

Ο «Φανταστικός κόσμος της Ντόρι» της Άμπι Χάνλον
Όταν η Άμπι Χάνλον ετοιμαζόταν να εκδώσει το πρώτο της παιδικό βιβλίο, που είχε τον τίτλο Ralph tells a story, δέχτηκε ένα σχόλιο από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του εκδοτικού οίκου: Τα δόντια στις εικόνες της ήταν πολύ μυτερά. Οι χαρακτήρες έμοιαζαν περισσότερο με βαμπίρ και ξωτικά παρά με παιδιά. Έτσι, η Χάνλον άρχισε να στρογγυλεύει τα δόντια και τα αυτιά. Μετά την παράδοση του βιβλίου ξεκίνησε να ζωγραφίζει βαμπίρ και ξωτικά. Αφού τα σχέδιά της ήδη παρέπεμπαν σε αυτά, αποφάσισε να συνεχίσει έτσι. Εντωμεταξύ τα δίδυμα παιδιά της, που τότε ήταν 5 ετών, αγαπούσαν ολοένα και περισσότερο τα παραμύθια των αδερφών Γκριμ. «Ήθελαν να διαβάζουν οτιδήποτε φρικιαστικό. Τους άρεσε ό,τι τους προκαλούσε τρόμο» λέει η Χάνλον καθισμένη σε ένα πουφ στο μικρό σπιτάκι της αυλής της, που λειτουργεί ως το συγγραφικό της εργαστήρι, στο Παρκ Σλόουπ. Η κόρη της ξετρελάθηκε με την κυρία Χάνιγκαν, την κακιά διευθύντρια του ορφανοτροφείου στην Annie. «Έτσι άρχισα να σκέφτομαι την κυρία Φαγάνα» αποκαλύπτει και προσθέτει: «Έβλεπα την έλξη τους προς το σκοτεινό και τρομακτικό, την ανάγκη τους να το προσεγγίσουν».
Η κυρία Φαγάνα είναι η φανταστική κακιά στον Φανταστικό κόσμο της Ντόρι, που αργότερα θα γινόταν ολόκληρη σειρά. Είναι μια γυναίκα 507 ετών που πίνει πολύ καφέ και θέλει να απαγάγει την εξάχρονη Ντόρι και να την κάνει το μωρό της. Έχει σφιχτό κότσο, φοράει ένα μαύρο φόρεμα με κάπα και, ναι, έχει και κοφτερά δόντια. Η κυρία Φαγάνα είναι επινόηση του αδερφού και της αδερφής της Ντόρι, του Λουκ και της Βάιολετ, οι οποίοι είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία, με στόχο να τρομάξουν την Ντόρι ώστε να συμπεριφέρεται πιο ώριμα. Το σχέδιο όμως αποτυγχάνει. Μάλιστα, η Ντόρι αποφασίζει ότι η κυρία Φαγάνα είναι το καλύτερο παιχνίδι που υπάρχει, προς μεγάλη ενόχληση τόσο του αδερφού και της αδερφής της όσο και όλων των άλλων. Στο επίκεντρο της σειράς βρίσκεται το γεγονός ότι μια κριτική ‒«Τα σχέδιά σου δεν είναι σωστά! Φέρεσαι σαν μωρό!»‒ μπορεί να αποτελέσει το καύσιμο το οποίο θα πυροδοτήσει τις πραγματικές, παράξενες και συχνά σκοτεινές φαντασιώσεις των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και μια αρκετά καλή περιγραφή της δημιουργικής διαδικασίας της συγγραφέα και εικονογράφου.
Η Χάνλον άρχισε να γράφει τον Φανταστικό κόσμο της Ντόρι το 2014 και από τότε τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε 25 γλώσσες κι έχουν πουλήσει 1,5 εκατομμύριο αντίτυπα. Η δημοφιλία της σειράς αυξήθηκε με αργούς ρυθμούς, ενώ η πρώτη κριτική για τη δουλειά της δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The New York Times μετά το τέταρτο βιβλίο*. Έκτοτε, έχει γίνει η αγαπημένη σειρά των βιβλιοθηκάριων και των δασκάλων, οι οποίοι την προτείνουν με ενθουσιασμό στους μικρούς αναγνώστες και τους γονείς τους. Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή η σειρά αποτελεί ένα μοναδικό είδος παιδικής λογοτεχνίας: μια συλλογή με ξεχωριστά βιβλία που απευθύνονται σε μικρούς αναγνώστες και παραμένουν απολαυστικά ακόμα και την εκατοστή φορά που τα διαβάζει κανείς, κυρίως επειδή είναι αστεία – αυτό το αστείο που εντοπίζουμε στην οικειότητα.
Για τα παιδιά, οι αταξίες και οι ανησυχίες της Ντόρι είναι πολύ γνώριμες, όπως για παράδειγμα: «Αν πω την αλήθεια, θα μπλέξω περισσότερο» ή «Αν καταλάβει πόσο παράξενη είμαι, δεν θα είναι φίλη μου». Για τους γονείς, τα βιβλία αποτυπώνουν μεν την άτακτη συμπεριφορά των δικών τους παιδιών, αλλά αναμφίβολα καλλιεργούν και την απαραίτητη ενσυναίσθηση.
Από την αρχή, τα βιβλία αγκάλιασαν τις πιο «άσχημες» πλευρές της παιδικής ηλικίας και της ανατροφής των παιδιών. Η Χάνλον γνωρίζει ότι τα παιδιά έχουν περίεργο μυαλό: λένε δυσάρεστα πράγματα, που συχνά φέρνουν τους άλλους σε δύσκολη θέση. Το χιούμορ τους τείνει να είναι καυστικό. Έχουν ξεσπάσματα και ενοχλούν τα αδέρφια τους. Πριν αφοσιωθεί στη συγγραφή και την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, η Χάνλον εργαζόταν ως δασκάλα σε σχολεία της Νέας Υόρκης. Διδάσκοντας αλλά και μεγαλώνοντας τα δύο της παιδιά, η ίδια πήρε σημαντικά μαθήματα. Διαπίστωσε ότι τα παιδιά κάνουν πολλά από αυτά τα ενοχλητικά πράγματα όχι επειδή είναι κακοί άνθρωποι, αλλά επειδή συχνά ακολουθούν τη λογική ενός παιχνιδιού. Η Ντόρι προσποιείται ότι είναι σκύλος και σέρνει μια τοστιέρα στο δωμάτιό της επειδή αυτό απαιτεί το παιχνίδι που παίζει. «Η κατευθυντήρια δύναμή μου ήταν να δημιουργήσω ένα βιβλίο που να αντανακλά τη φαντασία των παιδιών και όχι τη δική μου» τονίζει η Χάνλον.

Τα δίδυμα της Χάνλον, 6 ετών, παίζουν στο αγαπημένο τους μέρος…ένα κοιμητήριο.
