

Ποιές είναι οι «Οι Μαγεμένες» (Las Incantadas);
Η αρχαιολόγος Ελένη Στούμπου-Κατσαμούρη, σεναριογράφος και σκηνοθέτρια του εκπαιδευτικού ντοκιμαντέρ «Οι Μαγεμένες» εξηγεί με λεπτομέρεια ποιες ήταν και τα ιστορικά γεγονότα που τις αφορούν.

Το μνημείο
Οι «Μαγεμένες», ένα μνημείο που χρονολογείται από το δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ. έως τον 5ο αι., βρίσκονται έως τον 19ο αιώνα πάνω σε μια κιονοστοιχία ανάμεσα στα σπίτια της εβραϊκής συνοικίας Rogos, μεταξύ των λουτρών «Παράδεισος» και της Παναγίας Χαλκέων, πάνω από την Εγνατία οδό και νότια της ανεσκαμμένης αρχαίας αγοράς.
Με συνολικό ύψος 12 μ., μπόι δικό τους 2,18 μ. και μήκος της κιονοστοιχίας 12,69 μ. ξεχώριζαν από μακριά κι έκαναν πολλή εντύπωση συγκεντρώνοντας φιλοφρονήσεις από τους περιηγητές, που ήθελαν να τις κλέψουν και δεν μπορούσαν.
Το μνημείο ονομάστηκε «Είδωλα», «Στοά των Ειδώλων» από τους Έλληνες, Incantadas (Mαγεμένες) στα ισπανοεβραϊκά και Suretler (Άγγελοι) στα τουρκικά. Ήταν μια διώροφη κιονοστοιχία, αποτελούμενη από πέντε αράβδωτους κίονες από μάρμαρο Καρύστου, ενώ τα κιονόκρανα και οι πεσσοί ήταν φτιαγμένα από μάρμαρο Θάσου. Οι κίονες έφεραν κορινθιακά κιονόκρανα που στήριζαν τριταινιωτό επιστύλιο, ζωφόρο αυλών και γείσο. Ακολουθούσε με λεγόμενη «αττική στοά» ως δεύτερος τόνος, με τέσσερις σωζόμενους πεσσούς (τετράγωνες κολώνες) πάνω σε βάθρο κι ένα χαμηλότερο επιστύλιο με συμφυές γείσο. Οι πεσσοί αυτοί από τη μια και την άλλη όψη έφεραν ανάγλυφες μυθολογικές μορφές. Στη νότια πλευρά από δυτικά προς ανατολικά: Μαινάδα, Διόνυσος, Αριάδνη, Λήδα και στη βόρεια: Νίκη, Αύρα, Διόσκουρος, και ο Γανυμήδης που τον αρπάζει ο αετός. Στη βόρεια πλευρά, στην ανώτερη ταινία του επιστυλίου σωζόταν τμήμα επιγραφής ...Ν ΓΕΓΕΝΗΜΕΝΟΝ ΥΠΟ.... Η κιονοστοιχία φαίνεται πως ήταν ελεύθερη, δεν υπήρχε δηλαδή κτίσμα συνδεόμενο με τη μία από τις δύο πλευρές, όπως συνέβαινε στις στοές, και λειτουργούσε ως διάφραγμα ανάμεσα σε δύο υπαίθριους χώρους πιθανώς ενός συγκροτήματος λουτρού-γυμνασίου, παρόμοιου με γυμνάσια-θέρμες που έχουν βρεθεί στη Μικρά Ασία, προσδίδοντας κομψότητα και μεγαλοπρέπεια.
Η ακριβής λειτουργία της δεν είναι σαφής. Όσο για την εικονογραφία της, φαίνεται ότι σχετίζεται με την αυτοκρατορική λατρεία.
Η ιστορία του μνημείου
Η ιστορία των Μαγεμένων είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Πρόκειται αφενός για ένα μνημείο της αρχαιότητας που δεν κατέρρευσε και συνέχισε να είναι ορατό στο κέντρο της πόλης ακολουθώντας την ιστορία της, έως τη διάλυση και μεταφορά του στη Γαλλία το 1864. Επιπλέον, συνδέθηκε μ’ ένα γοητευτικό παραμύθι που φαίνεται πως προϋπήρχε από την εγκατάσταση του εβραϊκού πληθυσμού στη Θεσσαλονίκη τον 16ο αι. Κατά δήλωση των άγγλων περιηγητών, ζωγράφων και αρχιτεκτόνων, James Stuart και Nicholas Revett, που επισκέφθηκαν τη Θεσσαλονίκη το 1752 και αποτύπωσαν τις Μαγεμένες: «Οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης λύνουν το περίπλοκο ζήτημα που αφορά την προέλευση αυτού του μνημείου με μια ιστορία μαγείας ανακατεμένη με έναν έρωτα του Μεγαλέξανδρου με κάποια βασίλισσα της Θράκης. Σ’ αυτόν τον παράξενο μύθο ο Αριστοτέλης φέρεται να παίζει τον ρόλο ενός νικηφόρου συμμάχου, που αποκαλύπτει τις εκδικητικές μηχανορραφίες του πληγωμένου συζύγου και κάνει τα μάγια ενός αντίπαλου μάγου να επιστρέψουν και να χτυπήσουν αυτόν που τα επινόησε». Δεν μπορεί τέλος να αγνοηθεί το γεγονός ότι η διάλυση και μεταφορά του μνημείου αποτέλεσε μια οργανωμένη επιχείρηση υπό την προστασία του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ’ της Γαλλίας και εντάσσεται στο πνεύμα συλλογής ή αρπαγής, αυθεντικών ελληνικών αρχαιοτήτων που ήταν της μόδας τον 18ο και 19ο αιώνα.
