

Συζήτηση με την Kaliane Bradley
Στην αρχή του βιβλίου, παρουσιάζεις το ταξίδι στον χρόνο ως ένα εν πολλοίς ανεξήγητο φαινόμενο: «Aπό τη στιγμή που αρχίζεις να συλλογίζεσαι τους φυσικούς νόμους του πράγματος έχεις να κάνεις με σκέτη μούφα». Γιατί ένιωσες ότι έπρεπε να παρουσιάσεις αυτή την έννοια, τόσο κεντρική στην πλοκή του βιβλίου, με τόσο ευθύ και κωμικό τρόπο;
Το ταξίδι στον χρόνο είναι ένα πολύ φορτισμένο λογοτεχνικό μοτίβο. Όταν γράφεις για το ταξίδι στον χρόνο, δεν γράφεις απλώς για το ταξίδι στον χρόνο· γράφεις για τη δική σου αντίληψη για το σχήμα του σύμπαντος. Συμφωνείς με τη θεωρία του Thomas Carlyle για τον «σπουδαίο άνθρωπο» ή η ιστορία έρχεται από τα κάτω, από τους ανθρώπους; Είναι ο χρόνος μια γραμμική αλληλουχία συμβάντων, που εκτείνονται σε ρευστά μέλλοντα ή ο «χρόνος» είναι ολοκληρωμένος, ανεξάρτητα από την ανθρώπινη αντίληψη; Το ταξίδι στον χρόνο αντλεί πάντα από την (πλούσια και ποικίλη) στιβαρή παράδοση της επιστημονικής φαντασίας, ιδίως όταν η συγγραφέας έχει μετά βίας την ελάχιστη κατανόηση της κβαντικής φυσικής; Εγώ πάντως ήθελα να γράψω απλώς για έναν σέξι ερευνητή της Ανταρκτικής. Οπότε πέταξα όλα αυτά τα ερωτήματα στα σκουπίδια μια και καλή. Αστειεύομαι. Το βιβλίο υιοθετεί την οπτική γωνία μιας γυναίκας, για την οποία αυτές οι ερωτήσεις είναι ένας ενοχλητικός οντολογικός θόρυβος· θα ακουγόταν περίεργο να προσπαθεί να εξηγήσει τη «λογοτεχνική» φυσική. Αντιλαμβάνεται την ιστορία ως ένα ανθρώπινο αντικείμενο ενδιαφέροντος, οπότε από πολύ νωρίς ξεκαθαρίζει ότι δεν αφηγείται μια εννοιολογική αλλά μια απολύτως ανθρώπινη ιστορία.
Έχεις την ίδια καταγωγή με την ανώνυμη αφηγήτρια – είστε από την Αγγλία και την Καμπότζη. Φοβάσαι ότι μπορεί να διαβαστεί ως alter ego σου;
Πάντα. Αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει όποιος έχει μια περιθωριακή ταυτότητα και γράφει σε πρώτο πρόσωπο. Στις πρώτες εκδοχές του βιβλίου, η γέφυρα δεν ήταν Αγγλοκαμποτζιανή. Δεν ήταν τίποτα. Κάποια ασήμαντη. Ήξερα ότι ήθελα να είναι μιγάδα και να «περνάει» για λευκή, αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν θα ήταν Αγγλοϊνδή ή Αγγλοβιρμανή – από μια χώρα την οποία είχε αποικίσει το Ηνωμένο Βασίλειο κι όχι η Γαλλία, πράγμα που ένιωθα ότι θα έβγαζε περισσότερο νόημα σε μια ιστορία για την κληρονομιά της αυτοκρατορικής Αγγλίας. Όμως μου έμοιαζε πολύ περίεργο και ανειλικρινές. Είχα ένα πολύ συγκεκριμένο σύνολο αναφορών και μια πολύ συγκεκριμένη εμπειρία ως κάποια που περνάει για λευκή, στα οποία ήθελα να βασιστώ. Φυσικά ανησυχούσα πως θα με κατηγορούσαν ότι γράφω για έναν εαυτό που μισεί τον εαυτό του κ.λπ., όμως όταν ανησυχείς για το τι θα πουν οι άλλοι δεν θα γράψεις ποτέ τίποτα. Κατέληξα να παίρνω αυτή τη γέφυρα από ένα άλλο βιβλίο που ετοίμαζα, το οποίο αφορούσε τους Ερυθρούς Χμερ, τα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος της Καμπότζης, και την καμποτζιανή διασπορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, γιατί ένιωθα ότι η χαρακτήρας σε αυτό το βιβλίο είχε πολλές κοινές ανησυχίες που είχε και η αυτή η γέφυρα. Ελπίζω ότι οποιοσδήποτε μπορεί να διαβάσει τη γέφυρα – κι όχι απλώς η συγγραφέας ίδιας καταγωγής– ως έναν άνθρωπο που κάποτε θα μπορούσε να γίνει κι ο ίδιος, υιοθετώντας και την ικανότητά της να αλλάζει γνώμη.