Η Χάνλον άρχισε να εργάζεται ως δασκάλα λίγο μετά την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο Barnard το 1998 και αργότερα έκανε και το μεταπτυχιακό της. Το πρώτο σχολείο όπου δίδαξε ήταν στο Χάρλεμ και εκεί παρέμεινε για δύο χρόνια. Αφού απολύθηκε λόγω πλεονάζοντος προσωπικού («Το σχολείο δεν πήγαινε καλά, και ήμουν η τελευταία που προσλήφθηκε και η πρώτη που απολύθηκε» δηλώνει χαρακτηριστικά), άρχισε να διδάσκει στην πρώτη δημοτικού ενός σχολείου στο Παρκ Σλόουπ. Εκεί, το πρόγραμμα σπουδών ενθάρρυνε τους μαθητές να παίρνουν τα μικρά και απλά γεγονότα της ζωής τους –μια εκδρομή στην παραλία, έναν καβγά με τα αδέρφια– και να τα μετατρέπουν σε ιστορίες. «Αυτό τους έδινε να καταλάβουν ότι οι μικρές και ασήμαντες εμπειρίες τους είχαν αξία» επισημαίνει η Χάνλον. Έγραφε έτσι και τις δικές της ιστορίες, τις οποίες πλαισίωναν μικρά και πολύ απλά σκίτσα ανθρώπων, ως παραδείγματα για την τάξη.
Μια μέρα, ένας γονιός την πλησίασε μετά τη λήξη των μαθημάτων και της είπε ότι ήταν ατζέντης παιδικών βιβλίων. «Έπειτα απλώς σταμάτησε να μιλάει, σαν να περίμενε την αντίδρασή μου ή ένα “ουάου”» λέει. Ήταν σίγουρη ότι ο ατζέντης είχε αναγνωρίσει το ταλέντο της και επρόκειτο να της πει ότι ήταν προορισμένη να γίνει συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Όμως αυτό δεν συνέβη. «Εκείνο που προσπαθούσε να μου πει ήταν ότι μπορούσε να μου προσφέρει δωρεάν βιβλία για την τάξη».
Ωστόσο εκείνη τη μέρα, μόλις γύρισε σπίτι, η Χάνλον αποφάσισε να γράψει ένα παιδικό βιβλίο. «Ποτέ δεν σχεδίαζα, δεν είχα και το υπόβαθρο» λέει «αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ μια ιστορία χωρίς να σκέφτομαι μαζί και τις εικόνες». Έτσι, άρχισε να μαθαίνει να ζωγραφίζει από μόνη της. Αγόρασε ένα αντίτυπο του Make a world του Εντ Έμπερλι, το οποίο αναλύει το σχέδιο στα γεωμετρικά του στοιχεία – με άλλα λόγια, ένα μικρό βήμα πέρα από τα κλασικά ανθρωπάκια με απλές γραμμές. Όταν ολοκλήρωσε το βιβλίο της, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ένα παιδί με αχαλίνωτη φαντασία, σαν την Ντόρι, το έστειλε σε πέντε ατζέντηδες, μεταξύ των οποίων και στον ατζέντη που την είχε παλαιότερα επισκεφτεί στο σχολείο, ο οποίος όμως της απάντησε έπειτα από πολλούς μήνες («Δεν εντυπωσιάστηκε»). Μόνο ένας από τους πέντε απάντησε ενθαρρυντικά, και συγκεκριμένα η Αν Τομπίας, με σημαντική πορεία στον χώρο της λογοτεχνίας, που της είπε ότι διέκρινε τη βαθιά κατανόηση της Χάνλον σε ό,τι αφορά τα παιδιά, αλλά διαπίστωνε πως δεν είχε ακόμη τις κατάλληλες δεξιότητες στο σχέδιο. Μάλιστα, τη συμβούλευσε να παρακολουθήσει σχετικά μαθήματα και, όταν βελτιωνόταν, να της στείλει ένα δείγμα της δουλειάς της. «Δεν ήθελε να μου δώσει το μέιλ της, οπότε επικοινωνούσαμε μόνο με καρτ ποστάλ» αναφέρει η Χάνλον.
Ύστερα από τρία χρόνια επικοινωνίας με καρτ ποστάλ, κατά την οποία η Χάνλον έστελνε στην Αν Τομπίας τις εικονογραφήσεις της, η Τομπίας συμφώνησε να συνεργαστούν τελικά σε μια νέα ιστορία για ένα αγόρι που δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα να γράψει στο μάθημα της έκθεσης στο σχολείο. Η πλοκή αντικατοπτρίζει το μάθημα στην τάξη όπου δίδασκε η Χάνλον – ότι μια τοσηδά στιγμή είναι από μόνη της μια συναρπαστική ιστορία. Αυτή η ιστορία εξελίχθηκε στο βιβλίο της Ralph tells a story και η υπεροχή της έγκειται στο γεγονός ότι δεν είναι καθόλου μονότονη για τα παιδιά. Ο αγώνας του Ραλφ είναι η πραγματικότητά τους, όπου το μεγαλύτερο πρόβλημα της μέρας μπορεί να είναι ότι η έκθεση είναι βαρετή και δύσκολη, ενώ φαίνεται σαν να μη συμβαίνει τίποτα αξιόλογο. Όλες οι μικρές στιγμές στο βιβλίο είναι ξεκαρδιστικά ακριβείς. Υπάρχει το παιδί στην τάξη, του οποίου οι ιστορίες συνεχίζονται σε ρολά χαρτιού. Υπάρχουν και τα παιδιά που ρωτούν τον Ραλφ ένα εκατομμύριο πράγματα για την κάμπια για την οποία γράφει στην έκθεσή του, ερωτήσεις που κανένας ενήλικας δεν θα σκεφτόταν ποτέ να κάνει. Το βιβλίο αποτυπώνει την παιδική σκέψη.
Όταν η Χάνλον ξεκίνησε το επόμενο πόνημά της, τη σειρά με ηρωίδα τη μικρή Ντόρι, είχε ήδη σταματήσει τη διδασκαλία, αλλά είχε κάτι καλύτερο: δύο ξεχωριστούς συμβούλους 5 ετών στο σπίτι της. Καθόταν κοντά στα δίδυμα και παρατηρούσε τα παιχνίδια τους. «Είναι εύκολο να μελετάς τα παιδιά γιατί δεν κρατάνε κρυφές τις σκέψεις τους» λέει. «Συνεχώς σου λένε πώς αισθάνονται. Μοιράζονταν ένα δωμάτιο και όταν πήγαιναν για ύπνο άκουγα να μιλάνε μεταξύ τους». Τα βιβλία της Ντόρι έγιναν ένα μυστικό έγγραφο της παιδικής τους ηλικίας γεμάτο με τα δικά τους αστεία, όπως η στολή αγελάδας που η Ντόρι αρνείται να βγάλει στο πρώτο βιβλίο. «Ο γιος μου φορούσε στολή αγελάδας από το Halloween μέχρι τον Μάιο ή τον Ιούνιο» αναφέρει η Χάνλον. «Μια φορά είχε καταϊδρώσει στο μετρό, αλλά εξακολουθούσε να τη φοράει». Ο γιος της της έδωσε έμπνευση και για τη μεταμφίεση της Ντόρι σε σκύλο, ένα παιχνίδι που δεν εγκατέλειπε ούτε κατά την επίσκεψη στον παιδίατρο, προς βαθιά δυσαρέσκεια της μητέρας της. Στα παιδιά της τελικά η Χάνλον βρήκε την έμπνευση αλλά και δύο πολύτιμους βοηθούς στη συγγραφή. Εκείνα της έδωσαν, για παράδειγμα, την ιδέα για τον εθισμό της κυρίας Φαγάνα στον καφέ – η Χάνλον αρχικά την είχε στο μυαλό της να πίνει αίμα.
