0


ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ 2010 του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ
Ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα για τον αγνοημένο πόλεμο της Κύπρου αλλά και για κάθε πόλεμο.
ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ 2010 του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ
[…]Το παλιό λεωφορείο, ένα Βόλβο εικοσαετίας, με αεροπορικό βόμβο και ξερούς τριγμούς, ξεκίνησε για μια σύντομη περιήγηση στην παλαιά Λευκωσία και αποκεί θα κατευθυνόταν προς το ξενοδοχείο Nicosia. Στην ατμόσφαιρά του πλανιόταν η αίσθηση ότι εγκατέλειπαν πίσω στη Μακεδονίτισσα τους νεκρούς συμπολεμιστές, ηττημένοι από το πάθος για μια παγωμένη μπίρα. Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούσαν να τους παρηγορήσουν. Δεν γνωρίζουν αν οι νεκροί χρειάζονται παρηγοριές. Αυτό που έγινε πριν από λίγο ήταν μια βιαστική συνάντηση έπειτα από τριάντα τόσα χρόνια παλαιών φίλων, οι οποίοι δεν είχαν τίποτε πλέον να πουν πέρα από τα τυπικά και ανυπομονούσαν να χωρίσουν με εύσχημο τρόπο. Εξάλλου οι νεκροί ήταν ήδη ενήλικες: ήταν τριάντα τριών ετών νεκροί. Είχαν πια προσαρμοστεί να είναι νεκροί, ενώ ως ζωντανοί βίωσαν μόλις είκοσι πέντε χρόνια, και προφανώς τα είχαν λησμονήσει. […]
Με πρωταγωνιστές μια ομάδα βετεράνων του πολέμου στην Κύπρο το 1974, κατά την εισβολή του Αττίλα, οι οποίοι επιστρέφουν στα πεδία των μαχών τριάντα τόσα χρόνια μετά, ο Βασίλης Γκουρογιάννης στήνει ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα για τον αγνοημένο αυτό πόλεμο αλλά και για κάθε πόλεμο. Μεγάλο μέρος του μυθοπλαστικού υλικού του βιβλίου είναι βασισμένο σε μαρτυρίες ελλήνων και τούρκων βετεράνων που έλαβαν μέρος στα γεγονότα.
Ο συγγραφέας γράφει ένα υπαρξιακό, ώριμο και σημαντικό μυθιστόρημα για έναν αγνοημένο πόλεμο, εκείνο της Κύπρου του 1974, αλλά και για κάθε πόλεμο. Ο προσεκτικός τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το δύσκολο υλικό του, καθώς και η δεξιοτεχνία του στην αφήγηση αναδεικνύουν το Κόκκινο στην πράσινη γραμμή ως ένα από τα πιο αξιοπρόσεκτα ελληνικά μυθιστορήματα, που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια.
Ο Βασίλης Γκουρογιάννης, έπειτα από μια σειρά βιβλίων που τα χαρακτήριζε μια όχι κραυγάζουσα αιρετική διάθεση, αποφασίζει και βάζει το δάχτυλο επί των τύπων των ήλων στην πληγή του κυπριακού δράματος – και μάλιστα από μια πλευρά που κανείς μέχρι σήμερα δεν τολμούσε να αγγίξει: Την ιστορία των βετεράνων Ελλήνων στρατιωτών που πολέμησαν στην Κύπρο, κατά τη διάρκεια των δύο επάλληλων τουρκικών εισβολών. Φέρνει στο φως το δικό μας, ελληνικό, καλά κρυμμένο «Βιετνάμ», μαζί με όλα τα συλλογικά τραύματα ή μυθεύματα που το συνοδεύουν. Χωρίς να θέλει να υποκαταστήσει τους ιστορικούς –βαθύτερο θέμα του, άλλωστε, είναι ο παραλογισμός του πολέμου, η παραδοξότητα της ανθρώπινης κατάστασης, η ευθραυστότητα της μνήμης και της ταυτότητας–, καταφέρνει και συνθέτει ένα από τα πιο πειστικά και ολοκληρωμένα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων. Μην το προσπεράσετε.