Πώς εξελίχθηκε η σχέση σου με τους χαρακτήρες όσο έγραφες το βιβλίο;
Μία από τις προκλήσεις που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω όταν έγραφα ήταν ότι είχα συνεχώς πάνω από το κεφάλι μου την οπτική γωνία της γέφυρας, περιορίζοντας το οπτικό μου πεδίο σαν κάποιο όργανο βασανιστηρίων του Μεσαίωνα. Η γέφυρα θέλει τον Γκρέιαμ και τη Μάγκι (αν και προσπαθεί να το καταπιέσει), οπότε έπρεπε να γεμίσω τις σελίδες με όσες παρατηρήσεις κάνει για αυτούς· όμως, για παράδειγμα, κατατάσσει την Αντέλα στη στερεοτυπική κατηγορία του τρομακτικού αφεντικού, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή η σύνθετη, συμβιβασμένη, βαθιά μοναχική γυναίκα περιφέρεται στο μυθιστόρημα με ένα γελοίο κάλυμμα ματιού, λέγοντας μοχθηρά πράγματα, σαν να ανήκει σε ένα εντελώς διαφορετικό λογοτεχνικό είδος από όλους τους άλλους. Θα έμοιαζε ψεύτικο η γέφυρα να ενδιαφέρεται και να παρατηρεί με πλήρη ενσυναίσθηση τους πάντες, να αλληλεπιδρά με όλους με τη βαθύτητα με την οποία αλληλεπιδρά με τον Γκρέιαμ, αλλά μου έλειψαν οι χαρακτήρες των οποίων οι άκρες αποκόπηκαν εξαιτίας της στενής οπτικής της. Το κρίσιμο όμως είναι ότι και η γέφυρα το αναγνωρίζει αυτό στο τέλος. Αυτή η αναγκαία στενότητα με δυσκόλεψε περισσότερο με τον Άρθουρ. Μου έλειψε πάρα πολύ. Τελικά αυτό το έλυσα γράφοντας ένα εκτεταμένο διήγημα από την οπτική γωνία του Άρθουρ, για τις διακοπές του στη Σκοτία με τον Γκρέιαμ. Ένιωσα λίγο καλύτερα έπειτα από αυτό.
Το ζήτημα του «εδώ» και του «εκεί» επανέρχεται συνεχώς. Πρώτη φορά το συναντάμε όταν ο 21ος αιώνας απορρίπτει την Αν Σπένσερ. Πώς ανέπτυξες αυτές τις δύο έννοιες;
Πολλά χρόνια προτού μάθω για τον Αντιπλοίαρχο Γκορ, διάβασα το φανταστικό βιβλίο Time Lived, Without Its Flow της ποιήτριας και φιλοσόφου Denise Riley. Γράφτηκε μετά τον θάνατο του γιου της, αν και δεν αφορά τον θάνατο του γιου της καθαυτό. Αντίθετα, είναι ένα σπαρακτικά διαυγές και προσεγμένο δοκίμιο για τη χρονική και ψυχική εμπειρία του πένθους. Η Ράιλι περιγράφει την αίσθηση ότι η θλίψη της την τραβάει έξω από τον χρόνο –ο χρόνος σταματά– και τη δυσκολία της γραφής, όταν αυτή πρέπει να προβλέπει ένα μέλλον, πρέπει να προβλέπει ακόμα και το τέλος μιας πρότασης – κι εκείνη απλώς δεν μπορεί, ζώντας πάντα στον ενιαίο παγωμένο χώρο της θλίψης. Το Time Lived, Without Its Flow με επηρέασε πολύ βαθιά, γιατί ξεδιπλώνει με σχολαστικότητα ένα αίσθημα για το οποία είχα πάντα μια μελιστάλαχτη, αόριστη αίσθηση, δηλαδή ότι ο εσωτερικός μας χρόνος (όπου η μνήμη, η πρόβλεψη και η αίσθηση συμπίπτουν για να σχηματίσουν την προσωπική εμπειρία) ήταν αγκιστρωμένος από συνήθεια σε έναν γραμμικό χρόνο, και οι μεγάλες συναισθηματικές διαταραχές μπορούν να μας αποσυνδέσουν. Είμαστε εδώ, δεν είμαστε εδώ. Σκεφτόμουν επίσης την πράξη της αφήγησης, και συγκεκριμένα τις οικογενειακές ιστορίες που κληρονόμησα για την Καμπότζη