

Σεπτέμβριος 2026: Το βιβλίο του μήνα
Το βιβλίο του μήνα
Αναχωρήσεις
Οι Αναχωρήσεις είναι ένα έργο μυθοπλασίας – αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αληθινό. Είναι η ιστορία του Στίβεν και της Τζιν, που ερωτεύονται όταν είναι νέοι και ξαναβρίσκονται όταν είναι γέροι. Είναι η ιστορία ενός γέρικου Τζακ Ράσελ ονόματι Τζίμι, που αγνοεί την ίδια του τη θνητότητα. Είναι επίσης η ιστορία του πώς το σώμα μάς απογοητεύει λόγω ηλικίας, ασθένειας, ατυχήματος ή πρόθεσης και του πώς οι εμπειρίες ξεθωριάζουν, γίνονται ανέκδοτα και στη συνέχεια αναμνήσεις. Έχει τελικά σημασία αν αυτό που θυμόμαστε συνέβη πραγματικά; Ή παίζει ρόλο μόνο το ότι ήταν αρκετά σημαντικό ώστε να το θυμόμαστε;
Ξεφυλλίστε ΕΔΩ κάποιες σελίδες.
«Λένε ότι, καθώς γερνάμε, οι ξεχασμένες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια επανέρχονται, ενώ την ίδια στιγμή η επαφή με το μεσαίο κομμάτι της ζωής μας εξασθενεί. Αυτό δεν μου έχει συμβεί ακόμη, αλλά μπορώ να φανταστώ πώς εξελίσσεται το φαινόμενο καθώς τα γηρατειά παίρνουν το πάνω χέρι. Ο νοητικός μας χώρος καταλαμβάνεται από ζωντανές σκηνές του παρελθόντος, ακολουθεί ένα μεγάλο κενό και, τέλος, παίρνει θέση ένα απτό, ασήμαντο παρόν καθώς επαναλαμβανόμενες ημέρες και επαναλαμβανόμενες περίοδοι σύγχυσης περνούν σαν διαβατάρικα σύννεφα. Με άλλα λόγια, η ζωή του καθενός μας θα συρρικνωθεί σε μια ιστορία με μια μεγάλη τρύπα στη μέση».
Απόσπασμα από το βιβλίο
ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Σε συνέντευξή του στον Ηλία Μαγκλίνη και την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ο Julian Barnes αποκαλύπτει πώς αντιλαμβάνεται τη μνήμη:
«H μνήμη είναι ό,τι πιο κοντινό στη φαντασία, στον μύθο. Το κατάλαβα καλά αυτό γράφοντας το Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια. Όπως διάβασα δε τελευταία, όταν ανασύρεις κάτι με τη μνήμη σου, συγκεκριμένες συνάψεις στον εγκέφαλό σου ενεργοποιούνται και στην πραγματικότητα αλλάζουν την ανάμνηση. Σου αλλάζουν την ιστορία κανονικά. Κάτι άλλο με το οποίο έχω εμμονή είναι η εσφαλμένη ιδέα ότι μπορούμε να ελέγχουμε τον εγκέφαλό μας. Αλλά ο εγκέφαλος είναι που στέλνει μηνύματα σε εμάς. Όταν είσαι παιδί νομίζεις πως ο κόσμος, η πραγματικότητα, είναι κάτι σταθερό. Και δεν είναι καθόλου έτσι. Όταν έγραφα το βιβλίο, ένας γιατρός φίλος μού μετέφερε μια εμπειρία του. Την έβαλα μέσα, μνημονεύοντάς τον. Το διαβάζει η γυναίκα του και μου λέει: Αυτό συνέβη σ’ εμένα, όχι σε εκείνον. Ίσως το διορθώσω στη δεύτερη έκδοση. Αλλά ίσως και να το αφήσω ως έχει. Είναι παράξενο και ωραίο την ίδια στιγμή».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρη τη συνέντευξη ή παρακολουθήστε ένα απόσπασμα παρακάτω.
ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
H Τίνα Μανδηλαρά γράφει στη LiFO για τις Αναχωρήσεις:
«Χρησιμοποιώντας, για την ακρίβεια, το εύρημα της μαντλέν, αφού, όπως εξηγεί με αντίστοιχη προυστική σχολαστικότητα, ο αγαπημένος του συγγραφέας είχε λόγους να προκρίνει αυτό αντί για ένα πιο ουδέτερο μπισκότο, αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα των αναμνήσεων που δεν διαχωρίζονται σε σημαντικές ή ασήμαντες, καθώς εξίσου κρίσιμες ήταν και οι πιο τραγελαφικές στιγμές. Με γενναίες δόσεις αυτοσαρκασμού –που φέρνουν στον νου το ισοπεδωτικό χιούμορ του Κίνγκσλεϊ Έιμις και το στοχαστικό βρετανικό boredom που αποθέωσαν ο Λάρκιν και ο Έλιοτ, στους οποίους επανέρχεται διαρκώς στο βιβλίο– και μέσα από μια σπειροειδή αφήγηση, ο Μπαρνς δίνει έμφαση σε φευγαλέα περιστατικά που επιβεβαιώνουν τον αγαπημένο του στίχο από τον Τ. Σ. Έλιοτ “όσο και αν τυλίξεις τη μνήμη με καμφορά, οι σκόροι θα τρυπώσουν”».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο.
