Η εξαιρετική και πολυβραβευμένη Αγγελική Δαρλάση γράφει ένα βιβλίο στα χνάρια του μαγικού ρεαλισμού, περιγράφοντας τη ζοφερή πραγματικότητα της βίας, ενδοοικογενειακής και μη. Σ’ ένα προφητικό περιβάλλον, οικολογικής καταστροφής, δεν μας χαρίζεται σε σκληρότητα.
Νερά παντού. Πλημμύρα. Τίγκα το νερό στον διάδρομο του επαρχιακού νοσοκομείου, «περίεργα μέρη, σχεδόν μη τόποι» οι διάδρομοι, εκεί γνωρίστηκαν. Η Λου, η Λουκία, η δεκαπεντάχρονη με τα κοντά μαύρα μαλλιά και τη γαλαζοπράσινη φράντζα. Κι ο εννιάχρονος Ντόντο με τ’ όνομα μη ιπτάμενου εξαφανισμένου πια πουλιού και τις επίμονες ερωτήσεις ενοχλητικού «μυξιάρικου». Η Λου δεν βλέπει. Όχι πως δεν μπορεί. Δεν θέλει, όμως, να βλέπει τα αποτρόπαια του κόσμου τούτου κι επιλέγει να μη βλέπει. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μα ο Ντόντο -θείο δώρο για τους γονείς που τον επέλεξαν και τους επέλεξε- δεν την αφήνει σε ησυχία μέχρι να λύσει το μυστήριο της θλίψης της «δανεικής» του αδελφής. Η αγάπη, στην τελική, είναι κάτι που κάνει την οικογένεια.
Η εξαιρετική και πολυβραβευμένη, Αγγελική Δαρλάση, υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν, γράφει ένα βιβλίο στα χνάρια του μαγικού ρεαλισμού, περιγράφοντας τη ζοφερή πραγματικότητα της βίας, ενδοοικογενειακής και μη. Σ’ ένα προφητικό περιβάλλον, οικολογικής καταστροφής, δεν μας χαρίζεται σε σκληρότητα. «Έτσι όπως είσαι, κανένας δεν σε θέλει, ούτε καν να σε βλέπει, μη νομίζεις ότι μπορείς και να του αρέσεις…» λένε οι κακοί. Σε μια αρχέγονη μάχη του κακού με το καλό, στη σύγχρονη εκδοχή του, όπου ο φόβος και ο στρουθοκαμηλισμός κυριαρχούν, υπάρχουν και άτομα που επαναστατούν.
Μα υπάρχει και η τρυφερή πλευρά των ανθρώπων εκείνων που «στο αίμα τους ρέει σοκολάτα», φτιάχνουν μαρμελάδα πορτοκάλι και μαζεύουν ρούχα για τους μη προνομιούχους. Κομβική η δράση τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Επιλογή τους -και της συγγραφέως άλλωστε- να παλεύουν για την επικράτηση του δίκιου. Και τη χαρά του να είσαι ο εαυτός σου. Σαν τους υπέροχα αλλόκοτους ήρωες που «τις άρρωστες καρδιές με χαμόγελα τις θρέφουν».
Σχόλια(0)