Ο γιος της Χάνλον αρνείται να βγάλει το κουστούμι αγελάδας, ακριβώς όπως η Ντόρι στο πρώτο βιβλίο.
Η πλοκή των βιβλίων με πρωταγωνίστρια την Ντόρι κινείται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τα παιχνίδια που παίζει και τους ακούσιους τρόπους με τους οποίους αυτά διασταυρώνονται με την πραγματική της ζωή. Μέσα από αυτά τα παιχνίδια η Ντόρι μαθαίνει ένα σωρό πράγματα: πώς να συμβιβάζεται με τα αδέρφια της, πώς να κάνει φίλους, πώς να αντιμετωπίζει την απογοήτευση. Αγωνίζεται να μάθει να διαβάζει, ενώ φαντάζεται ότι ένα μικρό μαύρο πρόβατο έχει δραπετεύσει από το βιβλίο της. Ανησυχεί που θα χάσει το πρώτο της δόντι και που μεγαλώνει, αλλά προσπαθεί επίσης να σώσει τη Νεράιδα των Δοντιών, που η κυρία Φαγάνα την έχει απαγάγει. «Τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από το παιχνίδι και επεξεργάζονται τα συναισθήματά τους και τις εμπειρίες τους, προσποιούμενα ότι είναι κάποιοι άλλοι» μας υπενθυμίζει η Χάνλον.
H συγγραφέας και εικονογράφος ήξερε από την αρχή ότι ο Φανταστικός κόσμος της Ντόρι θα γίνει σειρά, αλλά οι εκδότες θεωρούσαν πως δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ της ηλικίας της Ντόρι και των αναγνωστών. Πριν από δέκα χρόνια δεν υπήρχαν σειρές για εξάχρονα, καθώς οι εκδότες δεν πίστευαν ότι τόσο μικρά παιδιά ήθελαν να διαβάζουν ολόκληρες σειρές. Η Χάνλον γνώριζε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Μπορεί τα εξάχρονα να μένουν προσηλωμένα σε ένα βιβλίο με τη βοήθεια των εικόνων σε κάθε σελίδα, αλλά υπάρχουν και πολλά παιδιά που θέλουν να διαβάζουν (ή να τους διαβάζουν άλλοι) δυνατές ιστορίες. «Τα παιδιά πάντα θέλουν να διαβάζουν βιβλία για μεγαλύτερες ηλικίες» επισημαίνει η Χάνλον. «Αυτό τους δίνει αξία».
Οι εκδότες όμως που δεν απέρριψαν την ιδέα της σειράς προβληματίστηκαν για την έλλειψη πλοκής. «Ήταν μικρά αυτοτελή κεφάλαια» λέει η Χάνλον. Έτσι αποφάσισε να μάθει μόνη της τη δομή της αφήγησης, για ένα κομμάτι της οποίας συμβουλεύτηκε τους δημιουργούς του «South Park». «Υπάρχει αυτό το μικρό βίντεο όπου δείχνουν πώς γράφουν ένα επεισόδιο του “South Park”. Απλώς γράφουν μικρά στιγμιότυπα και μετά τα συνδέουν μεταξύ τους». Σε κάθε επεισόδιο κάθε ακούσια συνέπεια μιας πράξης οδηγούσε στην επόμενη πράξη. Η Χάνλον έμαθε από την επιμελήτριά της ότι αν μπορείς να αφαιρέσεις ένα μέρος της ιστορίας και να το τοποθετήσεις σε άλλο σημείο, τότε δεν έχεις χτίσει σωστά τη δομή της. Αυτά τα δύο στοιχεία άνοιξαν τον δρόμο για το βιβλίο, τα δικαιώματα του οποίου τελικά αγόρασε ο οίκος Penguin. Ο Φανταστικός κόσμος της Ντόρι κυκλοφόρησε όταν τα δίδυμα της Χάνλον πήγαιναν στην πρώτη τάξη. Ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασαν μόνα τους.
Υπάρχει κάτι βαθιά οικείο στην Ντόρι. Συζητώντας για εκείνη με άλλους γονείς, συχνά θα ακούσεις κάποιον να παραδέχεται ότι το μικρότερο παιδί του (σχεδόν πάντα το μικρότερο) είναι «τόσο Ντόρι», χαμένο δηλαδή στον φανταστικό του κόσμο, σε χαοτικό βαθμό. Ξέρω κι άλλους γονείς που μου έχουν πει ότι και τα δικά τους παιδιά παρίσταναν για καιρό τους σκύλους. Άρχισα να γελάω διαβάζοντας στο έκτο βιβλίο ότι η Ντόρι θέλει απεγνωσμένα το λιπ μπαλμ της αδερφής της. (Μα γιατί τα παιδιά τρελαίνονται τόσο γι’ αυτό;) Σε αντίθεση με τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Bluey», όπου τα παιδιά έχουν επίσης αλλεπάλληλες φαντασιώσεις, οι γονείς της Ντόρι αντιδρούν όπως ακριβώς αντιδρούν οι πραγματικοί γονείς: αντέχουν μόνο για λίγο το παιχνίδι και μετά λένε στην Ντόρι να βάλει τα παπούτσια της ή να καθίσει στο τραπέζι. Όταν διαβάζω τα βιβλία αυτά στα παιδιά μου, γελάμε και με την Ντόρι και με τη μαμά της, η οποία συνήθως λέει (ή φωνάζει;) πράγματα που έχουν βγει και από το δικό μου στόμα.
Όσοι γονείς είδαν στο πρόσωπο της Ντόρι τα δικά τους παιδιά και χαμογέλασαν, άλλοι δυσανασχέτησαν με τις ενέργειες της Ντόρι. Η μικρή ηρωίδα της Χάνλον κάνει αρκετά εκνευριστικά πράγματα που κανείς δεν θα ήθελε να κάνει το δικό του παιδί. Υπάρχουν και κάποιες ακατάλληλες λέξεις. Μερικές φορές αναφέρεται η λέξη «χαζός». Αν είστε ο γονιός που παριστάνει ότι ο κόσμος δεν περιλαμβάνει αυτές τις έννοιες ή που έχετε διδάξει στο παιδί σας (όπως κάναμε κι εμείς) ότι η λέξη «χαζός» είναι χαζή (το καταφέραμε αυτό, τουλάχιστον μέχρι η κόρη μας να γίνει 6 ετών), τότε τα βιβλία με την Ντόρι μπορεί να αποτελέσουν ένα πρόβλημα και μια μικρή πρόκληση: Είστε γονιός πραγματικών ή φανταστικών παιδιών; Πρέπει τα βιβλία να αντικατοπτρίζουν τον κόσμο όπως θέλετε να είναι ή τον πραγματικό κόσμο μέσα στον οποίο ζει ένα παιδί;
Παραδέχομαι ότι είχα κι εγώ τις ανησυχίες μου. Το πρώτο βιβλίο που πήραμε κατόπιν συστάσεως ενός βιβλιοθηκάριου ήταν από τη μέση της σειράς. Σε αυτό η φίλη της Ντόρι, η Ρόζαμπελ, χάνει την ψυχραιμία της με τον μικρότερο αδερφό της. Τον αποκαλεί «παλιοκουτσομπόλικο τέρας» και «σκατόπαιδο» και του επιτίθεται, οπότε η Ντόρι τον βοηθά να δραπετεύσει κρύβοντάς τον στο καλάθι με τα άπλυτα. Τότε είχαμε κι ένα μωρό στο σπίτι. Θέλαμε όντως να ακούμε τη μεγαλύτερη αδερφή του να το αποκαλεί «σκατόπαιδο»; Σήμερα το μωρό είναι περίπου στην ηλικία της Ντόρι και, όταν διαβάζουμε αυτή τη σκηνή μαζί, ξεσπάμε σε ένα απελευθερωτικό γέλιο, πριν τα δυο τους επιστρέψουν στους τσακωμούς τους για περισσότερο χώρο και την καλύτερη θέση στον καναπέ.
