Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Το νέο μυθιστόρημα του Douglas Stuart «Τζον, γιος του Τζον» στη βραχεία λίστα για το βραβείο Booker 2026!
Το νέο μυθιστόρημα του Douglas Stuart «Τζον, γιος του Τζον» στη βραχεία λίστα για το βραβείο Booker 2026!
Το νέο μυθιστόρημα του Douglas Stuart «Τζον, γιος του Τζον» στη βραχεία λίστα για το βραβείο Booker 2026!

Το νέο μυθιστόρημα του Douglas Stuart «Τζον, γιος του Τζον» στη βραχεία λίστα για το βραβείο Booker 2026!

Διαβάστε όσα είπε για το βιβλίο η κριτική επιτροπή.

Μπορείτε να δώσετε μια περίληψη του βιβλίου σε μία πρόταση, ώστε να παροτρύνετε τους αναγνώστες να το διαβάσουν;
Ένα πλούσιο και συγκινητικό μυθιστόρημα για έναν πατέρα και έναν γιο που ζουν σε ένα απομονωμένο σκοτσέζικο νησί τη δεκαετία του ’80, όπου τα μυστικά μιας μικρής κοινωνίας και η θαμμένη ντροπή έχουν απρόσμενες, οδυνηρές, ακόμα και λυτρωτικές συνέπειες.


Υπάρχει κάτι το μοναδικό σε αυτό το βιβλίο, κάτι που δεν έχετε συναντήσει ξανά στη μυθοπλασία;

Λένε συχνά ότι η σύγχρονη λογοτεχνία στερείται αισθητηριακό πλούτο και πολυσύνθετες κοινωνικές πραγματικότητες. Το βιβλίο του Stuart πηγαίνει κόντρα σε αυτή την τάση, καθώς δημιουργεί μια ζωντανή και καθηλωτική αίσθηση του χρόνου και του τόπου.
Παρότι το νησί Φάλαμπεϊ δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, ο Stuart έγραψε το μυθιστόρημα ταξιδεύοντας στις Εξωτερικές Εβρίδες. Το δικό του Φάλαμπεϊ είναι ένας κλειστοφοβικός τόπος, παγιδευμένος ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα, που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη νέα, αμερικανικής έμπνευσης, καπιταλιστική παγκόσμια τάξη της δεκαετίας του ’80. Ίσως όμως αυτό που φαίνεται πραγματικά «επαναστατικό» στο μυθιστόρημα να είναι η προσήλωσή του σε ένα κλασικό είδος αφήγησης: μια αφήγηση που απολαμβάνει να περιγράφει πράγματα, τόπους και ανθρώπους, που χτίζει αργά την πλοκή και δεν φοβάται να πάρει τον χρόνο της.


Τι πιστεύετε ότι είναι αυτό που οι αναγνώστες θα θαυμάσουν και θα αγαπήσουν πραγματικά σε αυτό το βιβλίο;

Ο
Douglas Stuart γράφει με μια πολύ όμορφη και σταθερή προσήλωση στη λεπτομέρεια, ώστε αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τη σημασία του χρώματος ενός πρησμένου ποδιού, του φιδωτού κεντρικού δρόμου, του αρώματος Imperial Leather που αναδύεται από το δέρμα ενός εραστή. Οι δυναμικές ανάμεσα στους κατοίκους του νησιού θα φανούν αμέσως οικείες σε όποιον έχει μεγαλώσει σε αντίστοιχες κλειστές κοινωνίες – για παράδειγμα, αν είσαι αγόρι και πεις κάτι που ακούγεται «θηλυπρεπές», την έχεις βάψει! Κι ενώ το μυθιστόρημα φωτίζει τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η ζωή μπορεί να είναι απογοητευτική, μη ειλικρινής και σκληρή, ταυτόχρονα διακρίνουμε μια αχτίδα ελπίδας: από την υπόνοια ότι τα πράγματα μπορούν ακόμη να αλλάξουν και ότι τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για πάντα.