Ο Γκουρογιάννης κατόρθωσε να υλοποιήσει στο ακέραιο την έμπνευση και τη θεματική που επέλεξε. Τιθάσευσε το αφηγηματικό του υλικό, προφανώς προϊόν έρευνας και μελέτης, και το μετασχημάτισε σε μυθοπλαστική πλοκή και ανέλιξη. Η αφήγηση εκφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, αλλά εμπεριέχει και ενσωματώνει αρμονικά τις πρωτοπρόσωπες εξιστορήσεις των βετεράνων. Παρόλο δε που υπάρχει πληθώρα ηρώων και προσώπων, όλοι οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται και αποδίδονται εξαιρετικά πειστικά και διατηρούν την ιδιαιτερότητα και την ατομικότητά τους. Ξεχωρίζει βέβαια ο χαρακτήρας του προέδρου, ο οποίος εκτός όλων των άλλων αφηγηματικών χαρισμάτων που του προσέδωσε ο συγγραφέας είναι και υπόδειγμα ψυχαναλυτικής προσέγγισης. Η εκφραστική δύναμη, η γλωσσική ευχέρεια και η στιβαρή αφήγηση στηρίζουν απόλυτα το όλο εγχείρημα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι βέβαια ένα από τα πιο άρτια και τα πιο ενδιαφέροντα πολλαπλώς μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων.
Όλα δείχνουν πως το Κυπριακό έπεσε σε καλά μυθιστορηματικά χέρια. Αν και παρακάμπτονται θεματικά οι Εγγυήτριες Δυνάμεις και ο διεθνής παράγοντας, το πρόβλημα της Κύπρου προβάλλει σε όλες του τις διαστάσεις. Επιπροσθέτως, παρόλο που δεν υπάρχουν κύπριοι ήρωες, δίνεται μια εναργής εικόνα της σημερινής Πράσινης Γραμμής και της Λευκωσίας. Αλλά και γενικότερα, πέραν του Κυπριακού, έχουμε ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο και τα μεθεόρτιά του, υποστηριζόμενο από μια γλώσσα που διατηρεί τις ποιητικές καταβολές της.
«Ποιος θα μιλήσει για το δικό μας Βιετνάμ;»
[…] Η βασική πλοκή, παρ’ ότι ευρηματική, είναι μινιμαλιστική και το βάρος, στο αρκετά ογκώδες αυτό μυθιστόρημα πέφτει στην ανάδειξη του ψυχολογικού κόσμου των πρωταγωνιστών και στην περιγραφή των τραυματικών αναμνήσεων. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για βιβλίο-σταθμό για την ελληνική πεζογραφία, που δείχνει επιτέλους ξανά ικανή να σκαλίσει χαίνουσες πληγές, να τις χειριστεί με μυθιστορηματική επιδεξιότητα και να μην αρκεστεί σε επιχειρήματα-ναρκωτικά για να απαλύνει τον πόνο.
Ο Βασίλης Γκουρογιάννης παρουσιάζει ανάγλυφα την ιστορία αυτών των δύο κρίσιμων μηνών γύρω από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο με μάχες αλλά και εγκλήματα πολέμου. Κυκλώνει από παντού το θέμα του, την ιστορία των φαντάρων που στιγματίστηκαν διπλά, από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και από την ήττα. Την αμοιβαία καχυποψία Ελλαδιτών και Ελληνοκυπρίων. Γραφή με πάθος, απολαυστικό χιούμορ, ανατροπές, κωμικοτραγικά επεισόδια – ο συγγραφέας διακρίνεται για το ταλέντο του σε αυτά τα πεδία. Πολυπρισματική αφήγηση που δίνει τον λόγο τόσο στο βίωμα όσο και στον «αντικειμενικό» ιστορικό. Η πλοκή ακολουθεί την πορεία των μελών του συλλόγου βετεράνων Ελλαδιτών πολεμιστών στην Κύπρο –πηγαίνουν και στα Κατεχόμενα όπου συναντούν Τούρκους βετεράνους του ίδιου πολέμου- και ιδιαίτερα του προέδρου, για τον οποίο υπάρχει καχυποψία ως προς το αν πολέμησε ή όχι. Μια ανατροπή στο τέλος, που προετοιμάστηκε περίτεχνα, ρίχνει φως και στο μυστήριο αυτό.