Η Χάνλον συνειδητοποιεί τώρα ότι οι γονείς που αντιδρούν αρνητικά και δεν βλέπουν με χιούμορ την Ντόρι δεν είναι οι άνθρωποι που θα τη συμπαθούσαν: «Αν με γνωρίζατε, δεν θα σας άρεσα, δεν θα σας άρεσαν τα παιδιά μου, δεν θα άρεσε ο τρόπος με τον οποίο τα μεγαλώνω». Επίσης, έχει γίνει πιο ευαίσθητη ως προς το τι θεωρείται αποδεκτό στην παιδική λογοτεχνία. «Στην αρχή δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η λέξη “χαζός” είναι μια κακή λέξη» λέει. Η επί σειρά ετών επιμελήτριά της συνταξιοδοτήθηκε μετά το πέμπτο βιβλίο και η επιμελήτρια του έκτου, η Τζέσικα Γκάρισον, έχει μικρά παιδιά και είναι πιο ευαίσθητη σε ό,τι αφορά τη γλώσσα των βιβλίων. «Έχω αναρωτηθεί κατά την επανέκδοση αυτών των ιστοριών αν πρέπει να αλλάξουμε το “χαζός” σε “αστείος”» αποκαλύπτει η Γκάρισον. «Νομίζω ότι πολλοί γονείς αντικαθιστούν το “χαζός” με το “αστείος” από μόνοι τους όταν διαβάζουν μεγαλόφωνα. Όλοι είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τις λέξεις πια».
Το νέο βιβλίο της Χάνλον επικεντρώνεται στο άγχος αποχωρισμού. Η Ντόρι χάνεται για λίγο σε ένα μεγάλο κατάστημα με εργαλεία και κρυφακούγοντας κάποιους εφήβους μαθαίνει ότι ο Μότσαρτ δεν είναι πλέον ζωντανός. (Άλλο ένα σημείο της πλοκής εμπνευσμένο από τα παιδιά της Χάνλον: «Και τα δυο μου παιδιά έκλαιγαν για τον Μότσαρτ. Έλεγαν: “Θέλουμε να δούμε τον Μότσαρτ”. Κι εγώ τους απαντούσα: “Μα τι λέτε; Έχει πεθάνει”. Ήταν 3 ετών τότε».) Λίγο αργότερα η μητέρα της Ντόρι ενημερώνει τα μέλη της οικογένειας ότι επιστρέφει στη δουλειά. Αυτά τα γεγονότα δημιουργούν έντονη ανησυχία στην Ντόρι, καθώς φοβάται πως η μητέρα της θα την εγκαταλείψει για πάντα. Για να κατευνάσει το άγχος της, η μητέρα της της δίνει ένα μενταγιόν που στο εσωτερικό του έχει μια φωτογραφία της από τον καιρό που ήταν έφηβη. Η Ντόρι το λατρεύει. «Αν πεθάνεις, θα παγιδεύσω το φάντασμά σου μέσα στο μενταγιόν μου» λέει στη μητέρα της. Αργότερα επεξεργάζεται αυτή την ιδέα. «Ίσως μπορώ να βάλω ένα από τα μέρη του σώματος της μαμάς στο μενταγιόν μου. Έτσι θα είναι πάντα μαζί μου» αποκαλύπτει στον Λουκ και τη Βάιολετ. «Κάτι τέτοια έλεγε και η ίδια μου η κόρη: “Ίσως το περάσω και με ένα ειδικό λάδι για να μη σαπίσει”» αναφέρει η Χάνλον. Στην πραγματική ζωή όμως η κόρη της συμπλήρωσε και κάτι ακόμα: «Θα ζητήσω από τη δική μου κόρη να το βάλει στον τάφο μου όταν πεθάνω, έτσι ώστε να κρατάω πάντα το σώμα σου μαζί μου. Με αυτό τον τρόπο θα μπορώ να κρατάω την καρδιά σου μέσα στο σώμα μου».
Η Χάνλον εξεπλάγη που οι εκδότες έδωσαν την έγκρισή τους για το θέμα του θανάτου. «Το πούλησα ως βιβλίο για το άγχος αποχωρισμού και δεν ανέφερα τον θάνατο, γιατί δεν ήξερα πώς θα αντιδρούσαν. Αλλά ήθελα επίσης να πιέσω για αυτό το θέμα του θανάτου, καθώς απασχολεί τα παιδιά» λέει. «Άλλωστε μόλις έζησαν μια πανδημία. Τι θα μπορούσε να είναι η πανδημία αν όχι αυτό;» (Δεν χρειαζόταν να ανησυχεί. «Κυριολεκτικά λάτρεψα το θέμα του βιβλίου» σχολιάζει η Γκάρισον. «Είχα δεχτεί τις ίδιες ερωτήσεις από τον γιο μου όταν ήταν περίπου 6 χρονών».)
Τα δίδυμα της Χάνλον είναι τώρα 16 ετών και δεν φτιάχνουν πια κάστρα από μαξιλάρια στο σαλόνι. Η ίδια έχει ακόμα ένα αρχείο 150 σελίδων από εκείνα τα χρόνια, στο οποίο ανατρέχει για ιδέες, αλλά τελευταία έχει βρει νέους τρόπους να εμπνέεται από τις σκέψεις των παιδιών. Ακούει τα παιδιά που συναντά στις επισκέψεις της ως συγγραφέα στις σχολικές τάξεις και διαβάζει τα γράμματα που της στέλνουν, ενώ έχει αρχίσει να προσφέρει εθελοντική εργασία στην τάξη του νηπιαγωγείου, στο παλιό σχολείο των παιδιών της. «Απλώς έχω ανάγκη να ακούω πώς μιλούν τα παιδιά και τι σκέφτονται» λέει. Τα παιδιά εξάλλου έχουν μεγάλο ταλέντο στην πλοκή». Σε ένα γράμμα που έλαβε πρόσφατα ένα παιδί τής έγραφε: «Νομίζω ότι η κυρία Φαγάνα θα έπρεπε να έχει έναν μεγαλύτερο αδερφό και μία μεγαλύτερη αδερφή που να είναι κακοί μαζί της». «Ξετρελάθηκα!» λέει η Χάνλον. «Είναι τόσο έξυπνα! Είναι ένα βήμα μπροστά από μένα».
* Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ τα πρώτα τρία βιβλία της σειράς: Ο φανταστικός κόσμος της Ντόρι, Μια αληθινή φίλη!, Ντόρι, το μαύρο πρόβατο.
Το άρθρο της Genevieve Smith δημοσιεύτηκε στο vulture.com στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.