Ο Γρηγόρης Μπέκος γράφει στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ:
«Ο Τζούλιαν Μπαρνς είναι θαυμάσιος συγγραφέας διότι, ακόμα κι όταν επαναλαμβάνεται, το κάνει με μια αντισυμβατικότητα ολοδική του. Τέτοια είναι και η λογοτεχνία του στο σύνολό της. Γλώσσα και στοχασμός συνυφαίνονται πάνω στη χαοτική επικράτεια της ζωής (και, προφανώς, κάτω από αυτήν) αναρριπίζοντας γλυκόπικρα τις πιο μύχιες αγωνίες μας. Τα σπουδαιότερα θέματα που αφορούν την πεπερασμένη κατάστασή μας είναι ο έρωτας και ο θάνατος. Τα θέματα αυτά δεν είναι ποτέ κλισέ, κλισέ αποδεικνύονται συχνότατα οι αφηγηματικές διαδρομές που παίρνουμε για να αναμετρηθούμε μαζί τους. Ο Τζούλιαν Μπαρνς ωστόσο συγκαταλέγεται στους ελάχιστους που καταλαβαίνουν τα υβριδικά και παρακαμπτήρια μονοπάτια, την αξία και την ομορφιά τους».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο.
ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
- Συζητήστε για το ύφος της αφήγησης. Πώς λειτουργούν οι επαναλήψεις στο έργο του Barnes και τι προσθέτουν στην αφήγηση και την εμπειρία της ανάγνωσης;
- Στις Αναχωρήσεις η μνήμη δεν λειτουργεί απλώς ως καταγραφή του παρελθόντος, αλλά ως ένας τρόπος να ξαναδούμε και να νοηματοδοτήσουμε εκ νέου ανθρώπους και εμπειρίες. Πώς πιστεύετε ότι η μνήμη μεταμορφώνει όσα επιλέγει ο Barnes να κρατήσει από τη ζωή του και, τελικά, την ίδια την αφήγησή του; Υπάρχουν πρόσωπα ή στιγμές που μέσα από τον τρόπο που τα θυμάται αποκτούν διαφορετικό βάρος;
- Πόσο αξιόπιστη μπορεί τελικά να είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση όταν η μνήμη, η φαντασία και η ανάγκη να δώσουμε νόημα στο παρελθόν μπλέκονται μεταξύ τους;
Το βιβλίο του μήνα
Αναχωρήσεις
Οι Αναχωρήσεις είναι ένα έργο μυθοπλασίας – αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι αληθινό. Είναι η ιστορία του Στίβεν και της Τζιν, που ερωτεύονται όταν είναι νέοι και ξαναβρίσκονται όταν είναι γέροι. Είναι η ιστορία ενός γέρικου Τζακ Ράσελ ονόματι Τζίμι, που αγνοεί την ίδια του τη θνητότητα. Είναι επίσης η ιστορία του πώς το σώμα μάς απογοητεύει λόγω ηλικίας, ασθένειας, ατυχήματος ή πρόθεσης και του πώς οι εμπειρίες ξεθωριάζουν, γίνονται ανέκδοτα και στη συνέχεια αναμνήσεις. Έχει τελικά σημασία αν αυτό που θυμόμαστε συνέβη πραγματικά; Ή παίζει ρόλο μόνο το ότι ήταν αρκετά σημαντικό ώστε να το θυμόμαστε;
Ξεφυλλίστε ΕΔΩ κάποιες σελίδες.
«Λένε ότι, καθώς γερνάμε, οι ξεχασμένες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια επανέρχονται, ενώ την ίδια στιγμή η επαφή με το μεσαίο κομμάτι της ζωής μας εξασθενεί. Αυτό δεν μου έχει συμβεί ακόμη, αλλά μπορώ να φανταστώ πώς εξελίσσεται το φαινόμενο καθώς τα γηρατειά παίρνουν το πάνω χέρι. Ο νοητικός μας χώρος καταλαμβάνεται από ζωντανές σκηνές του παρελθόντος, ακολουθεί ένα μεγάλο κενό και, τέλος, παίρνει θέση ένα απτό, ασήμαντο παρόν καθώς επαναλαμβανόμενες ημέρες και επαναλαμβανόμενες περίοδοι σύγχυσης περνούν σαν διαβατάρικα σύννεφα. Με άλλα λόγια, η ζωή του καθενός μας θα συρρικνωθεί σε μια ιστορία με μια μεγάλη τρύπα στη μέση».