Φαίνεται πως για περισσότερα από εκατό χρόνια οι πρόξενοι της Γαλλίας και της Αγγλίας έκαναν προσπάθειες για να αποκτήσουν άδεια για την αφαίρεση των Μαγεμένων, αλλά ο εκάστοτε πασάς ήταν απρόθυμος.
Ο Emmanuel Miller και το χρονικό της αρπαγής των Μαγεμένων
Υπεύθυνος για τη μεταφορά των Μαγεμένων όπως και άλλων ελληνικών αρχαιοτήτων ήταν ο παλαιογράφος Emmanuel Miller. Σε επιστολές προς τη σύζυγό του που συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν το 1889 στο βιβλίο Le mont Athos, Vatopedi, l’ ile de Thassos, περιγράφει το χρονικό της μεταφοράς τους.
10 Οκτωβρίου 1864: «O σουλτάνος, μέσω του μεγάλου βεζύρη Φουάντ Πασά, μου έδωσε την άδεια να αφαιρέσω και να μεταφέρω στη Γαλλία τα οκτώ αγάλματα της Θεσσαλονίκης που τόσο επιθυμούσα. […] Θα έχω λοιπόν τα αγάλματά μου, λέω θα έχω, γιατί υπάρχουν ακόμη μεγάλες δυσκολίες. Ο εβραϊκός και ελληνικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης θα εκραγεί όταν μάθει ότι θα πάρουν αυτά τα αγάλματα... Θα χρειαστεί ο πασάς να στείλει ένοπλη δύναμη και όσο διακριτικοί κι αν είμαστε το νέο θα κυκλοφορήσει πολύ γρήγορα. Τώρα που η τουρκική κυβέρνηση έδωσε τον λόγο της, δεν θα επανέλθει και πρέπει οπωσδήποτε να δράσουμε».
Έπειτα από ένα περιπετειώδες θαλασσινό ταξίδι ο Miller αγκυροβολεί στη Θεσσαλονίκη, στο λιμάνι των Μύλων Αλατίνι για λόγους μυστικότητας, στις 29 Οκτωβρίου. Το σχέδιο είναι να μεταφερθούν εκεί τα γλυπτά των Μαγεμένων χωρίς να πάρει είδηση ο κόσμος. Ωστόσο, κατά τη συνάντηση με τον γάλλο πρόξενο Μ. de Pontcharra μαθαίνει ότι η εντολή από τη Γαλλία έχει αλλάξει: «Υπάρχει ενδιαφέρον για το σύνολο του μνημείου, πάρτε τα όλα». Ο Μiller χαρακτηρίζει την εντολή «τρέλα ανέφικτη», καθώς το πλοίο του δεν διαθέτει τα αναγκαία μηχανήματα για να υψώσει μαρμάρινους όγκους πέντε έως έξι τόνων. Φέρνει το πλοίο στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και το νέο κυκλοφορεί. Το ίδιο πρωί πηγαίνει στον πασά, ο οποίος είναι υπερβολικά εξυπηρετικός μαζί του και του παρέχει ό,τι ζητά: άνδρες, στρατιώτες, άμαξες κ.ά. Του χαρίζει μάλιστα κι ένα αρχαίο αγγείο, ο Miller το δέχεται «με ευγνωμοσύνη».
Την 1η Νοεμβρίου, μέρα των Αγίων Πάντων, δίνει ρεπό στους ναύτες του. «Ο πληθυσμός ήδη είναι αναστατωμένος και κινητοποιείται. Έχει εξαγριωθεί που πρόκειται να πάρω τα αγάλματα, τα οποία είναι φρικτά παραμορφωμένα». Σημειώνει εδώ ότι οι παλιοί γενίτσαροι διασκέδαζαν κάνοντας σκοποβολή πάνω στα γλυπτά και αργότερα το ίδιο έκαναν και οι κάτοικοι(!). «Ο ιδιοκτήτης κυρίως, που βρίσκεται μέσα στην αυλή του το μνημείο, διασκεδάζει με τη σειρά του να σπάει από καιρού εις καιρόν κομματάκια και να τα πουλάει στους τουρίστες». Ο Miller σχεδιάζει να φέρει ζαπτιέδες (χωροφύλακες) να κοιμούνται στο σπίτι για να εμποδίσουν «την κακοβουλία να φθαρούν περισσότερο αυτά τα αγάλματα».
Στις 2 Νοεμβρίου αρχίζουν από το πρωί, περιτριγυρισμένοι από ένα πλήθος «περίεργων γεμάτων κακοβουλία». Στις διαμαρτυρίες του ιδιοκτήτη του σπιτιού ο Miller τον στέλνει να πει τα παράπονά του στον πασά. Ο πασάς φτάνει με άμαξα και την έφιππη συνοδεία του. Ο πασάς πιάνει τον Miller από το χέρι και τον ανεβάζει στην άμαξά του.
Οι ναύτες ετοιμάζουν το όχημα για τη μεταφορά των αγαλμάτων. «Από εκείνη τη στιγμή, η κινητοποίηση διαδόθηκε παντού: κουτσομπολιά, λόγια, φλυαρίες, απίστευτες ασυναρτησίες. Όλοι οι ξένοι πρόξενοι έτρεξαν να τηλεγραφήσουν στην Κωνσταντινούπολη για να σταματήσουν την απομάκρυνση των αγαλμάτων».
