Πώς προσεγγίζεις ένα μυθιστόρημα που δεν εστιάζει την ιστορία του σε κεντρικό πρόσωπο, που δεν έχει την αφήγησή του δομημένη γύρω από βασικές συνιστώσες της πλοκής, που δεν έχει στην ουσία μία και μόνον πλοκή; Θα μπορούσαν, λοιπόν, τα κεφάλαια του βιβλίου να αποτελούν αυτόνομες ιστορίες; Λέω πως όχι. Κάποια από τα πρόσωπα επανέρχονται ως παρουσίες, μετά την πρώτη τους εμφάνιση, ωστόσο αυτό δεν θα ήταν αρκετό σε μια παραδοσιακή γραφή μυθοπλασίας, ούτε και είναι ο λόγος που συνδέει τις «ιστορίες» του βιβλίου μεταξύ τους. Ο συνδετικός ιστός του βιβλίου είναι η εποχή, είναι η ατμόσφαιρα των αρχών της δεκαετίας του ’50 (που διατηρήθηκε με μικρές αλλαγές ως τις αρχές της επόμενης δεκαετίας) στην Αθήνα, την πόλη που τότε εξελισσόταν, ενηλικιωνόταν με αμφίβολα τα αποτελέσματα της ωρίμασής της, όπως αποδείχθηκε. Για τον συγγραφέα, ωστόσο, αυτά τα χρόνια ήταν ένα κομμάτι από τη δική του παιδική ηλικία, είναι οι δικές του αποθηκευμένες εικόνες μνήμης, που με την τωρινή ματιά αναπλάθονται στη γραφή διατηρώντας την αλήθεια τους (συχνά σκληρή) και ενσωματώνοντας μέσα τους την αναπόφευκτη γνώση για την εξέλιξη που είχαν. Να διευκρινιστεί εδώ πως για μυθοπλασία πρόκειται, ακόμα κι αν γνωστά πρόσωπα ανιχνεύονται μέσα της, ακόμα κι αν κάποια από αυτά καθαρά ονομάζονται. Άλλωστε, γνωστό αυτό σε όποιον έχει δοκιμαστεί στη γραφή, ακόμα και η πιο αληθινή ιστορία ακουμπά στο λογοτεχνικό «ψεύδος», ακόμα και η πιο ευφάνταστη μυθοπλασία έχει την αφορμή της σε προσωπικά βιώματα.
Τα πιο σκληρά συλλογικά βιώματα (η εποχή γειτνιάζει με ζοφερές σελίδες της ιστορίας του τόπου που ακόμη ηχούν) συντροφεύονται (ευφυής στη δισημία του ο τίτλος) από «ελαφρά τραγούδια», έτσι όπως ακουγόντουσαν από τα ραδιόφωνα της εποχής, κι ας μην ήταν όλα ελαφρά. Μια αντίστιξη της ελαφρότητας με το βάρος των βιωμάτων. Η ανάγκη τότε του κόσμου να δει τη ζωή με πιο αισιόδοξα μάτια – κι ας μη φαινόταν το άνοιγμα του ορίζοντα σε ένα καλύτερο μέλλον. Η αρχή της ανοικοδόμησης της ζωής από τα ερείπια του πολέμου και του εμφυλίου –δύο πόλεμοι μαζί– αλλά και η αρχή της ολέθριας οικοδόμησης της Αθήνας, η αρχή του νεοπλουτισμού, το ξεκίνημα μιας ατέλειωτης ως τα σήμερα πορείας καταστροφής. Ποιος, όμως, τότε μπορούσε να τα δει όλα αυτά στην απαισιόδοξη προοπτική τους;
[...]
Ανάμεσα στα πρόσωπα που ντύνονται με τις ιστορίες του βιβλίου, υπάρχει και ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής (αναιρώντας έτσι τη συνθήκη του αμιγώς παντογνώστη συγγραφέα/αφηγηματικού υποκειμένου), ο παρατηρητής αλλά και συμμετέχων ενίοτε, ο οποίος σχολιάζει από μια οπτική πιο σοφή μιας εγνωσμένης ήδη πραγματικότητας. Μια υπέροχη μείξη γνώσης και άγνοιας των ηρώων, ταυτόχρονα μια ανάμειξη των αφηγηματικών τρόπων. Περισσότερο, όμως, μια αλλαγή ύφους του πολυγραφότατου συγγραφέα· κάτι που δείχνει εμφανέστατα πως ο πειραματισμός και η εισχώρηση σε νέες μορφές δεν είναι μόνον ίδιον των νεότερων της συγγραφής αλλά ένδειξη ενάργειας του πνεύματος και τόλμης για τους δοκιμασμένους.
Μυθιστόρημα, λοιπόν, κι ας μην μοιάζει για τέτοιο. Μυθιστόρημα, γιατί όταν δεις από μια απόσταση αναγνωστική όλες τις ιστορίες μαζί, σου φέρνουν στον νου μια τοιχογραφία τεράστια. Από κοντά παρατηρείς μόνον τα επιμέρους, μορφές και σχήματα, που δεν νιώθεις αμέσως το μερίδιό τους στη συνολική εικόνα· η απόσταση είναι που σου προσφέρει και τη σχεδιαστική ιδέα του δημιουργού αλλά και το νόημά της. Όπως εδώ. Είναι το μωσαϊκό του βιβλίου. Η πρώτη ύλη από την οποία φτιάχνεται η μεγάλη αφήγηση, το μυθιστόρημα. Η παρατήρηση, η μνήμη, η γνώση. Είναι η εποχή. Είναι η μνήμη που αποθηκεύει και η γνώση που καταγράφει – όπως κι αν ο δημιουργός θελήσει να τα διατάξει όλα αυτά τα πρωτογενή υλικά για να συνθέσει το έξοχο σύνολο.
Σχόλια(0)