

Οι άθλοι του Ηρακλή Μπιλ
Ο Ηρακλής Μπιλ είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που μεγαλώνει στη Νέα Αγγλία των ΗΠΑ. Ξεκινά την αφήγησή του στο κατώφλι της ενηλικίωσης, λίγο πριν από τη μεγάλη αλλαγή του Γυμνασίου, σε εκείνη την καμπή όπου ο δρόμος της ζωής ανοίγεται μπροστά σου μεγάλος και καινούργιος, για να σε οδηγήσει μακριά από το παιδί που υπήρξες λίγο μόλις πριν.
Κι ωστόσο, για τον Ηρακλή αυτό έχει ήδη συμβεί. Βάναυσα και τραυματικά. Ο καταλύτης της ενηλικίωσής του, το γεγονός που τον φέρνει αντιμέτωπο με έναν χείμαρρο από άβολα συναισθήματα που πρέπει να ξεδιαλύνει, που οξύνει τις κεραίες του και τις στρέφει προς τα έξω, που τον ανοίγει προς τον κόσμο την ίδια στιγμή που τον αναγκάζει να κοιτάξει βαθιά μέσα του, είναι η απώλεια των γονιών του ενάμιση χρόνο πριν. Αρχίζει να το ψελλίζει ήδη από τις πρώτες σελίδες, το αφήνει να χυθεί κάτω από τις λέξεις σιγά σιγά, λαθραία, να δώσει τον τόνο σε τούτο το τρυφερό αφήγημα που είναι πάνω απ’ όλα μια ιστορία για τον θυμό και τον πόνο και για το πώς μαθαίνουμε να ζούμε με αυτά δίχως να χάνουμε στιγμή από την ομορφιά της ζωής.
Αυτή είναι η λέξη που έρχεται πρώτη στο μυαλό μου κάθε φορά που κάποιος μου ζητάει να του μιλήσω για αυτό το βιβλίο: τρυφερότητα. Είναι μια ιδιότητα που χαρακτηρίζει και τους πιο τραχείς από τους χαρακτήρες του -που δεν είναι λίγοι- που αναδύεται ουσιαστική και, προ πάντων, χαμηλόφωνη, σπάνια μέσα από λόγια, κυρίως μέσα από βλέμματα, από χειρονομίες, από πράξεις. Και βέβαια μέσα από την ένταση του συναισθήματος του ίδιου του μικρού αφηγητή, που κάνει τη ματιά του δεκτική στην ποίηση του γύρω του κόσμου. Πώς να ξεχάσει κανείς τις υπέροχες περιγραφές του της ανατολής επάνω στους αμμόλοφους;
Γύρω από τον Ηρακλή συσπειρώνεται ένας κόσμος, μια κοινότητα από ανθρώπους, νέους αλλά και μεγαλύτερους, καμιά φορά αρκετά μεγαλύτερους από εκείνον, που τούτο το πονεμένο, ευαίσθητο παιδί θα δέσει σαν οικογένεια - την οικογένεια που έχει στερηθεί. Είναι ένα από τα πιο δυνατά διδάγματα που του δίνει η ζωή του κατά τη διάρκεια αυτού του ενός έτους που καλύπτει η αφήγηση: δεν είσαι μόνος, δεν χρειάζεται να είσαι ήρωας... Μα, αφού αυτό ακριβώς του ζητούν να κάνει. Να σφίξει τα δόντια και να είναι καλά. Να μη νιώθει θυμό. Να μη σκέφτεται πως φταίει. Γιατί δεν παίρνει παράδειγμα από τον μυθικό συνονόματό του;
Κάπου εδώ, λοιπόν, ανεβαίνει στη σκηνή της ζωής του μια περίεργη φιγούρα: ο Συνταγματάρχης Χάπφερ, ένας απόστρατος πεζοναύτης παύλα φιλόλογος, ο πιο δύσκολος από τους δύσκολους συνοδοιπόρους του Ηρακλή, που του αναθέτει μια φαινομενικά αδύνατη αποστολή: να φέρει σε πέρας, όπως λέει ο ίδιος «να εκτελέσει κόμμα πραγματοποιήσει κόμμα ολοκληρώσει» τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή στο σήμερα κι έπειτα να στοχαστεί τη σημασία τους για τη ζωή του. Πόσο ζήλεψα τον Ηρακλή για την καλή του τύχη να έχει έναν τέτοιο δάσκαλο! Από κείνους που σε νοιάζονται βαθιά -κι ας ισχυρίζονται το αντίθετο με κάθε ευκαιρία-, αλλά που δεν σου χαρίζονται στιγμή. Από κείνους που ξέρουν τι συμβαίνει μέσα σου πριν καν εσύ το υποπτευθείς. Από κείνους, τέλος, που ξέρουν πώς να σε βοηθήσουν να το ανακαλύψεις, πώς να σε σπρώξουν εκόντα άκοντα να περπατήσεις το μονοπάτι της γνώσης - της ακαδημαϊκής, του κόσμου και του εαυτού σου.