Στις 3 Νοεμβρίου, με τη βοήθεια ενός βαρούλκου, κατεβαίνει το πρώτο από τα τρία τμήματα του επιστυλίου. Οι γύρω στενοί δρόμοι ήταν γεμάτοι ασφυκτικά. «Οι στρατιώτες με τα μπαστούνια τους δυσκολεύτηκαν υπερβολικά για να συγκρατήσουν τους περίεργους. Το θέαμα ήταν πρωτότυπο, έτρεχε ο ένας πάνω στον άλλο, έπεφταν στο ρείθρο του δρόμου, τι ιδιόρρυθμος λαός!»
Την επόμενη ημέρα, Σάββατο, είναι αργία για τον εβραϊκό πληθυσμό. «Δεν μπορείτε να φανταστείτε τον συνωστισμό στους δρόμους που οδηγούν στο θέατρο των εργασιών μας. Δεν υπήρχε τρόπος να περάσεις. Είναι ένα θέαμα που όλος ο κόσμος θέλει να δει. Εχθές, η κυρία Poncharra (η σύζυγος του προξένου) κι ένα πλήθος άλλες κυρίες ήρθαν για να δουν το κατέβασμα του δεύτερου μαρμάρινου κομματιού και της δεύτερης ομάδας αγαλμάτων (πεσσού)... Για να κάνουμε τους Εβραίους να οπισθοχωρήσουν, οι οποίοι ωστόσο φορούσαν τις καλές τους φορεσιές, μεταχειριστήκαμε κουβάδες νερό. Αρκέστηκαν να βγάλουν τους σκούφους τους και να βάλουν ένα μαντήλι στο κεφάλι. Την επόμενη εβδομάδα θα μεταφέρουμε από το πλοίο την πυροσβεστική αντλία, και όπως υπάρχει πηγάδι στο σπίτι, θα καταβρέξουμε τους περίεργους έτσι ώστε να τους κόψουμε την όρεξη».
Στις 12 Νοεμβρίου έχει ολοκληρωθεί η μεταφορά των πεσσών στο αμπάρι του πλοίου.
Στις 9 του μηνός ο Miller ψάχνει για βουβάλια για να μεταφέρει τα αγάλματα στο λιμάνι. «Φτάνουν τέσσερα ζευγάρια που τα ζέψαμε, αφού τοποθετήσαμε την πρώτη ομάδα (πεσσών) στο όχημα που είχα φέρει από τη Θάσο. Δυστυχώς, οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης είναι πολύ στενοί και εμφανίζουν γωνίες που είναι δύσκολο να στρίψεις. Ταλαιπωρηθήκαμε πολύ για να κάνουμε τη δουλειά μας. Οι δρόμοι έχουν φρικτό οδόστρωμα, έχει τρύπες παντού, μετά πρέπει κανείς να περάσει όλα τα παζάρια, να αποφύγει τα γωνιακά μαγαζιά κι αυτό με οκτώ βουβάλια στον ζυγό! Δεν καθαρίζουν ποτέ, πετούν τα ψόφια ζώα στους δρόμους, όπου σαπίζουν... Τέλος σε μιάμιση ώρα φτάσαμε στο λιμάνι... Δεν χρειάζεται να πούμε ότι έχουμε στην πλάτη όλο τον πληθυσμό, κι ότι οι ζαπτιέδες που μας συνοδεύουν δύσκολα τα βγάζουν πέρα».
Το ζήτημα που απασχολεί τώρα τον Miller είναι ο θριγκός «H υπόθεση των αγαλμάτων πάει καλά, αλλά υπάρχουν άλλα μέρη του μνημείου που θα ήθελαν ολόκληρα στο Παρίσι. Η πρώτη σειρά λίθων του θριγκού είναι το μεγάλο πρόβλημα. Δεν υπάρχει τρόπος να βγει αν δεν κοπούν στα δύο τα τέσσερα κομμάτια που τον απαρτίζουν». Ο Miller δεν δείχνει να προβληματίζεται καθόλου για τον διαμελισμό του μνημείου, τον απασχολεί μόνο το τεχνικό κομμάτι. Στη συνέχεια αναφέρει μια έμπνευση της νύχτας για το πώς να κόψει τα μάρμαρα εξοικονομώντας χρόνο και χρήμα: «Πολύ απλά χρειαζόταν να μπουν τα μάρμαρα οριζόντια κατά τρόπο ώστε το μεγαλύτερο μέρος να αιωρείται στο κενό. Θα συγκρατούσαμε με σκοινιά τα δύο μέρη και με ένα σιδερένιο όγκο που θα τον αφήναμε να πέσει στο τμήμα που προεξείχε θα σπάζαμε το μάρμαρο στα δύο». Πριν προχωρήσει, αποφασίζει να ζητήσει τα απαραίτητα εργαλεία για τη μεταφορά των μαρμάρινων όγκων από τον ναύαρχο Aboville, διοικητή της γαλλικής ναυτικής μοίρας στον Πειραιά. Ο ναύαρχος του στέλνει ατμόπλοιο με 91 άνδρες και μηχανήματα.