πριν από τους Ερυθρούς Χμερ. Αυτή η εκδοχή της Καμπότζης υπάρχει για την οικογένειά μου ως μια άλλη χώρα – όχι πλέον φυσικά προσβάσιμη, αλλά παρ’ όλα αυτά έντονα παρούσα. Πάντα λέμε ιστορίες για κείνο το μέρος, για εκεί πέρα. Έχει τα δικά του χρώματα και τις δικές του υφές. Έχει ακόμα και τη δική του κουζίνα, καθώς η μητέρα μου επιμένει ότι κανείς δεν μαγειρεύει σωστά το φαγητό της Καμπότζης «πια». Έτσι, παρόλο που δεν είναι «εδώ», η Καμπότζη της μητέρας μου είναι μόνο «εκεί», αλλού.
Θα ήθελες να μας πεις πώς αποφάσισες να συμπεριλάβεις το Rogue Male στην ιστορία σου;
Διάβασα το Rogue Male πριν από πολλά χρόνια, όταν περνούσα μια δύσκολη περίοδο. Είχα το ίδιο αίσθημα για τον ανώνυμο αφηγητή του βιβλίου με αυτό που είχα δέκα χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τη σελίδα του Graham Gore στη Wikipedia κατά τη διάρκεια του lockdown: Ποπό, αυτό το άτομο φαίνεται πολύ ικανό και ήρεμο, στοιχηματίζω ότι θα χειριζόταν καλά αυτή την κατάσταση. Αλλά, φυσικά, στο τέλος του Rogue Male, ο αφηγητής αποκαλύπτει μια εκπληκτική, συναισθηματική, μη ορθολογική πτυχή του εαυτού του και αναδιαμορφώνει πλήρως τα κίνητρά του, διαταράσσοντας όλη την αφήγησή του – όπως ακριβώς κάνει και ο Γκορ. Το Rogue Male είναι ένα θρίλερ που καταλήγει να είναι μια ερωτική ιστορία, και αυτό με ενέπνευσε όταν έγραφα το Υπουργείο του Χρόνου. Υπάρχει επίσης μια υπέροχη γάτα στο Rogue Male. Ο αφηγητής αγαπάει πολύ αυτή τη μικρή γάτα. Καταλαβαίνετε πού το πάω.
Ενώ το βιβλίο αυτό πραγματεύεται πολλά σοβαρά θέματα, όπως η κλιματική αλλαγή και ο ιμπεριαλισμός, είναι τρομερά αστείο. Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε το χιούμορ και την κριτική;
Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς σταματάω να το κάνω αυτό. Στην πρώτη επιμέλεια του βιβλίου, ο ατζέντης μου Chris Wellbelove και η βοηθός του Emily Fish επικεντρώθηκαν στη διαγραφή ηλίθιων αστείων που φαίνονταν μόνο σε μένα αστεία. Έχω εγκλωβιστεί σε μια λούπα πνιγμένων χαχανητών. Βοήθεια! Σοβαρά μιλώντας πάντως, η ελαφρότητα και η παιχνιδιάρικη διάθεση είναι παραδείγματα εργαλείων που μπορείτε να δώσετε σε έναν αναγνώστη, για να αντιμετωπίσει δύσκολα θέματα ή ακόμα και άγνωστα θέματα που νιώθει μια αμηχανία να τα προσεγγίσει. Όπως έχει επισημάνει ο Terry Pratchett, το αστείο δεν είναι το αντίθετο του σοβαρού – το αντίθετο του αστείου δεν είναι αστείο και το αντίθετο του σοβαρού δεν είναι σοβαρό. Υπάρχουν πολλά εργαλεία που μπορείς να χρησιμοποιήσεις –πιστεύω ότι ο θυμός είναι ένας ισχυρός αρχιτέκτονας του κειμένου– αλλά στην περίπτωσή μου το εργαλείο που προτιμώ είναι το χιούμορ. Τίποτα δεν είναι αστείο αν δεν αγγίζει με κάποιον τρόπο την ταχύτητα –το γέλιο είναι μια ενστικτώδης, πρωτόγονη αντίδραση–οπότε όταν μιλάμε για τα πράγματα που μας κάνουν να γελάμε, συχνά μιλάμε για τα πράγματα που θεωρούμε άμεσα και προσωπικά.