Μπορείτε να μας πείτε με ποιους χαρακτήρες ενδέχεται να ταυτιστούν οι αναγνώστες και γιατί;

Η σχέση ανάμεσα στον Καλ και τον πατέρα του, τον Τζον, αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου, και οι δυο τους είναι σπαρακτικές και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινες μορφές. Σε μια πρώτη ανάγνωση, είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς με τον Καλ, έναν νεαρό απόφοιτο της σχολής Καλών Τεχνών που ζει στο Εδιμβούργο και δυσανασχετεί γιατί πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι του και να καταπνίξει την προσωπικότητά του προκειμένου να ικανοποιήσει τον πατέρα του. Όλοι το έχουμε ζήσει. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, γίνεται πιο ξεκάθαρη η οδυνηρή αγάπη που τρέφει ο Τζον για τον γιο του, μια αγάπη που δεν μπορεί να εκφράσει. Υπάρχουν επίσης πολλά που μπορεί κανείς να θαυμάσει στον γείτονά τους, τον Ίνις, έναν άνθρωπο που έχει μεγαλώσει νιώθοντας απομονωμένος και αόρατος, αλλά έχει καταφέρει να διατηρήσει την αισιοδοξία και τη δίψα του για ζωή.


Αν και είναι ένα έργο μυθοπλασίας, υπάρχει κάτι σε αυτό που θεωρείτε ιδιαίτερα επίκαιρο σε σχέση με όσα αντιμετωπίζουμε στον σημερινό κόσμο;

Η διερεύνηση της δύσκολης και συχνά ανέκφραστης αγάπης που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε καταπιεσμένους άντρες (και του μίσους προς τον εαυτό μας και της βίας που μπορεί να γεννήσει αυτή η καταπίεση) φαίνεται ιδιαίτερα επίκαιρη. Το ίδιο ισχύει και για την αποτύπωση της αγανάκτησης η οποία επικρατεί σε τόπους που έχει αφήσει πίσω η παγκόσμια καπιταλιστική ανάπτυξη.
Θαυμάσαμε επίσης την προσήλωση του βιβλίου στην έννοια της τέχνης και της δεξιοτεχνίας. Ο Καλ και ο Τζον περνούν τις ημέρες τους υφαίνοντας στον αργαλειό, φροντίζοντας σχολαστικά για την ομοιομορφία του υφάσματος. Και το ίδιο το μυθιστόρημα φαίνεται να είναι το υπέροχο αποτέλεσμα της πολύωρης και υπομονετικής ενασχόλησης του Stuart με τη συγγραφή. Σε μια εποχή που οι μηχανές μπορούν να δημιουργήσουν κείμενα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, είναι ριζοσπαστική επιλογή να αφιερωθεί κανείς στην τέχνη του, να καθίσει και να το κάνει ο ίδιος.


Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή του βιβλίου που έχει εντυπωθεί στο μυαλό σας; Αν ναι, γιατί;

Ένα από τα στοιχεία που απολαύσαμε διαβάζοντας το
Τζον, γιος του Τζον είναι ότι βλέπουμε τον κόσμο μέσα από το οξύ, εικονοπλαστικό βλέμμα του Stuart. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι έχει εργαστεί στον χώρο της μόδας. Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Καλ και ο Τζον πηγαίνουν στο κλωστοϋφαντουργείο για να παραδώσουν το ύφασμά τους. Ο Τζον χάνει τον γιο του από τα μάτια του και τον αναζητά σε όλο το κλωστοϋφαντουργείο, ώσπου φτάνει στο αναμεικτήριο.
Εκεί βλέπει τον Καλ να στέκεται καταμεσής του δωματίου με τα χέρια απλωμένα, αψηφώντας τις προειδοποιήσεις για την υγεία του, σε κατάσταση έκστασης. «Η μαγεία δεν είχε λιγοστέψει στο ελάχιστο» γράφει ο Stuart. «Οι ανεμιστήρες στροβιλίζονταν καθώς ο αέρας γέμιζε τουλύπες χρώματος. Τα χρώματα έπεφταν γύρω του σαν τεχνικολόρ χιονονιφάδες και κάθονταν σε σωρούς που έφταναν ως τη μέση του».
Πρόκειται για ένα αριστοτεχνικά γραμμένο απόσπασμα, που συμπυκνώνει τα πολλά επίπεδα του βιβλίου: ναι, υπάρχει η ένταση ανάμεσα στον πατέρα και τον γιο, η ανάγκη να εξαφανίσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό και μια διαρκής αίσθηση κινδύνου. Όμως, παράλληλα με όλα αυτά, και ιδιαίτερα αν είναι κανείς παρατηρητικός, υπάρχουν στιγμές αληθινής χάρης και ομορφιάς.