Στη συνέχεια συναντά δυσκολίες με τα ζώα. Οι Βούλγαροι ιδιοκτήτες των βουβαλιών δεν συνεργάζονται με αποτέλεσμα «οι ζαπτιέδες ή οι στρατιώτες να αναγκάζονται πάντα να χρησιμοποιήσουν το μπαστούνι». Επόμενο πρόβλημα είναι η λάσπη στο παζάρι που εμποδίζει τα ζώα να προχωρήσουν. Ο πασάς υπόσχεται να την καθαρίσει. Οι βροχές της Θεσσαλονίκης όμως δεν ξεπερνιούνται. Ο Miller αρχίζει να απογοητεύεται. «Δεν θα γράψω σήμερα στον αυτοκράτορα, γιατί δεν έχω τίποτα καλό να του αναγγείλω. Δεν θα ησυχάσω παρά μόνον όταν δω στο λιμάνι την πρώτη από τις τέσσερις μεγάλες πέτρες. Είναι μια δοκιμασία για την οποία έχω πολλές αμφιβολίες. Τι κλίμα αυτό της Θεσσαλονίκης! Μια σχεδόν διαρκής υγρασία που με παγώνει!».
Λίγες μέρες αργότερα φτάνει μήνυμα από την προστάτιδά του Μme Cornu, που παίζει το ρόλο του ενδιάμεσου στην επικοινωνία του με τον αυτοκράτορα: «Βλέπω ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες δυσκολίες, αυτά που θα μεταφέρετε αρκούν». Ο Miller νιώθει απογοήτευση για τον άδικο κόπο (όχι όμως για τον διαμελισμό του μνημείου).
Στη συνέχεια αποκαθηλώνει όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη της αριστερής πλευράς και το κιονόκρανο της τελευταίας κολώνας, που ανασκάπτει για να φανεί η βάση της και ο στυλοβάτης. «Είναι βέβαιο ότι δεν διασκεδάζει κανείς καταστρέφοντας τα θεμέλια ενός μνημείου, τα οποία σώζονται ίσως ακέραια. Ανασκάπτοντας και συνεχίζοντας θα ήταν εύκολο να βρεθεί η γενική κάτοψη. Όμως τι δυσκολίες, πόση δουλειά, ιδίως αυτή την εποχή με τόσο κακό καιρό...». Για τις κολώνες διαπιστώνει ότι η μόνη λύση για να μεταφερθούν είναι τα τις δέσει ο καπετάνιος στην κουβέρτα του πλοίου.
Στις 4 Δεκεμβρίου, «οι υποθέσεις προχωράνε λίγο έως καθόλου». Ένα τηλεγράφημα της Μme Cornu του ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να του στείλει τίποτα και να αρκεστεί στα μηχανήματα που έχει. Ακολουθεί μια απίστευτη κρίση ειλικρίνειας και λίγης μετάνοιας: «Θα χρειαστεί λοιπόν να σπάσω τα μάρμαρα για να αποκατασταθεί η κυκλοφορία στον δρόμο, όμως τι αξιοθρήνητη αναγκαιότητα! Θα ήταν καλύτερα να αφήναμε το μνημείο έτσι όπως ήταν και να αρκεστούμε στα αγάλματα.
Το να το καταστρέψουμε, να αποκαθηλώσουμε όλα τα μάρμαρα που το απαρτίζουν, και μετά να τα κομματιάσουμε είναι πράξη ενός βανδάλου. Όλος ο κόσμος θα μας κατηγορήσει».
Οι μέρες περνούν, ο Miller αρχίζει να κάνει εκπτώσεις: «Αν μπορούσα μόνο να μεταφέρω τα μικρότερα μάρμαρα, θα ήμουν ευχαριστημένος και θα άφηνα χωρίς πολλές τύψεις τα τέσσερα που είναι θηριώδη... Να τώρα τι έχω αποφασίσει αν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Θα απλώσω τα μάρμαρα κατά μήκος των τοίχων, έτσι ώστε να μην εμποδίζω την κυκλοφορία και θα τοποθετήσω τα τέσσερα μεγάλα σε μια πλατειούλα, εκεί κοντά. Επιστρέφοντας στο Παρίσι θα πω στον αυτοκράτορα ότι μπορούμε να πάμε να τα πάρουμε, αν θέλουμε, διαφορετικά, θα τα χαρίσω στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου που χτίζουν στη γειτονιά και θα είναι ευχαριστημένοι που θα έχουν μάρμαρα να χρησιμοποιήσουν».
Έτοιμος ψυχικά να αναχωρήσει, αναφωνεί: «Τι κακόγουστο αστείο, αυτή η έκφραση «Ωραία Ανατολή»!...
Το τελευταίο γράμμα του Miller από τη Θεσσαλονίκη έχει ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου. Έχουν μεταφερθεί άλλα τρία «μικρά» μάρμαρα, τα κιονόκρανα, προβληματίζεται ακόμη για τα τέσσερα μεγάλα. Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε με τα σχέδιά του.
O Miller δεν ήταν αρχαιολόγος, αλλά δεν είχε ούτε το απλό ενδιαφέρον να περιγράψει το μνημείο, να κρατήσει σημειώσεις για την ακριβή του θέση, να καταγράψει τα μέλη που αφαιρούσε και να τα αριθμήσει. Έτσι, στο Μουσείο του Λούβρου έφθασαν λίγα χρόνια αργότερα οι πεσσοί με τις ανάγλυφες μορφές και τα κιονόκρανα, ενώ μεταφέρθηκαν αργότερα από αποθήκες οι βάσεις των πεσσών, ένα τμήμα επιστυλίου και δύο τμήματα ζωφόρου. Δεν είναι γνωστό τι απέγιναν τα άλλα κομμάτια που αναφέρει ο Μiller στις επιστολές του.