Γιατί επέλεξες να συμπεριλάβεις αποσπάσματα που διαδραματίζονται κατά την αποστολή Φράνκλιν, αντί να αφήσεις απλώς τη γέφυρα να πει όλη την ιστορία;
Η πρώτη έκδοση του Υπουργείου του Χρόνου γράφτηκε για φίλους που ήταν εξοικειωμένοι με την αποστολή Φράνκλιν (αν και οι περισσότεροι από αυτούς δεν ήταν τόσο εξοικειωμένοι όσο εγώ με τον Γκρέιαμ Γκορ). Ως αποτέλεσμα, υπήρχε ένα λανθάνον συγκείμενο –σχετικά με τη βρετανική αποικιοκρατία, την εισβολή στην πατρίδα των Ινουίτ, τη συναισθηματική ζωή της ίδιας της αποστολής– που ακολουθούσε την ανάγνωσή τους. Εν ολίγοις, δεν χρειάζονταν τις ιστορικές ενότητες για να καταλάβουν τον Γκρέιαμ. Γύρω στη δεύτερη ή τρίτη διόρθωση του χειρογράφου, η φίλη μου η Αν διάβασε το μυθιστόρημα. Η Αν δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένη με την αποστολή Φράνκλιν, πράγμα που σήμαινε ότι έλειπε το πλαίσιο γύρω από τον Γκρέιαμ και ότι δεν ήταν ευανάγνωστα όλα τα κίνητρά του. Ήταν σημαντικό για μένα να είναι κατανοητά, εν μέρει επειδή θεωρώ ότι η αποστολή Φράνκλιν είναι συναρπαστική, αλλά και επειδή το Υπουργείο του Χρόνου είναι επίσης ένα βιβλίο για το τραύμα και τα επακόλουθά του. Οι τραυματισμένοι άνθρωποι δεν αντιδρούν πάντα σε καταστάσεις που τους θυμίζουν το τραύμα τους με λογικούς τρόπους, και μερικές φορές προσπαθούν να διηγηθούν στον εαυτό τους μια ιστορία (στην περίπτωση του Γκρέιαμ, για την προσωπική τους λύτρωση) για το πώς θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα πράγματα. Ανέπτυξα τα τμήματα της αποστολής Φράνκλιν έχοντας αυτό κατά νου· ακόμα κι αν το προσωπικό του ταξίδι παρεξηγηθεί από τη γέφυρα, ήθελα να υπάρχει για τον αναγνώστη. Παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ως ιστορικό πρόσωπο ο Γκρέιαμ Γκορ σκότωσε κάποιον στο Νούναβουτ! Αυτό είναι καθαρά δική μου προσθήκη. Συγγνώμη, Γκρέιαμ.
Τι ενέπνευσε την τσάντα-κοτόπουλο; Έχεις κι εσύ μια τέτοια τσάντα;
Μου αρέσουν πάρα πολύ τα κοτόπουλα. Συμφωνώ με την άποψη του Albert Uderzo ότι τα κοτόπουλα είναι εκ φύσεως αστεία. Κάποτε είδα αυτή την τσάντα-κοτόπουλο που περιγράφει η γέφυρα στο Etsy και από τότε δεν έχω σταματήσει να τη σκέφτομαι. Είχε ένα τόσο αξιαγάπητο τσόχινο προσωπάκι.