Απόσπασμα από το βιβλίο
ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Σε συνέντευξή του στον Ηλία Μαγκλίνη και την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ο Julian Barnes αποκαλύπτει πώς αντιλαμβάνεται τη μνήμη:
«H μνήμη είναι ό,τι πιο κοντινό στη φαντασία, στον μύθο. Το κατάλαβα καλά αυτό γράφοντας το Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια. Όπως διάβασα δε τελευταία, όταν ανασύρεις κάτι με τη μνήμη σου, συγκεκριμένες συνάψεις στον εγκέφαλό σου ενεργοποιούνται και στην πραγματικότητα αλλάζουν την ανάμνηση. Σου αλλάζουν την ιστορία κανονικά. Κάτι άλλο με το οποίο έχω εμμονή είναι η εσφαλμένη ιδέα ότι μπορούμε να ελέγχουμε τον εγκέφαλό μας. Αλλά ο εγκέφαλος είναι που στέλνει μηνύματα σε εμάς. Όταν είσαι παιδί νομίζεις πως ο κόσμος, η πραγματικότητα, είναι κάτι σταθερό. Και δεν είναι καθόλου έτσι. Όταν έγραφα το βιβλίο, ένας γιατρός φίλος μού μετέφερε μια εμπειρία του. Την έβαλα μέσα, μνημονεύοντάς τον. Το διαβάζει η γυναίκα του και μου λέει: Αυτό συνέβη σ’ εμένα, όχι σε εκείνον. Ίσως το διορθώσω στη δεύτερη έκδοση. Αλλά ίσως και να το αφήσω ως έχει. Είναι παράξενο και ωραίο την ίδια στιγμή».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρη τη συνέντευξη ή παρακολουθήστε ένα απόσπασμα παρακάτω.
ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
H Τίνα Μανδηλαρά γράφει στη LiFO για τις Αναχωρήσεις:
«Χρησιμοποιώντας, για την ακρίβεια, το εύρημα της μαντλέν, αφού, όπως εξηγεί με αντίστοιχη προυστική σχολαστικότητα, ο αγαπημένος του συγγραφέας είχε λόγους να προκρίνει αυτό αντί για ένα πιο ουδέτερο μπισκότο, αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα των αναμνήσεων που δεν διαχωρίζονται σε σημαντικές ή ασήμαντες, καθώς εξίσου κρίσιμες ήταν και οι πιο τραγελαφικές στιγμές. Με γενναίες δόσεις αυτοσαρκασμού –που φέρνουν στον νου το ισοπεδωτικό χιούμορ του Κίνγκσλεϊ Έιμις και το στοχαστικό βρετανικό boredom που αποθέωσαν ο Λάρκιν και ο Έλιοτ, στους οποίους επανέρχεται διαρκώς στο βιβλίο– και μέσα από μια σπειροειδή αφήγηση, ο Μπαρνς δίνει έμφαση σε φευγαλέα περιστατικά που επιβεβαιώνουν τον αγαπημένο του στίχο από τον Τ. Σ. Έλιοτ “όσο και αν τυλίξεις τη μνήμη με καμφορά, οι σκόροι θα τρυπώσουν”».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο.
Ο Γρηγόρης Μπέκος γράφει στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ:
«Ο Τζούλιαν Μπαρνς είναι θαυμάσιος συγγραφέας διότι, ακόμα κι όταν επαναλαμβάνεται, το κάνει με μια αντισυμβατικότητα ολοδική του. Τέτοια είναι και η λογοτεχνία του στο σύνολό της. Γλώσσα και στοχασμός συνυφαίνονται πάνω στη χαοτική επικράτεια της ζωής (και, προφανώς, κάτω από αυτήν) αναρριπίζοντας γλυκόπικρα τις πιο μύχιες αγωνίες μας. Τα σπουδαιότερα θέματα που αφορούν την πεπερασμένη κατάστασή μας είναι ο έρωτας και ο θάνατος. Τα θέματα αυτά δεν είναι ποτέ κλισέ, κλισέ αποδεικνύονται συχνότατα οι αφηγηματικές διαδρομές που παίρνουμε για να αναμετρηθούμε μαζί τους. Ο Τζούλιαν Μπαρνς ωστόσο συγκαταλέγεται στους ελάχιστους που καταλαβαίνουν τα υβριδικά και παρακαμπτήρια μονοπάτια, την αξία και την ομορφιά τους».
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο.
ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
- Συζητήστε για το ύφος της αφήγησης. Πώς λειτουργούν οι επαναλήψεις στο έργο του Barnes και τι προσθέτουν στην αφήγηση και την εμπειρία της ανάγνωσης;
- Στις Αναχωρήσεις η μνήμη δεν λειτουργεί απλώς ως καταγραφή του παρελθόντος, αλλά ως ένας τρόπος να ξαναδούμε και να νοηματοδοτήσουμε εκ νέου ανθρώπους και εμπειρίες. Πώς πιστεύετε ότι η μνήμη μεταμορφώνει όσα επιλέγει ο Barnes να κρατήσει από τη ζωή του και, τελικά, την ίδια την αφήγησή του; Υπάρχουν πρόσωπα ή στιγμές που μέσα από τον τρόπο που τα θυμάται αποκτούν διαφορετικό βάρος;
- Πόσο αξιόπιστη μπορεί τελικά να είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση όταν η μνήμη, η φαντασία και η ανάγκη να δώσουμε νόημα στο παρελθόν μπλέκονται μεταξύ τους;