Οι κίονες και τα μεγάλα κομμάτια του θριγκού φαίνεται ότι δεν μεταφέρθηκαν ποτέ. Η συνοικία Rogos και το σπίτι που βρίσκονταν οι Μαγεμένες καταστράφηκαν από την πυρκαγιά του 1917, το ίδιο και ο ναός του Αγίου Νικολάου στο χτίσιμο του οποίου πιθανώς χρησιμοποιήθηκαν τα ξεχασμένα μάρμαρα. Δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η τύχη τους.
H θλιβερή αυτή λεηλασία, αντίθετα με την περίπτωση των Ελγινείων, αποσιωπήθηκε και ξεχάστηκε. Μόνο από τύχη μπορούσε να πέσει κανείς μέχρι πριν από λίγα χρόνια στη μακρόστενη αίθουσα του Λούβρου όπου παρουσιάζονταν οι πεσσοί με τις ανάγλυφες μορφές της Θεσσαλονίκης, χωρίς χώρο για να οπισθοχωρήσει και να δει το σύνολο μετωπικά. Η έκθεση για την αρχαία Μακεδονία ήταν μια αφορμή για να συντηρηθούν και να καθαριστούν τα ανάγλυφα και να εκτεθούν με καταλληλότερο τρόπο.
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο της αρχαιολόγου και δείτε ΕΔΩ το ντοκιμαντέρ της.
Τα αντίγραφα των Μαγεμένων που φυλάσσονται μέχρι σήμερα σε ξύλινα κιβώτια σε χώρο της ΔΕΘ, αφού δεν ευοδώθηκε η αρχική πρόθεση να στηθούν στο σημείο που πιθανολογείται ότι ήταν η αρχική τους θέση πίσω από το Μπέη Χαμάμ, πρόκειται σύντομα να μεταφερθούν στην εξωτερική στοά του Αρχαιολογικού μουσείου. Τα αντίγραφα κατασκευάστηκαν από τα εκμαγεία του Λούβρου σε μια ακριβή κατασκευή (με μια προσωπική διεκδίκηση του Γιάννη Μπουτάρη που ευοδώθηκε χάρη στην πρωτοβουλία της ΔΕΘ και αρωγούς το υπουργείο Πολιτισμού, τον Δήμο Θεσσαλονίκης, τον Οργανισμό Λιμένα Θεσσαλονίκης και την ΕΥΑΘ), που επιτρέπει την έκθεσή τους σε εξωτερικό χώρο. Η τοποθέτησή τους θα γίνει στον εξωτερικό χώρο του Μουσείου, εγκάρσια στη Στοά, με πρόσωπο προς τη Λεωφόρο Στρατού, ώστε να κοιτούν τη ΔΕΘ αλλά και ακολουθώντας τον προσανατολισμό που εικάζεται ότι είχαν όταν κοσμούσαν την πόλη πριν μεταφερθούν στη Γαλλία.
Η αρχαιολόγος Ελένη Στούμπου-Κατσαμούρη, σεναριογράφος και σκηνοθέτρια του εκπαιδευτικού ντοκιμαντέρ «Οι Μαγεμένες» εξηγεί με λεπτομέρεια ποιες ήταν και τα ιστορικά γεγονότα που τις αφορούν.

Το μνημείο
Οι «Μαγεμένες», ένα μνημείο που χρονολογείται από το δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ. έως τον 5ο αι., βρίσκονται έως τον 19ο αιώνα πάνω σε μια κιονοστοιχία ανάμεσα στα σπίτια της εβραϊκής συνοικίας Rogos, μεταξύ των λουτρών «Παράδεισος» και της Παναγίας Χαλκέων, πάνω από την Εγνατία οδό και νότια της ανεσκαμμένης αρχαίας αγοράς.
Με συνολικό ύψος 12 μ., μπόι δικό τους 2,18 μ. και μήκος της κιονοστοιχίας 12,69 μ. ξεχώριζαν από μακριά κι έκαναν πολλή εντύπωση συγκεντρώνοντας φιλοφρονήσεις από τους περιηγητές, που ήθελαν να τις κλέψουν και δεν μπορούσαν.
Το μνημείο ονομάστηκε «Είδωλα», «Στοά των Ειδώλων» από τους Έλληνες, Incantadas (Mαγεμένες) στα ισπανοεβραϊκά και Suretler (Άγγελοι) στα τουρκικά. Ήταν μια διώροφη κιονοστοιχία, αποτελούμενη από πέντε αράβδωτους κίονες από μάρμαρο Καρύστου, ενώ τα κιονόκρανα και οι πεσσοί ήταν φτιαγμένα από μάρμαρο Θάσου. Οι κίονες έφεραν κορινθιακά κιονόκρανα που στήριζαν τριταινιωτό επιστύλιο, ζωφόρο αυλών και γείσο. Ακολουθούσε με λεγόμενη «αττική στοά» ως δεύτερος τόνος, με τέσσερις σωζόμενους πεσσούς (τετράγωνες κολώνες) πάνω σε βάθρο κι ένα χαμηλότερο επιστύλιο με συμφυές γείσο. Οι πεσσοί αυτοί από τη μια και την άλλη όψη έφεραν ανάγλυφες μυθολογικές μορφές. Στη νότια πλευρά από δυτικά προς ανατολικά: Μαινάδα, Διόνυσος, Αριάδνη, Λήδα και στη βόρεια: Νίκη, Αύρα, Διόσκουρος, και ο Γανυμήδης που τον αρπάζει ο αετός. Στη βόρεια πλευρά, στην ανώτερη ταινία του επιστυλίου σωζόταν τμήμα επιγραφής ...Ν ΓΕΓΕΝΗΜΕΝΟΝ ΥΠΟ.... Η κιονοστοιχία φαίνεται πως ήταν ελεύθερη, δεν υπήρχε δηλαδή κτίσμα συνδεόμενο με τη μία από τις δύο πλευρές, όπως συνέβαινε στις στοές, και λειτουργούσε ως διάφραγμα ανάμεσα σε δύο υπαίθριους χώρους πιθανώς ενός συγκροτήματος λουτρού-γυμνασίου, παρόμοιου με γυμνάσια-θέρμες που έχουν βρεθεί στη Μικρά Ασία, προσδίδοντας κομψότητα και μεγαλοπρέπεια.
