

Ο Ian Rankin, ο επιθεωρητής Ρέμπους, το Εδιμβούργο και η σχέση μου μαζί τους: Μια απρόβλεπτη συνάντηση
Γνώρισα τον επιθεωρητή Ρέμπους όταν διάβασα το μυθιστόρημα Οι καταρράκτες, παρακινημένη από μια κριτική για αυτό το έργο που ήταν δημοσιευμένη στο περιοδικό Times Literary Supplement το 2001. Την εποχή εκείνη, ως υπεύθυνη της ξένης λογοτεχνικής σειράς, αναζητούσα καλά βιβλία και τίτλους για να συμπεριληφθούν στη λίστα των προτάσεών μου στις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Εντέλει, εκ του αποτελέσματος και της μεγάλης επιτυχίας των βιβλίων του Ian στη χώρα μας, μπορώ να πω ότι ούτε ο συντάκτης του άρθρου έκανε λάθος αλλά ούτε κι εγώ. Διαβάζοντας τους Καταρράκτες διέκρινα όλα εκείνα τα στοιχεία που θα έκαναν γνωστό τον συγγραφέα στη χώρα μας και θα αγαπούσαν οι Έλληνες αναγνώστες στον πρωταγωνιστή, τον επιθεωρητή Ρέμπους δηλαδή, ή στους πρωταγωνιστές, αν συμπεριλάβουμε σ’ αυτούς και την πόλη όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες του Ian, το Εδιμβούργο δηλαδή. Εξάλλου, σε όλα τα έργα του, στη Σκοτία, και ιδιαιτέρως στο Εδιμβούργο, εκτυλίσσονται οι περιπέτειες των ηρώων του, εκτός από το μυθιστόρημα Tooth and Nail, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έχει το Λονδίνο.
Ας παρακολουθήσουμε όμως την πορεία του συγγραφέα και τη στροφή του στο αστυνομικό είδος, αφού το πρώτο του μυθιστόρημα, με τον τίτλο The Flood, που κυκλοφόρησε το 1986, είναι ένα κράμα κοινωνικών περισσότερο και συναισθηματικών στοιχείων, τα οποία συνδέονται με μυστικά των ηρώων, της ανύπαντρης μητέρας με τον γιο της δηλαδή. Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως είδος «περιορισμένης αυτοβιογραφίας», όπως άλλωστε ειπώθηκε ήδη από την κριτική, μιας και το αγόρι της ιστορίας ζει σε ένα μικρό μέρος που θυμίζει τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Φάιφ. Το αγόρι ονειρεύεται να αποδράσει από την επαρχία και να καταφύγει στο Εδιμβούργο, όπως ακριβώς έκανε άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας.
Όταν λοιπόν εκείνη την εποχή θα χαρίσει ο συγγραφέας το πρώτο του βιβλίο, το The Flood, στον πατέρα του, μαζί με ένα μυθιστόρημα του γνωστού Σκοτσέζου συγγραφέα James Kelman (γεννήθηκε το 1946), ο οποίος περιγράφει στα έργα του την εργατική τάξη και τις σχέσεις των απλών πολιτών με την εξουσία, εκείνος θα δείξει ότι δεν ενθουσιάζεται και θα του αντιτείνει ότι αυτά τα θεωρεί πολύ σκοτσέζικα βιβλία, καθώς ο ίδιος προτιμά να διαβάζει John Le Carré και τα μυθιστορήματα που έχουν ως ήρωα τον Τζέιμς Μποντ, βιβλία δηλαδή με κοσμοπολιτισμό.
Και ευτυχώς για εμάς, τους αναγνώστες του, ο Ian κατάλαβε ότι μπορούσε να μιλήσει για τη Σκοτία μέσω ενός άλλου είδους, του αστυνομικού, με στόχο να αποκτήσει ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Και το πέτυχε, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημα του είδους, με τον τίτλο Knots and Crosses, το 1987, στο οποίο εμφανίζεται πρώτη φορά ο επιθεωρητής Τζον Ρέμπους, ένας χαρακτήρας που διαθέτει όλα τα ελκυστικά δεδομένα, την εκκεντρικότητα ενός ήρωα του αστυνομικού είδους.