Δεν θα σας πω αν ο Ηρακλής Μπιλ βρίσκει ένα λιοντάρι της Νεμέας να σκοτώσει ανάμεσα στις αμμοθίνες του Ακρωτηρίου Κοντ, αν καταφέρνει να αποσπάσει τη ζώνη μιας μοντέρνας Ιππολύτης, αν τέλος, επιστρέφει από την κατάβαση στον Άδη. Πώς είναι καν δυνατόν να κάνεις ένα τέτοιο ταξίδι και να γυρίσεις πίσω, αναρωτιέται και ο ίδιος ξανά και ξανά. Θα σας πω μόνο αυτό: ενόσω μετέφραζα το βιβλίο, το διάβαζα συγχρόνως στον δωδεκάχρονο γιο μου. Ήθελα να επωφεληθεί, όπως το επιθυμούν συχνά οι μαμάδες, από τα ατόφια, λεπτοδουλεμένα του συναισθήματα. Ήθελα επίσης να γελάσει με τη σκωπτική, συχνά, ειρωνική ματιά της αφήγησης πάνω στην περιπέτεια που είναι η ζωή για ένα παιδί της ηλικίας του. Και στην ιστορία του μικρού Ηρακλή είναι πολλές οι ευκαιρίες για γέλιο, για όλη την γκάμα του, από το στοργικό χαμόγελο μέχρι το ξεκαρδιστικό χάχανο. Κι έτσι διαβάζαμε, εγώ συχνά βουρκωμένη κι εκείνος νηφάλιος και διψασμένος για ψυχαγωγία. «Μαμά, συγκινείσαι, ε;» μου έλεγε κι ύστερα ξέσπαγε σε γέλια. «Διάβασέ μου, λίγο ακόμα. Είναι τέλειος ο Συνταγματάρχης Χάπφερ! Φουλ ακραίος!»
Μαρία Σκαμάγκα
Ο Ηρακλής Μπιλ είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που μεγαλώνει στη Νέα Αγγλία των ΗΠΑ. Ξεκινά την αφήγησή του στο κατώφλι της ενηλικίωσης, λίγο πριν από τη μεγάλη αλλαγή του Γυμνασίου, σε εκείνη την καμπή όπου ο δρόμος της ζωής ανοίγεται μπροστά σου μεγάλος και καινούργιος, για να σε οδηγήσει μακριά από το παιδί που υπήρξες λίγο μόλις πριν.
Κι ωστόσο, για τον Ηρακλή αυτό έχει ήδη συμβεί. Βάναυσα και τραυματικά. Ο καταλύτης της ενηλικίωσής του, το γεγονός που τον φέρνει αντιμέτωπο με έναν χείμαρρο από άβολα συναισθήματα που πρέπει να ξεδιαλύνει, που οξύνει τις κεραίες του και τις στρέφει προς τα έξω, που τον ανοίγει προς τον κόσμο την ίδια στιγμή που τον αναγκάζει να κοιτάξει βαθιά μέσα του, είναι η απώλεια των γονιών του ενάμιση χρόνο πριν. Αρχίζει να το ψελλίζει ήδη από τις πρώτες σελίδες, το αφήνει να χυθεί κάτω από τις λέξεις σιγά σιγά, λαθραία, να δώσει τον τόνο σε τούτο το τρυφερό αφήγημα που είναι πάνω απ’ όλα μια ιστορία για τον θυμό και τον πόνο και για το πώς μαθαίνουμε να ζούμε με αυτά δίχως να χάνουμε στιγμή από την ομορφιά της ζωής.