Μετάφραση: Ειρήνη Μανιατοπούλου
Όταν η Άμπι Χάνλον ετοιμαζόταν να εκδώσει το πρώτο της παιδικό βιβλίο, που είχε τον τίτλο Ralph tells a story, δέχτηκε ένα σχόλιο από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του εκδοτικού οίκου: Τα δόντια στις εικόνες της ήταν πολύ μυτερά. Οι χαρακτήρες έμοιαζαν περισσότερο με βαμπίρ και ξωτικά παρά με παιδιά. Έτσι, η Χάνλον άρχισε να στρογγυλεύει τα δόντια και τα αυτιά. Μετά την παράδοση του βιβλίου ξεκίνησε να ζωγραφίζει βαμπίρ και ξωτικά. Αφού τα σχέδιά της ήδη παρέπεμπαν σε αυτά, αποφάσισε να συνεχίσει έτσι. Εντωμεταξύ τα δίδυμα παιδιά της, που τότε ήταν 5 ετών, αγαπούσαν ολοένα και περισσότερο τα παραμύθια των αδερφών Γκριμ. «Ήθελαν να διαβάζουν οτιδήποτε φρικιαστικό. Τους άρεσε ό,τι τους προκαλούσε τρόμο» λέει η Χάνλον καθισμένη σε ένα πουφ στο μικρό σπιτάκι της αυλής της, που λειτουργεί ως το συγγραφικό της εργαστήρι, στο Παρκ Σλόουπ. Η κόρη της ξετρελάθηκε με την κυρία Χάνιγκαν, την κακιά διευθύντρια του ορφανοτροφείου στην Annie. «Έτσι άρχισα να σκέφτομαι την κυρία Φαγάνα» αποκαλύπτει και προσθέτει: «Έβλεπα την έλξη τους προς το σκοτεινό και τρομακτικό, την ανάγκη τους να το προσεγγίσουν».
Η κυρία Φαγάνα είναι η φανταστική κακιά στον Φανταστικό κόσμο της Ντόρι, που αργότερα θα γινόταν ολόκληρη σειρά. Είναι μια γυναίκα 507 ετών που πίνει πολύ καφέ και θέλει να απαγάγει την εξάχρονη Ντόρι και να την κάνει το μωρό της. Έχει σφιχτό κότσο, φοράει ένα μαύρο φόρεμα με κάπα και, ναι, έχει και κοφτερά δόντια. Η κυρία Φαγάνα είναι επινόηση του αδερφού και της αδερφής της Ντόρι, του Λουκ και της Βάιολετ, οι οποίοι είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία, με στόχο να τρομάξουν την Ντόρι ώστε να συμπεριφέρεται πιο ώριμα. Το σχέδιο όμως αποτυγχάνει. Μάλιστα, η Ντόρι αποφασίζει ότι η κυρία Φαγάνα είναι το καλύτερο παιχνίδι που υπάρχει, προς μεγάλη ενόχληση τόσο του αδερφού και της αδερφής της όσο και όλων των άλλων. Στο επίκεντρο της σειράς βρίσκεται το γεγονός ότι μια κριτική ‒«Τα σχέδιά σου δεν είναι σωστά! Φέρεσαι σαν μωρό!»‒ μπορεί να αποτελέσει το καύσιμο το οποίο θα πυροδοτήσει τις πραγματικές, παράξενες και συχνά σκοτεινές φαντασιώσεις των παιδιών, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί και μια αρκετά καλή περιγραφή της δημιουργικής διαδικασίας της συγγραφέα και εικονογράφου.
Η Χάνλον άρχισε να γράφει τον Φανταστικό κόσμο της Ντόρι το 2014 και από τότε τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε 25 γλώσσες κι έχουν πουλήσει 1,5 εκατομμύριο αντίτυπα. Η δημοφιλία της σειράς αυξήθηκε με αργούς ρυθμούς, ενώ η πρώτη κριτική για τη δουλειά της δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The New York Times μετά το τέταρτο βιβλίο*. Έκτοτε, έχει γίνει η αγαπημένη σειρά των βιβλιοθηκάριων και των δασκάλων, οι οποίοι την προτείνουν με ενθουσιασμό στους μικρούς αναγνώστες και τους γονείς τους. Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή η σειρά αποτελεί ένα μοναδικό είδος παιδικής λογοτεχνίας: μια συλλογή με ξεχωριστά βιβλία που απευθύνονται σε μικρούς αναγνώστες και παραμένουν απολαυστικά ακόμα και την εκατοστή φορά που τα διαβάζει κανείς, κυρίως επειδή είναι αστεία – αυτό το αστείο που εντοπίζουμε στην οικειότητα.
Για τα παιδιά, οι αταξίες και οι ανησυχίες της Ντόρι είναι πολύ γνώριμες, όπως για παράδειγμα: «Αν πω την αλήθεια, θα μπλέξω περισσότερο» ή «Αν καταλάβει πόσο παράξενη είμαι, δεν θα είναι φίλη μου». Για τους γονείς, τα βιβλία αποτυπώνουν μεν την άτακτη συμπεριφορά των δικών τους παιδιών, αλλά αναμφίβολα καλλιεργούν και την απαραίτητη ενσυναίσθηση.
Από την αρχή, τα βιβλία αγκάλιασαν τις πιο «άσχημες» πλευρές της παιδικής ηλικίας και της ανατροφής των παιδιών. Η Χάνλον γνωρίζει ότι τα παιδιά έχουν περίεργο μυαλό: λένε δυσάρεστα πράγματα, που συχνά φέρνουν τους άλλους σε δύσκολη θέση. Το χιούμορ τους τείνει να είναι καυστικό. Έχουν ξεσπάσματα και ενοχλούν τα αδέρφια τους. Πριν αφοσιωθεί στη συγγραφή και την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, η Χάνλον εργαζόταν ως δασκάλα σε σχολεία της Νέας Υόρκης. Διδάσκοντας αλλά και μεγαλώνοντας τα δύο της παιδιά, η ίδια πήρε σημαντικά μαθήματα. Διαπίστωσε ότι τα παιδιά κάνουν πολλά από αυτά τα ενοχλητικά πράγματα όχι επειδή είναι κακοί άνθρωποι, αλλά επειδή συχνά ακολουθούν τη λογική ενός παιχνιδιού. Η Ντόρι προσποιείται ότι είναι σκύλος και σέρνει μια τοστιέρα στο δωμάτιό της επειδή αυτό απαιτεί το παιχνίδι που παίζει. «Η κατευθυντήρια δύναμή μου ήταν να δημιουργήσω ένα βιβλίο που να αντανακλά τη φαντασία των παιδιών και όχι τη δική μου» τονίζει η Χάνλον.

Τα δίδυμα της Χάνλον, 6 ετών, παίζουν στο αγαπημένο τους μέρος…ένα κοιμητήριο.