Η ακριβής λειτουργία της δεν είναι σαφής. Όσο για την εικονογραφία της, φαίνεται ότι σχετίζεται με την αυτοκρατορική λατρεία.
Η ιστορία του μνημείου
Η ιστορία των Μαγεμένων είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Πρόκειται αφενός για ένα μνημείο της αρχαιότητας που δεν κατέρρευσε και συνέχισε να είναι ορατό στο κέντρο της πόλης ακολουθώντας την ιστορία της, έως τη διάλυση και μεταφορά του στη Γαλλία το 1864. Επιπλέον, συνδέθηκε μ’ ένα γοητευτικό παραμύθι που φαίνεται πως προϋπήρχε από την εγκατάσταση του εβραϊκού πληθυσμού στη Θεσσαλονίκη τον 16ο αι. Κατά δήλωση των άγγλων περιηγητών, ζωγράφων και αρχιτεκτόνων, James Stuart και Nicholas Revett, που επισκέφθηκαν τη Θεσσαλονίκη το 1752 και αποτύπωσαν τις Μαγεμένες: «Οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης λύνουν το περίπλοκο ζήτημα που αφορά την προέλευση αυτού του μνημείου με μια ιστορία μαγείας ανακατεμένη με έναν έρωτα του Μεγαλέξανδρου με κάποια βασίλισσα της Θράκης. Σ’ αυτόν τον παράξενο μύθο ο Αριστοτέλης φέρεται να παίζει τον ρόλο ενός νικηφόρου συμμάχου, που αποκαλύπτει τις εκδικητικές μηχανορραφίες του πληγωμένου συζύγου και κάνει τα μάγια ενός αντίπαλου μάγου να επιστρέψουν και να χτυπήσουν αυτόν που τα επινόησε». Δεν μπορεί τέλος να αγνοηθεί το γεγονός ότι η διάλυση και μεταφορά του μνημείου αποτέλεσε μια οργανωμένη επιχείρηση υπό την προστασία του αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ’ της Γαλλίας και εντάσσεται στο πνεύμα συλλογής ή αρπαγής, αυθεντικών ελληνικών αρχαιοτήτων που ήταν της μόδας τον 18ο και 19ο αιώνα.
Φαίνεται πως για περισσότερα από εκατό χρόνια οι πρόξενοι της Γαλλίας και της Αγγλίας έκαναν προσπάθειες για να αποκτήσουν άδεια για την αφαίρεση των Μαγεμένων, αλλά ο εκάστοτε πασάς ήταν απρόθυμος.
Ο Emmanuel Miller και το χρονικό της αρπαγής των Μαγεμένων
Υπεύθυνος για τη μεταφορά των Μαγεμένων όπως και άλλων ελληνικών αρχαιοτήτων ήταν ο παλαιογράφος Emmanuel Miller. Σε επιστολές προς τη σύζυγό του που συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν το 1889 στο βιβλίο Le mont Athos, Vatopedi, l’ ile de Thassos, περιγράφει το χρονικό της μεταφοράς τους.
10 Οκτωβρίου 1864: «O σουλτάνος, μέσω του μεγάλου βεζύρη Φουάντ Πασά, μου έδωσε την άδεια να αφαιρέσω και να μεταφέρω στη Γαλλία τα οκτώ αγάλματα της Θεσσαλονίκης που τόσο επιθυμούσα. […] Θα έχω λοιπόν τα αγάλματά μου, λέω θα έχω, γιατί υπάρχουν ακόμη μεγάλες δυσκολίες. Ο εβραϊκός και ελληνικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης θα εκραγεί όταν μάθει ότι θα πάρουν αυτά τα αγάλματα... Θα χρειαστεί ο πασάς να στείλει ένοπλη δύναμη και όσο διακριτικοί κι αν είμαστε το νέο θα κυκλοφορήσει πολύ γρήγορα. Τώρα που η τουρκική κυβέρνηση έδωσε τον λόγο της, δεν θα επανέλθει και πρέπει οπωσδήποτε να δράσουμε».