____________________________________
Μετάφραση της συνέντευξης: Μαρτίνα Ασκητοπούλου
Στην αρχή του βιβλίου, παρουσιάζεις το ταξίδι στον χρόνο ως ένα εν πολλοίς ανεξήγητο φαινόμενο: «Aπό τη στιγμή που αρχίζεις να συλλογίζεσαι τους φυσικούς νόμους του πράγματος έχεις να κάνεις με σκέτη μούφα». Γιατί ένιωσες ότι έπρεπε να παρουσιάσεις αυτή την έννοια, τόσο κεντρική στην πλοκή του βιβλίου, με τόσο ευθύ και κωμικό τρόπο;
Το ταξίδι στον χρόνο είναι ένα πολύ φορτισμένο λογοτεχνικό μοτίβο. Όταν γράφεις για το ταξίδι στον χρόνο, δεν γράφεις απλώς για το ταξίδι στον χρόνο· γράφεις για τη δική σου αντίληψη για το σχήμα του σύμπαντος. Συμφωνείς με τη θεωρία του Thomas Carlyle για τον «σπουδαίο άνθρωπο» ή η ιστορία έρχεται από τα κάτω, από τους ανθρώπους; Είναι ο χρόνος μια γραμμική αλληλουχία συμβάντων, που εκτείνονται σε ρευστά μέλλοντα ή ο «χρόνος» είναι ολοκληρωμένος, ανεξάρτητα από την ανθρώπινη αντίληψη; Το ταξίδι στον χρόνο αντλεί πάντα από την (πλούσια και ποικίλη) στιβαρή παράδοση της επιστημονικής φαντασίας, ιδίως όταν η συγγραφέας έχει μετά βίας την ελάχιστη κατανόηση της κβαντικής φυσικής; Εγώ πάντως ήθελα να γράψω απλώς για έναν σέξι ερευνητή της Ανταρκτικής. Οπότε πέταξα όλα αυτά τα ερωτήματα στα σκουπίδια μια και καλή. Αστειεύομαι. Το βιβλίο υιοθετεί την οπτική γωνία μιας γυναίκας, για την οποία αυτές οι ερωτήσεις είναι ένας ενοχλητικός οντολογικός θόρυβος· θα ακουγόταν περίεργο να προσπαθεί να εξηγήσει τη «λογοτεχνική» φυσική. Αντιλαμβάνεται την ιστορία ως ένα ανθρώπινο αντικείμενο ενδιαφέροντος, οπότε από πολύ νωρίς ξεκαθαρίζει ότι δεν αφηγείται μια εννοιολογική αλλά μια απολύτως ανθρώπινη ιστορία.
Έχεις την ίδια καταγωγή με την ανώνυμη αφηγήτρια – είστε από την Αγγλία και την Καμπότζη. Φοβάσαι ότι μπορεί να διαβαστεί ως alter ego σου;
Πάντα. Αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει όποιος έχει μια περιθωριακή ταυτότητα και γράφει σε πρώτο πρόσωπο. Στις πρώτες εκδοχές του βιβλίου, η γέφυρα δεν ήταν Αγγλοκαμποτζιανή. Δεν ήταν τίποτα. Κάποια ασήμαντη. Ήξερα ότι ήθελα να είναι μιγάδα και να «περνάει» για λευκή, αλλά δεν ήμουν σίγουρη αν θα ήταν Αγγλοϊνδή ή Αγγλοβιρμανή – από μια χώρα την οποία είχε αποικίσει το Ηνωμένο Βασίλειο κι όχι η Γαλλία, πράγμα που ένιωθα ότι θα έβγαζε περισσότερο νόημα σε μια ιστορία για την κληρονομιά της αυτοκρατορικής Αγγλίας. Όμως μου έμοιαζε πολύ περίεργο και ανειλικρινές. Είχα ένα πολύ συγκεκριμένο σύνολο αναφορών και μια πολύ συγκεκριμένη εμπειρία ως κάποια που περνάει για λευκή, στα οποία ήθελα να βασιστώ. Φυσικά ανησυχούσα πως θα με κατηγορούσαν ότι γράφω για έναν εαυτό που μισεί τον εαυτό του κ.λπ., όμως όταν ανησυχείς για το τι θα πουν οι άλλοι δεν θα γράψεις ποτέ τίποτα. Κατέληξα να παίρνω αυτή τη γέφυρα από ένα άλλο βιβλίο που ετοίμαζα, το οποίο αφορούσε τους Ερυθρούς Χμερ, τα μέλη του κομμουνιστικού κόμματος της Καμπότζης, και την καμποτζιανή διασπορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, γιατί ένιωθα ότι η χαρακτήρας σε αυτό το βιβλίο είχε πολλές κοινές ανησυχίες που είχε και η αυτή η γέφυρα. Ελπίζω ότι οποιοσδήποτε μπορεί να διαβάσει τη γέφυρα – κι όχι απλώς η συγγραφέας ίδιας καταγωγής– ως έναν άνθρωπο που κάποτε θα μπορούσε να γίνει κι ο ίδιος, υιοθετώντας και την ικανότητά της να αλλάζει γνώμη.
