Ο Αλέξης Πανσέληνος, με το «Λάδι σε καμβά» μας ταξιδεύει στο καλοκαίρι της λεγόμενης «χαμένης άνοιξης», στα χρόνια της ανάσας που πήρε η ελληνική κοινωνία στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1960, μιαν ανάσα που την έκοψε βίαια η δικτατορία των συνταγματαρχών. Μας ταξιδεύει στην ομορφιά και τους χυμούς ενός ελληνικού νησιού, όπου ένας φέρελπις ζωγράφος, ο Σπύρος, θα περάσει τις διακοπές του, τότε ακόμα που «τα καλοκαίρια είχαν τη γεύση της αιωνιότητας», τότε που «ο κόσμος όλος ήταν όπως εμείς – είκοσι χρονών». Παρόντες εντός του εικοσαετούς Σπύρου, όπως και σε όλη την ατμόσφαιρα του νησιού, είναι ο ενθουσιασμός και ο αισθησιασμός. 1966, και ξανθά κορίτσια, σαν την Ανν Λόμπεργκ, του Βασίλη Γεωργιάδη και του Ιάκωβου Καμπανέλλη, πρόβαλλαν πάνω σε μοτοποδήλατα Velosolex με κοντά λουλουδάτα φουστάνια· νεαροί και νεαρές –η Νόνη, η Βούλα, ο Πάρης, ο Κρίτων, η Γωγώ, η Ειρήνη– άκουγαν Γιώργο Ζωγράφο, Μαρία Φαραντούρη, Μίκη Θεοδωράκη, Νέο Κύμα, Tony Dallara και τη “Maliziusella” του, σε 45άρια δισκάκια στο ηλεκτρόφωνο Teppaz· νεαροί και νεαρές ερωτεύονταν, ο ένας τον άλλον, ερωτεύονταν τον έρωτα, και, ναι, ο έρωτας ερωτευόταν αυτούς, ερωτευόταν τις χρυσαφιές ή καστανές μπούκλες τους, τα πρασινογάλαζα μάτια τους, τη σφριγηλότητά τους.
Ο Πανσέληνος απλώνει δεξιοτεχνικά τα χρώματα των λέξεών του, τη ζωγραφική των φράσεών του, στον καμβά των σελίδων του και αναπλάθει για χάρη μας όλo εκείνο το άδολο γλέντι νου και αισθήσεων που ήταν το θέρος των σίξτις. Δεν λείπουν οι περιπλοκές, οι αντιζηλίες, οι διεκδικήσεις, οι έριδες, μια μνεία στην «Εξιλέωση» του Ίαν ΜακΓιούαν, μια λανθασμένη στιγμή, η καταισχύνη, το όνειδος, η αποπομπή. Ακόμα, πλήθος είναι οι αναφορές στην ελληνική εικαστική σκηνή (δεσπόζουν αρχικά οι Μόραλης, και Νικολάου, αλλά εν συνεχεία η Ομάδα των Νέων Ρεαλιστών – θα αναγνωρίσει ο επαΐων στα εικαστικά δημιουργούς όπως οι Μπότσογλου, Δίγκα, Κατζουράκης, Ψυχοπαίδης σε όσους απαρτίζουν την παρέα του Σπύρου στην ΑΣΚΤ).
Και μετά, η δικτατορία. Το δίλημμα του Σπύρου: να προδώσει το όνειρό του ή να προδώσει την παρέα του. Επιλέγει, σκληρά και δραματικά, αλλά σθεναρά, το πρώτο. Αντίο στη ζωγραφική, μια ζωή ρουτίνας εν συνεχεία, η κάθοδος στην πραγματική πραγματικότητα χωρίς ενδοιασμούς, αλλά και χωρίς καλλωπισμούς. Διανύουμε, με οδηγό έναν στρωτό μινιμαλισμό, κοσμημένο με λυρικές ανταύγειες και λεπταίσθητους συλλογισμούς στο θέμα του χρόνου και της μνήμης, τις δεκαετίες ανάμεσα στα 1966 και 2022, για να φτάσουμε σε ένα περίτεχνα επινοημένο τέλος.
Σχόλια(0)