαν μέσω λεπτών υπαινιγμών (λεκτικές και σωματικές εκφράσεις, αλλά και αλληγορίες) εφορμούν στο προσκήνιο (με ιψενικό τρόπο, καθότι ο Τζόις υπήρξε θαυμαστής του Νορβηγού). Ο σεξουαλικός οίστρος του πρωταγωνιστή, η φωτιά του πάθους που ανέσυρε η βραδιά από τα βάθη, θα διακοπεί απότομα από την πιο δυνατή φλόγα της εξομολόγησης της συζύγου του. Το παρελθόν, με τη μορφή μιας παλιάς νεανικής αγάπης που έσβησε πρόωρα, θα κυριεύσει το ζευγάρι. Η ατμόσφαιρα θα γίνει διαπερατή και οι νεκροί, ο νεκρός, θα εισβάλλει στην κάμαρα, στη ζωή, μέσω της ανάμνησης, τα κάρβουνα της οποίας δεν έχουν ακόμη σβήσει στην καρδιά της γυναίκας.
Ο άντρας δεν θα βαρυγκωμήσει, δεν θα οργιστεί με τη γυναίκα του, δεν θα καταραστεί την τύχη του. Θα υποταχθεί στη μοίρα των σοφών θνητών, οι οποίοι βαδίζουν στα βήματα όσων προηγήθηκαν, ανήμποροι να αντιπαλέψουν το βάρος της ανάμνησής τους που σκεπάζει τα πάντα και τους πάντες, όπως το χιόνι που θα καλύψει τη νύχτα εκείνη το Δουβλίνο.
Σχόλια(0)