Πώς εξελίχθηκε η σχέση σου με τους χαρακτήρες όσο έγραφες το βιβλίο;
Μία από τις προκλήσεις που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω όταν έγραφα ήταν ότι είχα συνεχώς πάνω από το κεφάλι μου την οπτική γωνία της γέφυρας, περιορίζοντας το οπτικό μου πεδίο σαν κάποιο όργανο βασανιστηρίων του Μεσαίωνα. Η γέφυρα θέλει τον Γκρέιαμ και τη Μάγκι (αν και προσπαθεί να το καταπιέσει), οπότε έπρεπε να γεμίσω τις σελίδες με όσες παρατηρήσεις κάνει για αυτούς· όμως, για παράδειγμα, κατατάσσει την Αντέλα στη στερεοτυπική κατηγορία του τρομακτικού αφεντικού, πράγμα που σημαίνει ότι αυτή η σύνθετη, συμβιβασμένη, βαθιά μοναχική γυναίκα περιφέρεται στο μυθιστόρημα με ένα γελοίο κάλυμμα ματιού, λέγοντας μοχθηρά πράγματα, σαν να ανήκει σε ένα εντελώς διαφορετικό λογοτεχνικό είδος από όλους τους άλλους. Θα έμοιαζε ψεύτικο η γέφυρα να ενδιαφέρεται και να παρατηρεί με πλήρη ενσυναίσθηση τους πάντες, να αλληλεπιδρά με όλους με τη βαθύτητα με την οποία αλληλεπιδρά με τον Γκρέιαμ, αλλά μου έλειψαν οι χαρακτήρες των οποίων οι άκρες αποκόπηκαν εξαιτίας της στενής οπτικής της. Το κρίσιμο όμως είναι ότι και η γέφυρα το αναγνωρίζει αυτό στο τέλος. Αυτή η αναγκαία στενότητα με δυσκόλεψε περισσότερο με τον Άρθουρ. Μου έλειψε πάρα πολύ. Τελικά αυτό το έλυσα γράφοντας ένα εκτεταμένο διήγημα από την οπτική γωνία του Άρθουρ, για τις διακοπές του στη Σκοτία με τον Γκρέιαμ. Ένιωσα λίγο καλύτερα έπειτα από αυτό.
Το ζήτημα του «εδώ» και του «εκεί» επανέρχεται συνεχώς. Πρώτη φορά το συναντάμε όταν ο 21ος αιώνας απορρίπτει την Αν Σπένσερ. Πώς ανέπτυξες αυτές τις δύο έννοιες;
Πολλά χρόνια προτού μάθω για τον Αντιπλοίαρχο Γκορ, διάβασα το φανταστικό βιβλίο Time Lived, Without Its Flow της ποιήτριας και φιλοσόφου Denise Riley. Γράφτηκε μετά τον θάνατο του γιου της, αν και δεν αφορά τον θάνατο του γιου της καθαυτό. Αντίθετα, είναι ένα σπαρακτικά διαυγές και προσεγμένο δοκίμιο για τη χρονική και ψυχική εμπειρία του πένθους. Η Ράιλι περιγράφει την αίσθηση ότι η θλίψη της την τραβάει έξω από τον χρόνο –ο χρόνος σταματά– και τη δυσκολία της γραφής, όταν αυτή πρέπει να προβλέπει ένα μέλλον, πρέπει να προβλέπει ακόμα και το τέλος μιας πρότασης – κι εκείνη απλώς δεν μπορεί, ζώντας πάντα στον ενιαίο παγωμένο χώρο της θλίψης. Το Time Lived, Without Its Flow με επηρέασε πολύ βαθιά, γιατί ξεδιπλώνει με σχολαστικότητα ένα αίσθημα για το οποία είχα πάντα μια μελιστάλαχτη, αόριστη αίσθηση, δηλαδή ότι ο εσωτερικός μας χρόνος (όπου η μνήμη, η πρόβλεψη και η αίσθηση συμπίπτουν για να σχηματίσουν την προσωπική εμπειρία) ήταν αγκιστρωμένος από συνήθεια σε έναν γραμμικό χρόνο, και οι μεγάλες συναισθηματικές διαταραχές μπορούν να μας αποσυνδέσουν. Είμαστε εδώ, δεν είμαστε εδώ. Σκεφτόμουν επίσης την πράξη της αφήγησης, και συγκεκριμένα τις οικογενειακές ιστορίες που κληρονόμησα για την Καμπότζη πριν από τους