Σ’ αυτό το σημείο όμως επιτρέψτε μου να επανέλθω σε εκείνα τα στοιχεία που με έκαναν να σκεφτώ ότι ο συγγραφέας αυτός θα έχει παρόν και μέλλον στη χώρα μας, αφού έλαβα υπόψη και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία υπέθεσα ότι θα είχε επίδραση στις επιλογές των αναγνωστών. Ο Ρέμπους λοιπόν –το όνομά του σημαίνει γρίφος φτιαγμένος από εικόνες και σύμβολα– είχε πολλές σκοτεινές πλευρές, όπως και κρυμμένους σκελετούς στο ντουλάπι του. Η προσωπική του ζωή, και μερικές φορές η επαγγελματική, φαίνεται περίπλοκη. Είναι χωρισμένος, πίνει, δεν είναι στοργικός πατέρας, διαμένει σε κρύα και ακαλαίσθητα διαμερίσματα, είναι μπρουτάλ, ξεροκέφαλος και κυνικός. Διαβάζει το Έγκλημα και τιμωρία, είναι καταστροφικά τολμηρός, κοιμάται σε πολυθρόνες γιατί δεν του αρέσουν τα στρωμένα κρεβάτια, φοράει γραβάτα, όποτε φοράει δηλαδή, με έναν αδέξιο τρόπο, είναι ένας ανήσυχος συνταξιούχος, και συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του ήρωα που θέλει να αντιμετωπίζεται ως αντι-ήρωας. Όμως όλα αυτά, κατά έναν τρόπο, είναι αρετές και όχι αρνητικά χαρακτηριστικά.
Άλλα στοιχεία αυτών των πρώτων δύο βιβλίων που διάβασα (Οι καταρράκτες και Knots and Crosses) και τα οποία με έπεισαν ότι κάτι υπάρχει εδώ ήταν η σφιχτή πλοκή και η απλή, ευκρινής ρεαλιστική γραφή, την οποία σε καμία περίπτωση δεν θεώρησα απλοϊκή ή «αφελή». Κάθε άλλο, καθώς ήμουν σίγουρη ότι αυτά τα χαρακτηριστικά θα τραβούσαν το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Εξάλλου, αυτό το στιλ γραφής μοιάζει με εκείνο των Σκανδιναβών συγγραφέων, μολονότι τότε δεν γνώριζα τη μετέπειτα επιτυχία τους και στη χώρα μας αλλά και αλλού.
Αναζητώντας περισσότερα χαρακτηριστικά, πρόσεξα ότι ο Ian στην ουσία δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ την παράδοση του σκοτσέζικου μυθιστορήματος, και καλά έκανε. Δεν αφήνεις ανεκμετάλλευτο τέτοιο θησαυρό, και μάλιστα όταν επιθυμείς να γράψεις το «απόλυτο σκοτσέζικο μυθιστόρημα», όπως είχε εξομολογηθεί ο ίδιος σε δημοσιογράφο το 2001, και όταν αγαπάς τον Robert Louis Stevenson, και ιδιαιτέρως το έργο του Δόκτωρ Τζέκιλ και Κύριος Χάιντ, από το οποίο υιοθέτησε πολλά στοιχεία, όπως τις αντιθέσεις, που είναι στα έργα του πάντοτε παρούσες. Αν και είναι κοινός τόπος στο αστυνομικό, αλλά και εν γένει στη λογοτεχνία, τα αντίθετα και η σύγκρουση του «καλού» με το «κακό», ο Ian στήνει συνειδητά τα αντίπαλα πεδία έχοντας έναν όχι και τόσο άγιο επιθεωρητή, από τη μια, και ένα κοινωνικό και πολιτικό διεφθαρμένο σύστημα, από την άλλη, που συγκρούονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το «κακό» της μονάδας, το ατομικό «κακό», ομογενοποιείται και εξαφανίζεται από το συλλογικό. Η διαφθορά εξάλλου, το «κακό», αγγίζει όχι μόνο τους πολιτικούς, αλλά και τους ίδιους τους αστυνομικούς.