Η Χάνλον άρχισε να εργάζεται ως δασκάλα λίγο μετά την αποφοίτησή της από το πανεπιστήμιο Barnard το 1998 και αργότερα έκανε και το μεταπτυχιακό της. Το πρώτο σχολείο όπου δίδαξε ήταν στο Χάρλεμ και εκεί παρέμεινε για δύο χρόνια. Αφού απολύθηκε λόγω πλεονάζοντος προσωπικού («Το σχολείο δεν πήγαινε καλά, και ήμουν η τελευταία που προσλήφθηκε και η πρώτη που απολύθηκε» δηλώνει χαρακτηριστικά), άρχισε να διδάσκει στην πρώτη δημοτικού ενός σχολείου στο Παρκ Σλόουπ. Εκεί, το πρόγραμμα σπουδών ενθάρρυνε τους μαθητές να παίρνουν τα μικρά και απλά γεγονότα της ζωής τους –μια εκδρομή στην παραλία, έναν καβγά με τα αδέρφια– και να τα μετατρέπουν σε ιστορίες. «Αυτό τους έδινε να καταλάβουν ότι οι μικρές και ασήμαντες εμπειρίες τους είχαν αξία» επισημαίνει η Χάνλον. Έγραφε έτσι και τις δικές της ιστορίες, τις οποίες πλαισίωναν μικρά και πολύ απλά σκίτσα ανθρώπων, ως παραδείγματα για την τάξη.
Μια μέρα, ένας γονιός την πλησίασε μετά τη λήξη των μαθημάτων και της είπε ότι ήταν ατζέντης παιδικών βιβλίων. «Έπειτα απλώς σταμάτησε να μιλάει, σαν να περίμενε την αντίδρασή μου ή ένα “ουάου”» λέει. Ήταν σίγουρη ότι ο ατζέντης είχε αναγνωρίσει το ταλέντο της και επρόκειτο να της πει ότι ήταν προορισμένη να γίνει συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Όμως αυτό δεν συνέβη. «Εκείνο που προσπαθούσε να μου πει ήταν ότι μπορούσε να μου προσφέρει δωρεάν βιβλία για την τάξη».
Ωστόσο εκείνη τη μέρα, μόλις γύρισε σπίτι, η Χάνλον αποφάσισε να γράψει ένα παιδικό βιβλίο. «Ποτέ δεν σχεδίαζα, δεν είχα και το υπόβαθρο» λέει «αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ μια ιστορία χωρίς να σκέφτομαι μαζί και τις εικόνες». Έτσι, άρχισε να μαθαίνει να ζωγραφίζει από μόνη της. Αγόρασε ένα αντίτυπο του Make a world του Εντ Έμπερλι, το οποίο αναλύει το σχέδιο στα γεωμετρικά του στοιχεία – με άλλα λόγια, ένα μικρό βήμα πέρα από τα κλασικά ανθρωπάκια με απλές γραμμές. Όταν ολοκλήρωσε το βιβλίο της, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ένα παιδί με αχαλίνωτη φαντασία, σαν την Ντόρι, το έστειλε σε πέντε ατζέντηδες, μεταξύ των οποίων και στον ατζέντη που την είχε παλαιότερα επισκεφτεί στο σχολείο, ο οποίος όμως της απάντησε έπειτα από πολλούς μήνες («Δεν εντυπωσιάστηκε»). Μόνο ένας από τους πέντε απάντησε ενθαρρυντικά, και συγκεκριμένα η Αν Τομπίας, με σημαντική πορεία στον χώρο της λογοτεχνίας, που της είπε ότι διέκρινε τη βαθιά κατανόηση της Χάνλον σε ό,τι αφορά τα παιδιά, αλλά διαπίστωνε πως δεν είχε ακόμη τις κατάλληλες δεξιότητες στο σχέδιο. Μάλιστα, τη συμβούλευσε να παρακολουθήσει σχετικά μαθήματα και, όταν βελτιωνόταν, να της στείλει ένα δείγμα της δουλειάς της. «Δεν ήθελε να μου δώσει το μέιλ της, οπότε επικοινωνούσαμε μόνο με καρτ ποστάλ» αναφέρει η Χάνλον.
Ύστερα από τρία χρόνια επικοινωνίας με καρτ ποστάλ, κατά την οποία η Χάνλον έστελνε στην Αν Τομπίας τις εικονογραφήσεις της, η Τομπίας συμφώνησε να συνεργαστούν τελικά σε μια νέα ιστορία για ένα αγόρι που δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα να γράψει στο μάθημα της έκθεσης στο σχολείο. Η πλοκή αντικατοπτρίζει το μάθημα στην τάξη όπου δίδασκε η Χάνλον – ότι μια τοσηδά στιγμή είναι από μόνη της μια συναρπαστική ιστορία. Αυτή η ιστορία εξελίχθηκε στο βιβλίο της Ralph tells a story και η υπεροχή της έγκειται στο γεγονός ότι δεν είναι καθόλου μονότονη για τα παιδιά. Ο αγώνας του Ραλφ είναι η πραγματικότητά τους, όπου το μεγαλύτερο πρόβλημα της μέρας μπορεί να είναι ότι η έκθεση είναι βαρετή και δύσκολη, ενώ φαίνεται σαν να μη συμβαίνει τίποτα αξιόλογο. Όλες οι μικρές στιγμές στο βιβλίο είναι ξεκαρδιστικά ακριβείς. Υπάρχει το παιδί στην τάξη, του οποίου οι ιστορίες συνεχίζονται σε ρολά χαρτιού. Υπάρχουν και τα παιδιά που ρωτούν τον Ραλφ ένα εκατομμύριο πράγματα για την κάμπια για την οποία γράφει στην έκθεσή του, ερωτήσεις που κανένας ενήλικας δεν θα σκεφτόταν ποτέ να κάνει. Το βιβλίο αποτυπώνει την παιδική σκέψη.
Όταν η Χάνλον ξεκίνησε το επόμενο πόνημά της, τη σειρά με ηρωίδα τη μικρή Ντόρι, είχε ήδη σταματήσει τη διδασκαλία, αλλά είχε κάτι καλύτερο: δύο ξεχωριστούς συμβούλους 5 ετών στο σπίτι της. Καθόταν κοντά στα δίδυμα και παρατηρούσε τα παιχνίδια τους. «Είναι εύκολο να μελετάς τα παιδιά γιατί δεν κρατάνε κρυφές τις σκέψεις τους» λέει. «Συνεχώς σου λένε πώς αισθάνονται. Μοιράζονταν ένα δωμάτιο και όταν πήγαιναν για ύπνο άκουγα να μιλάνε μεταξύ τους». Τα βιβλία της Ντόρι έγιναν ένα μυστικό έγγραφο της παιδικής τους ηλικίας γεμάτο με τα δικά τους αστεία, όπως η στολή αγελάδας που η Ντόρι αρνείται να βγάλει στο πρώτο βιβλίο. «Ο γιος μου φορούσε στολή αγελάδας από το Halloween μέχρι τον Μάιο ή τον Ιούνιο» αναφέρει η Χάνλον. «Μια φορά είχε καταϊδρώσει στο μετρό, αλλά εξακολουθούσε να τη φοράει». Ο γιος της της έδωσε έμπνευση και για τη μεταμφίεση της Ντόρι σε σκύλο, ένα παιχνίδι που δεν εγκατέλειπε ούτε κατά την επίσκεψη στον παιδίατρο, προς βαθιά δυσαρέσκεια της μητέρας της. Στα παιδιά της τελικά η Χάνλον βρήκε την έμπνευση αλλά και δύο πολύτιμους βοηθούς στη συγγραφή. Εκείνα της έδωσαν, για παράδειγμα, την ιδέα για τον εθισμό της κυρίας Φαγάνα στον καφέ – η Χάνλον αρχικά την είχε στο μυαλό της να πίνει αίμα.