_______________
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2026 στον επίσημο
ιστότοπο των βραβείων Booker.
Μετάφραση: Ειρήνη Μανιατοπούλου

Μπορείτε να δώσετε μια περίληψη του βιβλίου σε μία πρόταση, ώστε να παροτρύνετε τους αναγνώστες να το διαβάσουν;
Ένα πλούσιο και συγκινητικό μυθιστόρημα για έναν πατέρα και έναν γιο που ζουν σε ένα απομονωμένο σκοτσέζικο νησί τη δεκαετία του ’80, όπου τα μυστικά μιας μικρής κοινωνίας και η θαμμένη ντροπή έχουν απρόσμενες, οδυνηρές, ακόμα και λυτρωτικές συνέπειες.


Υπάρχει κάτι το μοναδικό σε αυτό το βιβλίο, κάτι που δεν έχετε συναντήσει ξανά στη μυθοπλασία;

Λένε συχνά ότι η σύγχρονη λογοτεχνία στερείται αισθητηριακό πλούτο και πολυσύνθετες κοινωνικές πραγματικότητες. Το βιβλίο του Stuart πηγαίνει κόντρα σε αυτή την τάση, καθώς δημιουργεί μια ζωντανή και καθηλωτική αίσθηση του χρόνου και του τόπου.
Παρότι το νησί Φάλαμπεϊ δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, ο Stuart έγραψε το μυθιστόρημα ταξιδεύοντας στις Εξωτερικές Εβρίδες. Το δικό του Φάλαμπεϊ είναι ένας κλειστοφοβικός τόπος, παγιδευμένος ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα, που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη νέα, αμερικανικής έμπνευσης, καπιταλιστική παγκόσμια τάξη της δεκαετίας του ’80. Ίσως όμως αυτό που φαίνεται πραγματικά «επαναστατικό» στο μυθιστόρημα να είναι η προσήλωσή του σε ένα κλασικό είδος αφήγησης: μια αφήγηση που απολαμβάνει να περιγράφει πράγματα, τόπους και ανθρώπους, που χτίζει αργά την πλοκή και δεν φοβάται να πάρει τον χρόνο της.


Τι πιστεύετε ότι είναι αυτό που οι αναγνώστες θα θαυμάσουν και θα αγαπήσουν πραγματικά σε αυτό το βιβλίο;

Ο
Douglas Stuart γράφει με μια πολύ όμορφη και σταθερή προσήλωση στη λεπτομέρεια, ώστε αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τη σημασία του χρώματος ενός πρησμένου ποδιού, του φιδωτού κεντρικού δρόμου, του αρώματος Imperial Leather που αναδύεται από το δέρμα ενός εραστή. Οι δυναμικές ανάμεσα στους κατοίκους του νησιού θα φανούν αμέσως οικείες σε όποιον έχει μεγαλώσει σε αντίστοιχες κλειστές κοινωνίες – για παράδειγμα, αν είσαι αγόρι και πεις κάτι που ακούγεται «θηλυπρεπές», την έχεις βάψει! Κι ενώ το μυθιστόρημα φωτίζει τους πολλούς τρόπους με τους οποίους η ζωή μπορεί να είναι απογοητευτική, μη ειλικρινής και σκληρή, ταυτόχρονα διακρίνουμε μια αχτίδα ελπίδας: από την υπόνοια ότι τα πράγματα μπορούν ακόμη να αλλάξουν και ότι τίποτα δεν θα είναι το ίδιο για πάντα.

Μπορείτε να μας πείτε με ποιους χαρακτήρες ενδέχεται να ταυτιστούν οι αναγνώστες και γιατί;

Η σχέση ανάμεσα στον Καλ και τον πατέρα του, τον Τζον, αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου, και οι δυο τους είναι σπαρακτικές και ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινες μορφές. Σε μια πρώτη ανάγνωση, είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς με τον Καλ, έναν νεαρό απόφοιτο της σχολής Καλών Τεχνών που ζει στο Εδιμβούργο και δυσανασχετεί γιατί πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι του και να καταπνίξει την προσωπικότητά του προκειμένου να ικανοποιήσει τον πατέρα του. Όλοι το έχουμε ζήσει. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, γίνεται πιο ξεκάθαρη η οδυνηρή αγάπη που τρέφει ο Τζον για τον γιο του, μια αγάπη που δεν μπορεί να εκφράσει. Υπάρχουν επίσης πολλά που μπορεί κανείς να θαυμάσει στον γείτονά τους, τον Ίνις, έναν άνθρωπο που έχει μεγαλώσει νιώθοντας απομονωμένος και αόρατος, αλλά έχει καταφέρει να διατηρήσει την αισιοδοξία και τη δίψα του για ζωή.