Τα δίπολα ωστόσο, τις καλές και τις κακές πλευρές, μπορεί να τα διακρίνει κανείς και στην ίδια την πόλη, το Εδιμβούργο, που από τη μια έχει τον αστικό και αριστοκρατικό αέρα και από την άλλη τις σκοτεινές πλευρές της, τα μυστικά της, τον υπόκοσμο, καθώς αυτή εμφανίζεται ως μια «πόλη διχασμένη», τακτοποιημένη και καθαρή, αλλά και βρόμικη και με ανεπαρκή ασφάλεια, με την υποκρισία των κατοίκων της, σε πολλές περιπτώσεις, να γίνεται ρυθμιστικός παράγοντας των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων. Και έτσι, το Εδιμβούργο προσφέρει στον συγγραφέα όλο το κατάλληλο υλικό για να στήσει τις αστυνομικές ιστορίες του. Εξάλλου, για την πόλη του, την πόλη όπου επέλεξε να ζήσει, είχε γράψει ο ίδιος στο κείμενό του για τον Ρέμπους ότι «αυτή η πόλη είναι στοιχειωμένη… Είναι μια πόλη που βρίθει από περιηγήσεις σε στοιχειωμένα μέρη. Τα νεκροταφεία της είναι γεμάτα και υπάρχουν μυριάδες υπόγειοι δρόμοι, τούνελ και σπήλαια… Η πόλη που βλέπει ο τουρίστας, ακόμα και σήμερα, απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Η ιστορία του Εδιμβούργου είναι αιματοβαμμένη…» (Φάκελος Ρέμπους: Οι άγνωστες υποθέσεις, μτφρ. Νάντη Σακκά, Μεταίχμιο, 2015 και επανέκδοση 2019, σελ. 525).
Και ο Ρέμπους; Ποια είναι η συνεισφορά του στη μυθιστορηματική πόλη; Μπορεί να υποσχεθεί ασφάλεια στους κατοίκους της, να φροντίσει για τον νόμο και την τάξη; Άραγε αυτή η ασφάλεια εξαρτάται μόνο από τον ίδιο και από την ομάδα του; Μα και ο ίδιος διαθέτει πολλές αντιφατικές πλευρές, που τον κάνουν να φαίνεται σύνθετος και απρόβλεπτος, αν και προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να προστατεύσει εκείνους που το έχουν ανάγκη και να εξιχνιάσει τα εγκλήματα.
Όλα αυτά τα στοιχεία ωστόσο μπορεί να τα διακρίνει κανείς ακόμα πιο πολύ στο μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πρόσφατα –από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ πάντα–, το 2023, με τον τίτλο Όσα δεν θέλω να πω (κυκλοφόρησε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2022 – ο τίτλος προέρχεται από το τραγούδι Single Father του Jackie Leven). Σ’ αυτό το μυθιστόρημα λοιπόν έχουμε την ανατροπή, και ο επιθεωρητής Ρέμπους κατά την περίοδο της πανδημίας του Covid-19 από κυνηγός μετατρέπεται σε θήραμα.
Εντέλει σε ποια κατηγορία ανήκει ο Ρέμπους; Προσπαθεί να πλήξει όντως τη διαφθορά ή ανήκει και ο ίδιος μερικώς σε αυτή τη σκοτεινή πλευρά; Μήπως κρύβει μέσα του, εκτός των άλλων, και το ίδιο το «κακό», αυτό που ωθεί τα θηράματά του στο έγκλημα; Άραγε σε αυτές τις αντιφάσεις κρύβεται και η γοητεία του χαρακτήρα, μιας και η πιθανή αγιοποίησή του θα υπέσκαπτε τον ίδιο αλλά και τις ιστορίες του; Σ’ αυτή την περίπτωση, εξάλλου, ο ήρωάς του θα γινόταν πολύ πληκτικός.
Για να επανέλθω στην αρχική πρόθεση του Ian, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, ότι δηλαδή επιδίωξε να στήσει το απόλυτο σκοτσέζικο μυθιστόρημα, με χαρακτηριστικά όμως που το ξεπερνούσαν και άγγιζαν το ευρύτερο κοινό, πιστεύω ότι αναμφισβήτητα πέτυχε όχι μόνο να το δημιουργήσει, αλλά και να πλάσει τον ιδιαίτερο Σκοτσέζο επιθεωρητή, που υπήρξε μια προσφορά στη σκοτσέζικη λογοτεχνική παράδοση και στο είδος του tartan noir. Εξάλλου η προσωπικότητα του Ρέμπους έχει όμοια χαρακτηριστικά με αυτά της πόλης του Εδιμβούργου, καθώς αυτός δεν είναι παρά γέννημα και θρέμμα της.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, λοιπόν, είμαστε ευτυχείς που τα βιβλία του Ian Rankin μεταφράζονται στα ελληνικά, και ανυπομονούμε να διαβάσουμε πολλές ακόμα μελλοντικές ιστορίες.
Χρύσα Σπυροπούλου
Εισήγηση για την εκδήλωση προς τιμήν του Ian Rankin που πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου 2024 στο αμφιθέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha.