Ερυθρούς Χμερ. Αυτή η εκδοχή της Καμπότζης υπάρχει για την οικογένειά μου ως μια άλλη χώρα – όχι πλέον φυσικά προσβάσιμη, αλλά παρ’ όλα αυτά έντονα παρούσα. Πάντα λέμε ιστορίες για κείνο το μέρος, για εκεί πέρα. Έχει τα δικά του χρώματα και τις δικές του υφές. Έχει ακόμα και τη δική του κουζίνα, καθώς η μητέρα μου επιμένει ότι κανείς δεν μαγειρεύει σωστά το φαγητό της Καμπότζης «πια». Έτσι, παρόλο που δεν είναι «εδώ», η Καμπότζη της μητέρας μου είναι μόνο «εκεί», αλλού.
Θα ήθελες να μας πεις πώς αποφάσισες να συμπεριλάβεις το Rogue Male στην ιστορία σου;
Διάβασα το Rogue Male πριν από πολλά χρόνια, όταν περνούσα μια δύσκολη περίοδο. Είχα το ίδιο αίσθημα για τον ανώνυμο αφηγητή του βιβλίου με αυτό που είχα δέκα χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τη σελίδα του Graham Gore στη Wikipedia κατά τη διάρκεια του lockdown: Ποπό, αυτό το άτομο φαίνεται πολύ ικανό και ήρεμο, στοιχηματίζω ότι θα χειριζόταν καλά αυτή την κατάσταση. Αλλά, φυσικά, στο τέλος του Rogue Male, ο αφηγητής αποκαλύπτει μια εκπληκτική, συναισθηματική, μη ορθολογική πτυχή του εαυτού του και αναδιαμορφώνει πλήρως τα κίνητρά του, διαταράσσοντας όλη την αφήγησή του – όπως ακριβώς κάνει και ο Γκορ. Το Rogue Male είναι ένα θρίλερ που καταλήγει να είναι μια ερωτική ιστορία, και αυτό με ενέπνευσε όταν έγραφα το Υπουργείο του Χρόνου. Υπάρχει επίσης μια υπέροχη γάτα στο Rogue Male. Ο αφηγητής αγαπάει πολύ αυτή τη μικρή γάτα. Καταλαβαίνετε πού το πάω.
Ενώ το βιβλίο αυτό πραγματεύεται πολλά σοβαρά θέματα, όπως η κλιματική αλλαγή και ο ιμπεριαλισμός, είναι τρομερά αστείο. Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε το χιούμορ και την κριτική;
Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς σταματάω να το κάνω αυτό. Στην πρώτη επιμέλεια του βιβλίου, ο ατζέντης μου Chris Wellbelove και η βοηθός του Emily Fish επικεντρώθηκαν στη διαγραφή ηλίθιων αστείων που φαίνονταν μόνο σε μένα αστεία. Έχω εγκλωβιστεί σε μια λούπα πνιγμένων χαχανητών. Βοήθεια! Σοβαρά μιλώντας πάντως, η ελαφρότητα και η παιχνιδιάρικη διάθεση είναι παραδείγματα εργαλείων που μπορείτε να δώσετε σε έναν αναγνώστη, για να αντιμετωπίσει δύσκολα θέματα ή ακόμα και άγνωστα θέματα που νιώθει μια αμηχανία να τα προσεγγίσει. Όπως έχει επισημάνει ο Terry Pratchett, το αστείο δεν είναι το αντίθετο του σοβαρού – το αντίθετο του αστείου δεν είναι αστείο και το αντίθετο του σοβαρού δεν είναι σοβαρό. Υπάρχουν πολλά εργαλεία που μπορείς να χρησιμοποιήσεις –πιστεύω ότι ο θυμός είναι ένας ισχυρός αρχιτέκτονας του κειμένου– αλλά στην περίπτωσή μου το εργαλείο που προτιμώ είναι το χιούμορ. Τίποτα δεν είναι αστείο αν δεν αγγίζει με κάποιον τρόπο την ταχύτητα –το γέλιο είναι μια ενστικτώδης, πρωτόγονη αντίδραση–οπότε όταν μιλάμε για τα πράγματα που μας κάνουν να γελάμε, συχνά μιλάμε για τα πράγματα που θεωρούμε άμεσα και προσωπικά.