Ο γιος της Χάνλον αρνείται να βγάλει το κουστούμι αγελάδας, ακριβώς όπως η Ντόρι στο πρώτο βιβλίο.
Η πλοκή των βιβλίων με πρωταγωνίστρια την Ντόρι κινείται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τα παιχνίδια που παίζει και τους ακούσιους τρόπους με τους οποίους αυτά διασταυρώνονται με την πραγματική της ζωή. Μέσα από αυτά τα παιχνίδια η Ντόρι μαθαίνει ένα σωρό πράγματα: πώς να συμβιβάζεται με τα αδέρφια της, πώς να κάνει φίλους, πώς να αντιμετωπίζει την απογοήτευση. Αγωνίζεται να μάθει να διαβάζει, ενώ φαντάζεται ότι ένα μικρό μαύρο πρόβατο έχει δραπετεύσει από το βιβλίο της. Ανησυχεί που θα χάσει το πρώτο της δόντι και που μεγαλώνει, αλλά προσπαθεί επίσης να σώσει τη Νεράιδα των Δοντιών, που η κυρία Φαγάνα την έχει απαγάγει. «Τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από το παιχνίδι και επεξεργάζονται τα συναισθήματά τους και τις εμπειρίες τους, προσποιούμενα ότι είναι κάποιοι άλλοι» μας υπενθυμίζει η Χάνλον.
H συγγραφέας και εικονογράφος ήξερε από την αρχή ότι ο Φανταστικός κόσμος της Ντόρι θα γίνει σειρά, αλλά οι εκδότες θεωρούσαν πως δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ της ηλικίας της Ντόρι και των αναγνωστών. Πριν από δέκα χρόνια δεν υπήρχαν σειρές για εξάχρονα, καθώς οι εκδότες δεν πίστευαν ότι τόσο μικρά παιδιά ήθελαν να διαβάζουν ολόκληρες σειρές. Η Χάνλον γνώριζε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Μπορεί τα εξάχρονα να μένουν προσηλωμένα σε ένα βιβλίο με τη βοήθεια των εικόνων σε κάθε σελίδα, αλλά υπάρχουν και πολλά παιδιά που θέλουν να διαβάζουν (ή να τους διαβάζουν άλλοι) δυνατές ιστορίες. «Τα παιδιά πάντα θέλουν να διαβάζουν βιβλία για μεγαλύτερες ηλικίες» επισημαίνει η Χάνλον. «Αυτό τους δίνει αξία».
Οι εκδότες όμως που δεν απέρριψαν την ιδέα της σειράς προβληματίστηκαν για την έλλειψη πλοκής. «Ήταν μικρά αυτοτελή κεφάλαια» λέει η Χάνλον. Έτσι αποφάσισε να μάθει μόνη της τη δομή της αφήγησης, για ένα κομμάτι της οποίας συμβουλεύτηκε τους δημιουργούς του «South Park». «Υπάρχει αυτό το μικρό βίντεο όπου δείχνουν πώς γράφουν ένα επεισόδιο του “South Park”. Απλώς γράφουν μικρά στιγμιότυπα και μετά τα συνδέουν μεταξύ τους». Σε κάθε επεισόδιο κάθε ακούσια συνέπεια μιας πράξης οδηγούσε στην επόμενη πράξη. Η Χάνλον έμαθε από την επιμελήτριά της ότι αν μπορείς να αφαιρέσεις ένα μέρος της ιστορίας και να το τοποθετήσεις σε άλλο σημείο, τότε δεν έχεις χτίσει σωστά τη δομή της. Αυτά τα δύο στοιχεία άνοιξαν τον δρόμο για το βιβλίο, τα δικαιώματα του οποίου τελικά αγόρασε ο οίκος Penguin. Ο Φανταστικός κόσμος της Ντόρι κυκλοφόρησε όταν τα δίδυμα της Χάνλον πήγαιναν στην πρώτη τάξη. Ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασαν μόνα τους.
Υπάρχει κάτι βαθιά οικείο στην Ντόρι. Συζητώντας για εκείνη με άλλους γονείς, συχνά θα ακούσεις κάποιον να παραδέχεται ότι το μικρότερο παιδί του (σχεδόν πάντα το μικρότερο) είναι «τόσο Ντόρι», χαμένο δηλαδή στον φανταστικό του κόσμο, σε χαοτικό βαθμό. Ξέρω κι άλλους γονείς που μου έχουν πει ότι και τα δικά τους παιδιά παρίσταναν για καιρό τους σκύλους. Άρχισα να γελάω διαβάζοντας στο έκτο βιβλίο ότι η Ντόρι θέλει απεγνωσμένα το λιπ μπαλμ της αδερφής της. (Μα γιατί τα παιδιά τρελαίνονται τόσο γι’ αυτό;) Σε αντίθεση με τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Bluey», όπου τα παιδιά έχουν επίσης αλλεπάλληλες φαντασιώσεις, οι γονείς της Ντόρι αντιδρούν όπως ακριβώς αντιδρούν οι πραγματικοί γονείς: αντέχουν μόνο για λίγο το παιχνίδι και μετά λένε στην Ντόρι να βάλει τα παπούτσια της ή να καθίσει στο τραπέζι. Όταν διαβάζω τα βιβλία αυτά στα παιδιά μου, γελάμε και με την Ντόρι και με τη μαμά της, η οποία συνήθως λέει (ή φωνάζει;) πράγματα που έχουν βγει και από το δικό μου στόμα.
Όσοι γονείς είδαν στο πρόσωπο της Ντόρι τα δικά τους παιδιά και χαμογέλασαν, άλλοι δυσανασχέτησαν με τις ενέργειες της Ντόρι. Η μικρή ηρωίδα της Χάνλον κάνει αρκετά εκνευριστικά πράγματα που κανείς δεν θα ήθελε να κάνει το δικό του παιδί. Υπάρχουν και κάποιες ακατάλληλες λέξεις. Μερικές φορές αναφέρεται η λέξη «χαζός». Αν είστε ο γονιός που παριστάνει ότι ο κόσμος δεν περιλαμβάνει αυτές τις έννοιες ή που έχετε διδάξει στο παιδί σας (όπως κάναμε κι εμείς) ότι η λέξη «χαζός» είναι χαζή (το καταφέραμε αυτό, τουλάχιστον μέχρι η κόρη μας να γίνει 6 ετών), τότε τα βιβλία με την Ντόρι μπορεί να αποτελέσουν ένα πρόβλημα και μια μικρή πρόκληση: Είστε γονιός πραγματικών ή φανταστικών παιδιών; Πρέπει τα βιβλία να αντικατοπτρίζουν τον κόσμο όπως θέλετε να είναι ή τον πραγματικό κόσμο μέσα στον οποίο ζει ένα παιδί;
Παραδέχομαι ότι είχα κι εγώ τις ανησυχίες μου. Το πρώτο βιβλίο που πήραμε κατόπιν συστάσεως ενός βιβλιοθηκάριου ήταν από τη μέση της σειράς. Σε αυτό η φίλη της Ντόρι, η Ρόζαμπελ, χάνει την ψυχραιμία της με τον μικρότερο αδερφό της. Τον αποκαλεί «παλιοκουτσομπόλικο τέρας» και «σκατόπαιδο» και του επιτίθεται, οπότε η Ντόρι τον βοηθά να δραπετεύσει κρύβοντάς τον στο καλάθι με τα άπλυτα. Τότε είχαμε κι ένα μωρό στο σπίτι. Θέλαμε όντως να ακούμε τη μεγαλύτερη αδερφή του να το αποκαλεί «σκατόπαιδο»; Σήμερα το μωρό είναι περίπου στην ηλικία της Ντόρι και, όταν διαβάζουμε αυτή τη σκηνή μαζί, ξεσπάμε σε ένα απελευθερωτικό γέλιο, πριν τα δυο τους επιστρέψουν στους τσακωμούς τους για περισσότερο χώρο και την καλύτερη θέση στον καναπέ.