Γνώρισα τον επιθεωρητή Ρέμπους όταν διάβασα το μυθιστόρημα Οι καταρράκτες, παρακινημένη από μια κριτική για αυτό το έργο που ήταν δημοσιευμένη στο περιοδικό Times Literary Supplement το 2001. Την εποχή εκείνη, ως υπεύθυνη της ξένης λογοτεχνικής σειράς, αναζητούσα καλά βιβλία και τίτλους για να συμπεριληφθούν στη λίστα των προτάσεών μου στις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ. Εντέλει, εκ του αποτελέσματος και της μεγάλης επιτυχίας των βιβλίων του Ian στη χώρα μας, μπορώ να πω ότι ούτε ο συντάκτης του άρθρου έκανε λάθος αλλά ούτε κι εγώ. Διαβάζοντας τους Καταρράκτες διέκρινα όλα εκείνα τα στοιχεία που θα έκαναν γνωστό τον συγγραφέα στη χώρα μας και θα αγαπούσαν οι Έλληνες αναγνώστες στον πρωταγωνιστή, τον επιθεωρητή Ρέμπους δηλαδή, ή στους πρωταγωνιστές, αν συμπεριλάβουμε σ’ αυτούς και την πόλη όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες του Ian, το Εδιμβούργο δηλαδή. Εξάλλου, σε όλα τα έργα του, στη Σκοτία, και ιδιαιτέρως στο Εδιμβούργο, εκτυλίσσονται οι περιπέτειες των ηρώων του, εκτός από το μυθιστόρημα Tooth and Nail, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έχει το Λονδίνο.
Ας παρακολουθήσουμε όμως την πορεία του συγγραφέα και τη στροφή του στο αστυνομικό είδος, αφού το πρώτο του μυθιστόρημα, με τον τίτλο The Flood, που κυκλοφόρησε το 1986, είναι ένα κράμα κοινωνικών περισσότερο και συναισθηματικών στοιχείων, τα οποία συνδέονται με μυστικά των ηρώων, της ανύπαντρης μητέρας με τον γιο της δηλαδή. Αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως είδος «περιορισμένης αυτοβιογραφίας», όπως άλλωστε ειπώθηκε ήδη από την κριτική, μιας και το αγόρι της ιστορίας ζει σε ένα μικρό μέρος που θυμίζει τον τόπο καταγωγής του συγγραφέα, το Φάιφ. Το αγόρι ονειρεύεται να αποδράσει από την επαρχία και να καταφύγει στο Εδιμβούργο, όπως ακριβώς έκανε άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας.
Όταν λοιπόν εκείνη την εποχή θα χαρίσει ο συγγραφέας το πρώτο του βιβλίο, το The Flood, στον πατέρα του, μαζί με ένα μυθιστόρημα του γνωστού Σκοτσέζου συγγραφέα James Kelman (γεννήθηκε το 1946), ο οποίος περιγράφει στα έργα του την εργατική τάξη και τις σχέσεις των απλών πολιτών με την εξουσία, εκείνος θα δείξει ότι δεν ενθουσιάζεται και θα του αντιτείνει ότι αυτά τα θεωρεί πολύ σκοτσέζικα βιβλία, καθώς ο ίδιος προτιμά να διαβάζει John Le Carré και τα μυθιστορήματα που έχουν ως ήρωα τον Τζέιμς Μποντ, βιβλία δηλαδή με κοσμοπολιτισμό.
Και ευτυχώς για εμάς, τους αναγνώστες του, ο Ian κατάλαβε ότι μπορούσε να μιλήσει για τη Σκοτία μέσω ενός άλλου είδους, του αστυνομικού, με στόχο να αποκτήσει ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Και το πέτυχε, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημα του είδους, με τον τίτλο Knots and Crosses, το 1987, στο οποίο εμφανίζεται πρώτη φορά ο επιθεωρητής Τζον Ρέμπους, ένας χαρακτήρας που διαθέτει όλα τα ελκυστικά δεδομένα, την εκκεντρικότητα ενός ήρωα του αστυνομικού είδους.