Έπειτα από ένα περιπετειώδες θαλασσινό ταξίδι ο Miller αγκυροβολεί στη Θεσσαλονίκη, στο λιμάνι των Μύλων Αλατίνι για λόγους μυστικότητας, στις 29 Οκτωβρίου. Το σχέδιο είναι να μεταφερθούν εκεί τα γλυπτά των Μαγεμένων χωρίς να πάρει είδηση ο κόσμος. Ωστόσο, κατά τη συνάντηση με τον γάλλο πρόξενο Μ. de Pontcharra μαθαίνει ότι η εντολή από τη Γαλλία έχει αλλάξει: «Υπάρχει ενδιαφέρον για το σύνολο του μνημείου, πάρτε τα όλα». Ο Μiller χαρακτηρίζει την εντολή «τρέλα ανέφικτη», καθώς το πλοίο του δεν διαθέτει τα αναγκαία μηχανήματα για να υψώσει μαρμάρινους όγκους πέντε έως έξι τόνων. Φέρνει το πλοίο στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και το νέο κυκλοφορεί. Το ίδιο πρωί πηγαίνει στον πασά, ο οποίος είναι υπερβολικά εξυπηρετικός μαζί του και του παρέχει ό,τι ζητά: άνδρες, στρατιώτες, άμαξες κ.ά. Του χαρίζει μάλιστα κι ένα αρχαίο αγγείο, ο Miller το δέχεται «με ευγνωμοσύνη».
Την 1η Νοεμβρίου, μέρα των Αγίων Πάντων, δίνει ρεπό στους ναύτες του. «Ο πληθυσμός ήδη είναι αναστατωμένος και κινητοποιείται. Έχει εξαγριωθεί που πρόκειται να πάρω τα αγάλματα, τα οποία είναι φρικτά παραμορφωμένα». Σημειώνει εδώ ότι οι παλιοί γενίτσαροι διασκέδαζαν κάνοντας σκοποβολή πάνω στα γλυπτά και αργότερα το ίδιο έκαναν και οι κάτοικοι(!). «Ο ιδιοκτήτης κυρίως, που βρίσκεται μέσα στην αυλή του το μνημείο, διασκεδάζει με τη σειρά του να σπάει από καιρού εις καιρόν κομματάκια και να τα πουλάει στους τουρίστες». Ο Miller σχεδιάζει να φέρει ζαπτιέδες (χωροφύλακες) να κοιμούνται στο σπίτι για να εμποδίσουν «την κακοβουλία να φθαρούν περισσότερο αυτά τα αγάλματα».
Στις 2 Νοεμβρίου αρχίζουν από το πρωί, περιτριγυρισμένοι από ένα πλήθος «περίεργων γεμάτων κακοβουλία». Στις διαμαρτυρίες του ιδιοκτήτη του σπιτιού ο Miller τον στέλνει να πει τα παράπονά του στον πασά. Ο πασάς φτάνει με άμαξα και την έφιππη συνοδεία του. Ο πασάς πιάνει τον Miller από το χέρι και τον ανεβάζει στην άμαξά του.
Οι ναύτες ετοιμάζουν το όχημα για τη μεταφορά των αγαλμάτων. «Από εκείνη τη στιγμή, η κινητοποίηση διαδόθηκε παντού: κουτσομπολιά, λόγια, φλυαρίες, απίστευτες ασυναρτησίες. Όλοι οι ξένοι πρόξενοι έτρεξαν να τηλεγραφήσουν στην Κωνσταντινούπολη για να σταματήσουν την απομάκρυνση των αγαλμάτων».
Στις 3 Νοεμβρίου, με τη βοήθεια ενός βαρούλκου, κατεβαίνει το πρώτο από τα τρία τμήματα του επιστυλίου. Οι γύρω στενοί δρόμοι ήταν γεμάτοι ασφυκτικά. «Οι στρατιώτες με τα μπαστούνια τους δυσκολεύτηκαν υπερβολικά για να συγκρατήσουν τους περίεργους. Το θέαμα ήταν πρωτότυπο, έτρεχε ο ένας πάνω στον άλλο, έπεφταν στο ρείθρο του δρόμου, τι ιδιόρρυθμος λαός!»
Την επόμενη ημέρα, Σάββατο, είναι αργία για τον εβραϊκό πληθυσμό. «Δεν μπορείτε να φανταστείτε τον συνωστισμό στους δρόμους που οδηγούν στο θέατρο των εργασιών μας. Δεν υπήρχε τρόπος να περάσεις. Είναι ένα θέαμα που όλος ο κόσμος θέλει να δει. Εχθές, η κυρία Poncharra (η σύζυγος του προξένου) κι ένα πλήθος άλλες κυρίες ήρθαν για να δουν το κατέβασμα του δεύτερου μαρμάρινου κομματιού και της δεύτερης ομάδας αγαλμάτων (πεσσού)... Για να κάνουμε τους Εβραίους να οπισθοχωρήσουν, οι οποίοι ωστόσο φορούσαν τις καλές τους φορεσιές, μεταχειριστήκαμε κουβάδες νερό. Αρκέστηκαν να βγάλουν τους σκούφους τους και να βάλουν ένα μαντήλι στο κεφάλι. Την επόμενη εβδομάδα θα μεταφέρουμε από το πλοίο την πυροσβεστική αντλία, και όπως υπάρχει πηγάδι στο σπίτι, θα καταβρέξουμε τους περίεργους έτσι ώστε να τους κόψουμε την όρεξη».
Στις 12 Νοεμβρίου έχει ολοκληρωθεί η μεταφορά των πεσσών στο αμπάρι του πλοίου.