Αν και είναι ένα έργο μυθοπλασίας, υπάρχει κάτι σε αυτό που θεωρείτε ιδιαίτερα επίκαιρο σε σχέση με όσα αντιμετωπίζουμε στον σημερινό κόσμο;

Η διερεύνηση της δύσκολης και συχνά ανέκφραστης αγάπης που μπορεί να υπάρχει ανάμεσα σε καταπιεσμένους άντρες (και του μίσους προς τον εαυτό μας και της βίας που μπορεί να γεννήσει αυτή η καταπίεση) φαίνεται ιδιαίτερα επίκαιρη. Το ίδιο ισχύει και για την αποτύπωση της αγανάκτησης η οποία επικρατεί σε τόπους που έχει αφήσει πίσω η παγκόσμια καπιταλιστική ανάπτυξη.
Θαυμάσαμε επίσης την προσήλωση του βιβλίου στην έννοια της τέχνης και της δεξιοτεχνίας. Ο Καλ και ο Τζον περνούν τις ημέρες τους υφαίνοντας στον αργαλειό, φροντίζοντας σχολαστικά για την ομοιομορφία του υφάσματος. Και το ίδιο το μυθιστόρημα φαίνεται να είναι το υπέροχο αποτέλεσμα της πολύωρης και υπομονετικής ενασχόλησης του Stuart με τη συγγραφή. Σε μια εποχή που οι μηχανές μπορούν να δημιουργήσουν κείμενα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, είναι ριζοσπαστική επιλογή να αφιερωθεί κανείς στην τέχνη του, να καθίσει και να το κάνει ο ίδιος.


Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη σκηνή του βιβλίου που έχει εντυπωθεί στο μυαλό σας; Αν ναι, γιατί;

Ένα από τα στοιχεία που απολαύσαμε διαβάζοντας το
Τζον, γιος του Τζον είναι ότι βλέπουμε τον κόσμο μέσα από το οξύ, εικονοπλαστικό βλέμμα του Stuart. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι έχει εργαστεί στον χώρο της μόδας. Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Καλ και ο Τζον πηγαίνουν στο κλωστοϋφαντουργείο για να παραδώσουν το ύφασμά τους. Ο Τζον χάνει τον γιο του από τα μάτια του και τον αναζητά σε όλο το κλωστοϋφαντουργείο, ώσπου φτάνει στο αναμεικτήριο.
Εκεί βλέπει τον Καλ να στέκεται καταμεσής του δωματίου με τα χέρια απλωμένα, αψηφώντας τις προειδοποιήσεις για την υγεία του, σε κατάσταση έκστασης. «Η μαγεία δεν είχε λιγοστέψει στο ελάχιστο» γράφει ο Stuart. «Οι ανεμιστήρες στροβιλίζονταν καθώς ο αέρας γέμιζε τουλύπες χρώματος. Τα χρώματα έπεφταν γύρω του σαν τεχνικολόρ χιονονιφάδες και κάθονταν σε σωρούς που έφταναν ως τη μέση του».
Πρόκειται για ένα αριστοτεχνικά γραμμένο απόσπασμα, που συμπυκνώνει τα πολλά επίπεδα του βιβλίου: ναι, υπάρχει η ένταση ανάμεσα στον πατέρα και τον γιο, η ανάγκη να εξαφανίσει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό και μια διαρκής αίσθηση κινδύνου. Όμως, παράλληλα με όλα αυτά, και ιδιαίτερα αν είναι κανείς παρατηρητικός, υπάρχουν στιγμές αληθινής χάρης και ομορφιάς.

_______________
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2026 στον επίσημο
ιστότοπο των βραβείων Booker.
Μετάφραση: Ειρήνη Μανιατοπούλου

Συγγραφέας
Douglas Stuart - Συγγραφέας
Douglas Stuart
Ο Douglas Stuart (Ντάγκλας Στιούαρτ, Γλασκόβη 1976) σπούδασε στο Royal College of Art του Λονδίνου. Το πρώτο του μυθιστόρημα Σάγκι Μπέιν απέσπασε το βραβείο Booker 2020 και ήταν φιναλίστ για το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, ενώ επιλέχθηκε από τους Sunday Times ως ένα από τα 25 καλύτερα μυθιστορήματα του 21ου αιώνα. Το επόμενο μυθιστόρημά του Ο νεαρός Μάνγκο ήταν πρώτο στις λίστες με τα μπεστ σέλερ των Sunday Times και φιναλίστ για το Carnegie Medal.