Σ’ αυτό το σημείο όμως επιτρέψτε μου να επανέλθω σε εκείνα τα στοιχεία που με έκαναν να σκεφτώ ότι ο συγγραφέας αυτός θα έχει παρόν και μέλλον στη χώρα μας, αφού έλαβα υπόψη και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία υπέθεσα ότι θα είχε επίδραση στις επιλογές των αναγνωστών. Ο Ρέμπους λοιπόν –το όνομά του σημαίνει γρίφος φτιαγμένος από εικόνες και σύμβολα– είχε πολλές σκοτεινές πλευρές, όπως και κρυμμένους σκελετούς στο ντουλάπι του. Η προσωπική του ζωή, και μερικές φορές η επαγγελματική, φαίνεται περίπλοκη. Είναι χωρισμένος, πίνει, δεν είναι στοργικός πατέρας, διαμένει σε κρύα και ακαλαίσθητα διαμερίσματα, είναι μπρουτάλ, ξεροκέφαλος και κυνικός. Διαβάζει το Έγκλημα και τιμωρία, είναι καταστροφικά τολμηρός, κοιμάται σε πολυθρόνες γιατί δεν του αρέσουν τα στρωμένα κρεβάτια, φοράει γραβάτα, όποτε φοράει δηλαδή, με έναν αδέξιο τρόπο, είναι ένας ανήσυχος συνταξιούχος, και συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του ήρωα που θέλει να αντιμετωπίζεται ως αντι-ήρωας. Όμως όλα αυτά, κατά έναν τρόπο, είναι αρετές και όχι αρνητικά χαρακτηριστικά.
Άλλα στοιχεία αυτών των πρώτων δύο βιβλίων που διάβασα (Οι καταρράκτες και Knots and Crosses) και τα οποία με έπεισαν ότι κάτι υπάρχει εδώ ήταν η σφιχτή πλοκή και η απλή, ευκρινής ρεαλιστική γραφή, την οποία σε καμία περίπτωση δεν θεώρησα απλοϊκή ή «αφελή». Κάθε άλλο, καθώς ήμουν σίγουρη ότι αυτά τα χαρακτηριστικά θα τραβούσαν το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Εξάλλου, αυτό το στιλ γραφής μοιάζει με εκείνο των Σκανδιναβών συγγραφέων, μολονότι τότε δεν γνώριζα τη μετέπειτα επιτυχία τους και στη χώρα μας αλλά και αλλού.
Αναζητώντας περισσότερα χαρακτηριστικά, πρόσεξα ότι ο Ian στην ουσία δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ την παράδοση του σκοτσέζικου μυθιστορήματος, και καλά έκανε. Δεν αφήνεις ανεκμετάλλευτο τέτοιο θησαυρό, και μάλιστα όταν επιθυμείς να γράψεις το «απόλυτο σκοτσέζικο μυθιστόρημα», όπως είχε εξομολογηθεί ο ίδιος σε δημοσιογράφο το 2001, και όταν αγαπάς τον Robert Louis Stevenson, και ιδιαιτέρως το έργο του Δόκτωρ Τζέκιλ και Κύριος Χάιντ, από το οποίο υιοθέτησε πολλά στοιχεία, όπως τις αντιθέσεις, που είναι στα έργα του πάντοτε παρούσες. Αν και είναι κοινός τόπος στο αστυνομικό, αλλά και εν γένει στη λογοτεχνία, τα αντίθετα και η σύγκρουση του «καλού» με το «κακό», ο Ian στήνει συνειδητά τα αντίπαλα πεδία έχοντας έναν όχι και τόσο άγιο επιθεωρητή, από τη μια, και ένα κοινωνικό και πολιτικό διεφθαρμένο σύστημα, από την άλλη, που συγκρούονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το «κακό» της μονάδας, το ατομικό «κακό», ομογενοποιείται και εξαφανίζεται από το συλλογικό. Η διαφθορά εξάλλου, το «κακό», αγγίζει όχι μόνο τους πολιτικούς, αλλά και τους ίδιους τους αστυνομικούς.