Γιατί επέλεξες να συμπεριλάβεις αποσπάσματα που διαδραματίζονται κατά την αποστολή Φράνκλιν, αντί να αφήσεις απλώς τη γέφυρα να πει όλη την ιστορία;
Η πρώτη έκδοση του Υπουργείου του Χρόνου γράφτηκε για φίλους που ήταν εξοικειωμένοι με την αποστολή Φράνκλιν (αν και οι περισσότεροι από αυτούς δεν ήταν τόσο εξοικειωμένοι όσο εγώ με τον Γκρέιαμ Γκορ). Ως αποτέλεσμα, υπήρχε ένα λανθάνον συγκείμενο –σχετικά με τη βρετανική αποικιοκρατία, την εισβολή στην πατρίδα των Ινουίτ, τη συναισθηματική ζωή της ίδιας της αποστολής– που ακολουθούσε την ανάγνωσή τους. Εν ολίγοις, δεν χρειάζονταν τις ιστορικές ενότητες για να καταλάβουν τον Γκρέιαμ. Γύρω στη δεύτερη ή τρίτη διόρθωση του χειρογράφου, η φίλη μου η Αν διάβασε το μυθιστόρημα. Η Αν δεν ήταν καθόλου εξοικειωμένη με την αποστολή Φράνκλιν, πράγμα που σήμαινε ότι έλειπε το πλαίσιο γύρω από τον Γκρέιαμ και ότι δεν ήταν ευανάγνωστα όλα τα κίνητρά του. Ήταν σημαντικό για μένα να είναι κατανοητά, εν μέρει επειδή θεωρώ ότι η αποστολή Φράνκλιν είναι συναρπαστική, αλλά και επειδή το Υπουργείο του Χρόνου είναι επίσης ένα βιβλίο για το τραύμα και τα επακόλουθά του. Οι τραυματισμένοι άνθρωποι δεν αντιδρούν πάντα σε καταστάσεις που τους θυμίζουν το τραύμα τους με λογικούς τρόπους, και μερικές φορές προσπαθούν να διηγηθούν στον εαυτό τους μια ιστορία (στην περίπτωση του Γκρέιαμ, για την προσωπική τους λύτρωση) για το πώς θα έπρεπε ή θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα πράγματα. Ανέπτυξα τα τμήματα της αποστολής Φράνκλιν έχοντας αυτό κατά νου· ακόμα κι αν το προσωπικό του ταξίδι παρεξηγηθεί από τη γέφυρα, ήθελα να υπάρχει για τον αναγνώστη. Παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ως ιστορικό πρόσωπο ο Γκρέιαμ Γκορ σκότωσε κάποιον στο Νούναβουτ! Αυτό είναι καθαρά δική μου προσθήκη. Συγγνώμη, Γκρέιαμ.
Τι ενέπνευσε την τσάντα-κοτόπουλο; Έχεις κι εσύ μια τέτοια τσάντα;
Μου αρέσουν πάρα πολύ τα κοτόπουλα. Συμφωνώ με την άποψη του Albert Uderzo ότι τα κοτόπουλα είναι εκ φύσεως αστεία. Κάποτε είδα αυτή την τσάντα-κοτόπουλο που περιγράφει η γέφυρα στο Etsy και από τότε δεν έχω σταματήσει να τη σκέφτομαι. Είχε ένα τόσο αξιαγάπητο τσόχινο προσωπάκι.
____________________________________
Μετάφραση της συνέντευξης: Μαρτίνα Ασκητοπούλου