Η Χάνλον συνειδητοποιεί τώρα ότι οι γονείς που αντιδρούν αρνητικά και δεν βλέπουν με χιούμορ την Ντόρι δεν είναι οι άνθρωποι που θα τη συμπαθούσαν: «Αν με γνωρίζατε, δεν θα σας άρεσα, δεν θα σας άρεσαν τα παιδιά μου, δεν θα άρεσε ο τρόπος με τον οποίο τα μεγαλώνω». Επίσης, έχει γίνει πιο ευαίσθητη ως προς το τι θεωρείται αποδεκτό στην παιδική λογοτεχνία. «Στην αρχή δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η λέξη “χαζός” είναι μια κακή λέξη» λέει. Η επί σειρά ετών επιμελήτριά της συνταξιοδοτήθηκε μετά το πέμπτο βιβλίο και η επιμελήτρια του έκτου, η Τζέσικα Γκάρισον, έχει μικρά παιδιά και είναι πιο ευαίσθητη σε ό,τι αφορά τη γλώσσα των βιβλίων. «Έχω αναρωτηθεί κατά την επανέκδοση αυτών των ιστοριών αν πρέπει να αλλάξουμε το “χαζός” σε “αστείος”» αποκαλύπτει η Γκάρισον. «Νομίζω ότι πολλοί γονείς αντικαθιστούν το “χαζός” με το “αστείος” από μόνοι τους όταν διαβάζουν μεγαλόφωνα. Όλοι είμαστε λίγο πιο προσεκτικοί με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τις λέξεις πια».
Το νέο βιβλίο της Χάνλον επικεντρώνεται στο άγχος αποχωρισμού. Η Ντόρι χάνεται για λίγο σε ένα μεγάλο κατάστημα με εργαλεία και κρυφακούγοντας κάποιους εφήβους μαθαίνει ότι ο Μότσαρτ δεν είναι πλέον ζωντανός. (Άλλο ένα σημείο της πλοκής εμπνευσμένο από τα παιδιά της Χάνλον: «Και τα δυο μου παιδιά έκλαιγαν για τον Μότσαρτ. Έλεγαν: “Θέλουμε να δούμε τον Μότσαρτ”. Κι εγώ τους απαντούσα: “Μα τι λέτε; Έχει πεθάνει”. Ήταν 3 ετών τότε».) Λίγο αργότερα η μητέρα της Ντόρι ενημερώνει τα μέλη της οικογένειας ότι επιστρέφει στη δουλειά. Αυτά τα γεγονότα δημιουργούν έντονη ανησυχία στην Ντόρι, καθώς φοβάται πως η μητέρα της θα την εγκαταλείψει για πάντα. Για να κατευνάσει το άγχος της, η μητέρα της της δίνει ένα μενταγιόν που στο εσωτερικό του έχει μια φωτογραφία της από τον καιρό που ήταν έφηβη. Η Ντόρι το λατρεύει. «Αν πεθάνεις, θα παγιδεύσω το φάντασμά σου μέσα στο μενταγιόν μου» λέει στη μητέρα της. Αργότερα επεξεργάζεται αυτή την ιδέα. «Ίσως μπορώ να βάλω ένα από τα μέρη του σώματος της μαμάς στο μενταγιόν μου. Έτσι θα είναι πάντα μαζί μου» αποκαλύπτει στον Λουκ και τη Βάιολετ. «Κάτι τέτοια έλεγε και η ίδια μου η κόρη: “Ίσως το περάσω και με ένα ειδικό λάδι για να μη σαπίσει”» αναφέρει η Χάνλον. Στην πραγματική ζωή όμως η κόρη της συμπλήρωσε και κάτι ακόμα: «Θα ζητήσω από τη δική μου κόρη να το βάλει στον τάφο μου όταν πεθάνω, έτσι ώστε να κρατάω πάντα το σώμα σου μαζί μου. Με αυτό τον τρόπο θα μπορώ να κρατάω την καρδιά σου μέσα στο σώμα μου».
Η Χάνλον εξεπλάγη που οι εκδότες έδωσαν την έγκρισή τους για το θέμα του θανάτου. «Το πούλησα ως βιβλίο για το άγχος αποχωρισμού και δεν ανέφερα τον θάνατο, γιατί δεν ήξερα πώς θα αντιδρούσαν. Αλλά ήθελα επίσης να πιέσω για αυτό το θέμα του θανάτου, καθώς απασχολεί τα παιδιά» λέει. «Άλλωστε μόλις έζησαν μια πανδημία. Τι θα μπορούσε να είναι η πανδημία αν όχι αυτό;» (Δεν χρειαζόταν να ανησυχεί. «Κυριολεκτικά λάτρεψα το θέμα του βιβλίου» σχολιάζει η Γκάρισον. «Είχα δεχτεί τις ίδιες ερωτήσεις από τον γιο μου όταν ήταν περίπου 6 χρονών».)
Τα δίδυμα της Χάνλον είναι τώρα 16 ετών και δεν φτιάχνουν πια κάστρα από μαξιλάρια στο σαλόνι. Η ίδια έχει ακόμα ένα αρχείο 150 σελίδων από εκείνα τα χρόνια, στο οποίο ανατρέχει για ιδέες, αλλά τελευταία έχει βρει νέους τρόπους να εμπνέεται από τις σκέψεις των παιδιών. Ακούει τα παιδιά που συναντά στις επισκέψεις της ως συγγραφέα στις σχολικές τάξεις και διαβάζει τα γράμματα που της στέλνουν, ενώ έχει αρχίσει να προσφέρει εθελοντική εργασία στην τάξη του νηπιαγωγείου, στο παλιό σχολείο των παιδιών της. «Απλώς έχω ανάγκη να ακούω πώς μιλούν τα παιδιά και τι σκέφτονται» λέει. Τα παιδιά εξάλλου έχουν μεγάλο ταλέντο στην πλοκή». Σε ένα γράμμα που έλαβε πρόσφατα ένα παιδί τής έγραφε: «Νομίζω ότι η κυρία Φαγάνα θα έπρεπε να έχει έναν μεγαλύτερο αδερφό και μία μεγαλύτερη αδερφή που να είναι κακοί μαζί της». «Ξετρελάθηκα!» λέει η Χάνλον. «Είναι τόσο έξυπνα! Είναι ένα βήμα μπροστά από μένα».
* Στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ τα πρώτα τρία βιβλία της σειράς: Ο φανταστικός κόσμος της Ντόρι, Μια αληθινή φίλη!, Ντόρι, το μαύρο πρόβατο.
Το άρθρο της Genevieve Smith δημοσιεύτηκε στο vulture.com στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.
Μετάφραση: Ειρήνη Μανιατοπούλου