Τα δίπολα ωστόσο, τις καλές και τις κακές πλευρές, μπορεί να τα διακρίνει κανείς και στην ίδια την πόλη, το Εδιμβούργο, που από τη μια έχει τον αστικό και αριστοκρατικό αέρα και από την άλλη τις σκοτεινές πλευρές της, τα μυστικά της, τον υπόκοσμο, καθώς αυτή εμφανίζεται ως μια «πόλη διχασμένη», τακτοποιημένη και καθαρή, αλλά και βρόμικη και με ανεπαρκή ασφάλεια, με την υποκρισία των κατοίκων της, σε πολλές περιπτώσεις, να γίνεται ρυθμιστικός παράγοντας των πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων. Και έτσι, το Εδιμβούργο προσφέρει στον συγγραφέα όλο το κατάλληλο υλικό για να στήσει τις αστυνομικές ιστορίες του. Εξάλλου, για την πόλη του, την πόλη όπου επέλεξε να ζήσει, είχε γράψει ο ίδιος στο κείμενό του για τον Ρέμπους ότι «αυτή η πόλη είναι στοιχειωμένη… Είναι μια πόλη που βρίθει από περιηγήσεις σε στοιχειωμένα μέρη. Τα νεκροταφεία της είναι γεμάτα και υπάρχουν μυριάδες υπόγειοι δρόμοι, τούνελ και σπήλαια… Η πόλη που βλέπει ο τουρίστας, ακόμα και σήμερα, απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Η ιστορία του Εδιμβούργου είναι αιματοβαμμένη…» (Φάκελος Ρέμπους: Οι άγνωστες υποθέσεις, μτφρ. Νάντη Σακκά, Μεταίχμιο, 2015 και επανέκδοση 2019, σελ. 525).
Και ο Ρέμπους; Ποια είναι η συνεισφορά του στη μυθιστορηματική πόλη; Μπορεί να υποσχεθεί ασφάλεια στους κατοίκους της, να φροντίσει για τον νόμο και την τάξη; Άραγε αυτή η ασφάλεια εξαρτάται μόνο από τον ίδιο και από την ομάδα του; Μα και ο ίδιος διαθέτει πολλές αντιφατικές πλευρές, που τον κάνουν να φαίνεται σύνθετος και απρόβλεπτος, αν και προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να προστατεύσει εκείνους που το έχουν ανάγκη και να εξιχνιάσει τα εγκλήματα.
Όλα αυτά τα στοιχεία ωστόσο μπορεί να τα διακρίνει κανείς ακόμα πιο πολύ στο μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε πρόσφατα –από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ πάντα–, το 2023, με τον τίτλο Όσα δεν θέλω να πω (κυκλοφόρησε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2022 – ο τίτλος προέρχεται από το τραγούδι Single Father του Jackie Leven). Σ’ αυτό το μυθιστόρημα λοιπόν έχουμε την ανατροπή, και ο επιθεωρητής Ρέμπους κατά την περίοδο της πανδημίας του Covid-19 από κυνηγός μετατρέπεται σε θήραμα.
Εντέλει σε ποια κατηγορία ανήκει ο Ρέμπους; Προσπαθεί να πλήξει όντως τη διαφθορά ή ανήκει και ο ίδιος μερικώς σε αυτή τη σκοτεινή πλευρά; Μήπως κρύβει μέσα του, εκτός των άλλων, και το ίδιο το «κακό», αυτό που ωθεί τα θηράματά του στο έγκλημα; Άραγε σε αυτές τις αντιφάσεις κρύβεται και η γοητεία του χαρακτήρα, μιας και η πιθανή αγιοποίησή του θα υπέσκαπτε τον ίδιο αλλά και τις ιστορίες του; Σ’ αυτή την περίπτωση, εξάλλου, ο ήρωάς του θα γινόταν πολύ πληκτικός.
Για να επανέλθω στην αρχική πρόθεση του Ian, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως, ότι δηλαδή επιδίωξε να στήσει το απόλυτο σκοτσέζικο μυθιστόρημα, με χαρακτηριστικά όμως που το ξεπερνούσαν και άγγιζαν το ευρύτερο κοινό, πιστεύω ότι αναμφισβήτητα πέτυχε όχι μόνο να το δημιουργήσει, αλλά και να πλάσει τον ιδιαίτερο Σκοτσέζο επιθεωρητή, που υπήρξε μια προσφορά στη σκοτσέζικη λογοτεχνική παράδοση και στο είδος του tartan noir. Εξάλλου η προσωπικότητα του Ρέμπους έχει όμοια χαρακτηριστικά με αυτά της πόλης του Εδιμβούργου, καθώς αυτός δεν είναι παρά γέννημα και θρέμμα της.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, λοιπόν, είμαστε ευτυχείς που τα βιβλία του Ian Rankin μεταφράζονται στα ελληνικά, και ανυπομονούμε να διαβάσουμε πολλές ακόμα μελλοντικές ιστορίες.
Χρύσα Σπυροπούλου
Εισήγηση για την εκδήλωση προς τιμήν του Ian Rankin που πραγματοποιήθηκε στις 26 Απριλίου 2024 στο αμφιθέατρο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, στο πλαίσιο του 5ου Φεστιβάλ Αστυνομικής Λογοτεχνίας Agatha.