Ο ελληνικός στρατός δεν είναι μόνο Λεωνίδες, Κολοκοτρώνηδες, και Δαβάκηδες
[…] ο Βασίλης Γκουρογιάννης αφιερώνει σΆ αυτούς τους άγνωστους, συκοφαντημένους και βασανισμένους Έλληνες, που πολέμησαν εναντίον των Τούρκων εισβολέων το 1974, ένα από τα συναρπαστικότερα και πιο και πιο σημαντικά βιβλία των τελευταίων χρόνων.
«Εχουν και οι Τουρκοκύπριοι αγνοουμένους»
Τα παιδιά ενός άγνωστου πολέμου
Ο Γκουρογιάννης φαίνεται να πιστεύει ότι ούτε η ελληνική κοινωνία είναι ακόμα ώριμη να κοιτάξει κατάματα το ζήτημα της Κύπρου και του πολέμου της. Ξύνει όμως την πληγή και θέτει το πρόβλημα. Διαπραγματεύεται μια δύσκολη και ευαίσθητη θεματική. Επιλέγει και επιτυγχάνει την αφηγηματική σύζευξη μιας ατομικής υπαρξιακής περιπέτειας με την πιο συλλογική πολεμική εμπλοκή. […] Αυτόν τον πόλεμο και τις ιδιαιτερότητές του, όπως την προδοτική αιτία του, την ανοργανωσιά του, τους αυτοσχεδιασμούς του, την ηγετική ανεπάρκεια, τις αυτοθυσίες του, αλλά και τα κλασικά του χαρακτηριστικά, όπως τη βία, τη φρίκη, τον θάνατο, την καταπάτηση των ανθρωπιστικών ιδεωδών, φέρνει στην επιφάνεια η αφήγηση. Εκθέτει βέβαια και τα αποτελέσματά του: τον ακρωτηριασμό της Κύπρου, αλλά και τον σωματικό και ψυχικό ακρωτηριασμό των ανθρώπων. Ταυτόχρονα βέβαια αναδεικνύει και τη φρίκη κάθε πολέμου και το μυθιστόρημα εντάσσεται έτσι στη μεγάλη αντιπολεμική λογοτεχνική παράδοση, συνεισφέροντας τη δική του οπτική. […]
Ο Γκουρογιάννης κατόρθωσε να υλοποιήσει στο ακέραιο την έμπνευση και τη θεματική που επέλεξε. Τιθάσευσε το αφηγηματικό του υλικό, προφανώς προϊόν έρευνας και μελέτης, και το μετασχημάτισε σε μυθοπλαστική πλοκή και ανέλιξη. Η αφήγηση εκφέρεται σε τρίτο πρόσωπο, αλλά εμπεριέχει και ενσωματώνει αρμονικά τις πρωτοπρόσωπες εξιστορήσεις των βετεράνων. Παρόλο δε που υπάρχει πληθώρα ηρώων και προσώπων, όλοι οι χαρακτήρες σκιαγραφούνται και αποδίδονται εξαιρετικά πειστικά και διατηρούν την ιδιαιτερότητα και την ατομικότητά τους. Ξεχωρίζει βέβαια ο χαρακτήρας του προέδρου, ο οποίος εκτός όλων των άλλων αφηγηματικών χαρισμάτων που του προσέδωσε ο συγγραφέας είναι και υπόδειγμα ψυχαναλυτικής προσέγγισης. Η εκφραστική δύναμη, η γλωσσική ευχέρεια και η στιβαρή αφήγηση στηρίζουν απόλυτα το όλο εγχείρημα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι βέβαια ένα από τα πιο άρτια και τα πιο ενδιαφέροντα πολλαπλώς μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων.
Σημαντικό μυθιστόρημα για το ’74
Ο ξεχασμένος πόλεμος, ο αληθινός πόλεμος
«Το πολύκροτο μυθιστόρημα για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο»
Σχόλια(0)