Αυτή είναι η λέξη που έρχεται πρώτη στο μυαλό μου κάθε φορά που κάποιος μου ζητάει να του μιλήσω για αυτό το βιβλίο: τρυφερότητα. Είναι μια ιδιότητα που χαρακτηρίζει και τους πιο τραχείς από τους χαρακτήρες του -που δεν είναι λίγοι- που αναδύεται ουσιαστική και, προ πάντων, χαμηλόφωνη, σπάνια μέσα από λόγια, κυρίως μέσα από βλέμματα, από χειρονομίες, από πράξεις. Και βέβαια μέσα από την ένταση του συναισθήματος του ίδιου του μικρού αφηγητή, που κάνει τη ματιά του δεκτική στην ποίηση του γύρω του κόσμου. Πώς να ξεχάσει κανείς τις υπέροχες περιγραφές του της ανατολής επάνω στους αμμόλοφους;
Γύρω από τον Ηρακλή συσπειρώνεται ένας κόσμος, μια κοινότητα από ανθρώπους, νέους αλλά και μεγαλύτερους, καμιά φορά αρκετά μεγαλύτερους από εκείνον, που τούτο το πονεμένο, ευαίσθητο παιδί θα δέσει σαν οικογένεια - την οικογένεια που έχει στερηθεί. Είναι ένα από τα πιο δυνατά διδάγματα που του δίνει η ζωή του κατά τη διάρκεια αυτού του ενός έτους που καλύπτει η αφήγηση: δεν είσαι μόνος, δεν χρειάζεται να είσαι ήρωας... Μα, αφού αυτό ακριβώς του ζητούν να κάνει. Να σφίξει τα δόντια και να είναι καλά. Να μη νιώθει θυμό. Να μη σκέφτεται πως φταίει. Γιατί δεν παίρνει παράδειγμα από τον μυθικό συνονόματό του;
Κάπου εδώ, λοιπόν, ανεβαίνει στη σκηνή της ζωής του μια περίεργη φιγούρα: ο Συνταγματάρχης Χάπφερ, ένας απόστρατος πεζοναύτης παύλα φιλόλογος, ο πιο δύσκολος από τους δύσκολους συνοδοιπόρους του Ηρακλή, που του αναθέτει μια φαινομενικά αδύνατη αποστολή: να φέρει σε πέρας, όπως λέει ο ίδιος «να εκτελέσει κόμμα πραγματοποιήσει κόμμα ολοκληρώσει» τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή στο σήμερα κι έπειτα να στοχαστεί τη σημασία τους για τη ζωή του. Πόσο ζήλεψα τον Ηρακλή για την καλή του τύχη να έχει έναν τέτοιο δάσκαλο! Από κείνους που σε νοιάζονται βαθιά -κι ας ισχυρίζονται το αντίθετο με κάθε ευκαιρία-, αλλά που δεν σου χαρίζονται στιγμή. Από κείνους που ξέρουν τι συμβαίνει μέσα σου πριν καν εσύ το υποπτευθείς. Από κείνους, τέλος, που ξέρουν πώς να σε βοηθήσουν να το ανακαλύψεις, πώς να σε σπρώξουν εκόντα άκοντα να περπατήσεις το μονοπάτι της γνώσης - της ακαδημαϊκής, του κόσμου και του εαυτού σου.
Δεν θα σας πω αν ο Ηρακλής Μπιλ βρίσκει ένα λιοντάρι της Νεμέας να σκοτώσει ανάμεσα στις αμμοθίνες του Ακρωτηρίου Κοντ, αν καταφέρνει να αποσπάσει τη ζώνη μιας μοντέρνας Ιππολύτης, αν τέλος, επιστρέφει από την κατάβαση στον Άδη. Πώς είναι καν δυνατόν να κάνεις ένα τέτοιο ταξίδι και να γυρίσεις πίσω, αναρωτιέται και ο ίδιος ξανά και ξανά. Θα σας πω μόνο αυτό: ενόσω μετέφραζα το βιβλίο, το διάβαζα συγχρόνως στον δωδεκάχρονο γιο μου. Ήθελα να επωφεληθεί, όπως το επιθυμούν συχνά οι μαμάδες, από τα ατόφια, λεπτοδουλεμένα του συναισθήματα. Ήθελα επίσης να γελάσει με τη σκωπτική, συχνά, ειρωνική ματιά της αφήγησης πάνω στην περιπέτεια που είναι η ζωή για ένα παιδί της ηλικίας του. Και στην ιστορία του μικρού Ηρακλή είναι πολλές οι ευκαιρίες για γέλιο, για όλη την γκάμα του, από το στοργικό χαμόγελο μέχρι το ξεκαρδιστικό χάχανο. Κι έτσι διαβάζαμε, εγώ συχνά βουρκωμένη κι εκείνος νηφάλιος και διψασμένος για ψυχαγωγία. «Μαμά, συγκινείσαι, ε;» μου έλεγε κι ύστερα ξέσπαγε σε γέλια. «Διάβασέ μου, λίγο ακόμα. Είναι τέλειος ο Συνταγματάρχης Χάπφερ! Φουλ ακραίος!»
Μαρία Σκαμάγκα