Στις 9 του μηνός ο Miller ψάχνει για βουβάλια για να μεταφέρει τα αγάλματα στο λιμάνι. «Φτάνουν τέσσερα ζευγάρια που τα ζέψαμε, αφού τοποθετήσαμε την πρώτη ομάδα (πεσσών) στο όχημα που είχα φέρει από τη Θάσο. Δυστυχώς, οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης είναι πολύ στενοί και εμφανίζουν γωνίες που είναι δύσκολο να στρίψεις. Ταλαιπωρηθήκαμε πολύ για να κάνουμε τη δουλειά μας. Οι δρόμοι έχουν φρικτό οδόστρωμα, έχει τρύπες παντού, μετά πρέπει κανείς να περάσει όλα τα παζάρια, να αποφύγει τα γωνιακά μαγαζιά κι αυτό με οκτώ βουβάλια στον ζυγό! Δεν καθαρίζουν ποτέ, πετούν τα ψόφια ζώα στους δρόμους, όπου σαπίζουν... Τέλος σε μιάμιση ώρα φτάσαμε στο λιμάνι... Δεν χρειάζεται να πούμε ότι έχουμε στην πλάτη όλο τον πληθυσμό, κι ότι οι ζαπτιέδες που μας συνοδεύουν δύσκολα τα βγάζουν πέρα».
Το ζήτημα που απασχολεί τώρα τον Miller είναι ο θριγκός «H υπόθεση των αγαλμάτων πάει καλά, αλλά υπάρχουν άλλα μέρη του μνημείου που θα ήθελαν ολόκληρα στο Παρίσι. Η πρώτη σειρά λίθων του θριγκού είναι το μεγάλο πρόβλημα. Δεν υπάρχει τρόπος να βγει αν δεν κοπούν στα δύο τα τέσσερα κομμάτια που τον απαρτίζουν». Ο Miller δεν δείχνει να προβληματίζεται καθόλου για τον διαμελισμό του μνημείου, τον απασχολεί μόνο το τεχνικό κομμάτι. Στη συνέχεια αναφέρει μια έμπνευση της νύχτας για το πώς να κόψει τα μάρμαρα εξοικονομώντας χρόνο και χρήμα: «Πολύ απλά χρειαζόταν να μπουν τα μάρμαρα οριζόντια κατά τρόπο ώστε το μεγαλύτερο μέρος να αιωρείται στο κενό. Θα συγκρατούσαμε με σκοινιά τα δύο μέρη και με ένα σιδερένιο όγκο που θα τον αφήναμε να πέσει στο τμήμα που προεξείχε θα σπάζαμε το μάρμαρο στα δύο». Πριν προχωρήσει, αποφασίζει να ζητήσει τα απαραίτητα εργαλεία για τη μεταφορά των μαρμάρινων όγκων από τον ναύαρχο Aboville, διοικητή της γαλλικής ναυτικής μοίρας στον Πειραιά. Ο ναύαρχος του στέλνει ατμόπλοιο με 91 άνδρες και μηχανήματα.
Στη συνέχεια συναντά δυσκολίες με τα ζώα. Οι Βούλγαροι ιδιοκτήτες των βουβαλιών δεν συνεργάζονται με αποτέλεσμα «οι ζαπτιέδες ή οι στρατιώτες να αναγκάζονται πάντα να χρησιμοποιήσουν το μπαστούνι». Επόμενο πρόβλημα είναι η λάσπη στο παζάρι που εμποδίζει τα ζώα να προχωρήσουν. Ο πασάς υπόσχεται να την καθαρίσει. Οι βροχές της Θεσσαλονίκης όμως δεν ξεπερνιούνται. Ο Miller αρχίζει να απογοητεύεται. «Δεν θα γράψω σήμερα στον αυτοκράτορα, γιατί δεν έχω τίποτα καλό να του αναγγείλω. Δεν θα ησυχάσω παρά μόνον όταν δω στο λιμάνι την πρώτη από τις τέσσερις μεγάλες πέτρες. Είναι μια δοκιμασία για την οποία έχω πολλές αμφιβολίες. Τι κλίμα αυτό της Θεσσαλονίκης! Μια σχεδόν διαρκής υγρασία που με παγώνει!».
Λίγες μέρες αργότερα φτάνει μήνυμα από την προστάτιδά του Μme Cornu, που παίζει το ρόλο του ενδιάμεσου στην επικοινωνία του με τον αυτοκράτορα: «Βλέπω ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες δυσκολίες, αυτά που θα μεταφέρετε αρκούν». Ο Miller νιώθει απογοήτευση για τον άδικο κόπο (όχι όμως για τον διαμελισμό του μνημείου).
Στη συνέχεια αποκαθηλώνει όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη της αριστερής πλευράς και το κιονόκρανο της τελευταίας κολώνας, που ανασκάπτει για να φανεί η βάση της και ο στυλοβάτης. «Είναι βέβαιο ότι δεν διασκεδάζει κανείς καταστρέφοντας τα θεμέλια ενός μνημείου, τα οποία σώζονται ίσως ακέραια. Ανασκάπτοντας και συνεχίζοντας θα ήταν εύκολο να βρεθεί η γενική κάτοψη. Όμως τι δυσκολίες, πόση δουλειά, ιδίως αυτή την εποχή με τόσο κακό καιρό...». Για τις κολώνες διαπιστώνει ότι η μόνη λύση για να μεταφερθούν είναι τα τις δέσει ο καπετάνιος στην κουβέρτα του πλοίου.
Στις 4 Δεκεμβρίου, «οι υποθέσεις προχωράνε λίγο έως καθόλου». Ένα τηλεγράφημα της Μme Cornu του ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να του στείλει τίποτα και να αρκεστεί στα μηχανήματα που έχει. Ακολουθεί μια απίστευτη κρίση ειλικρίνειας και λίγης μετάνοιας: «Θα χρειαστεί λοιπόν να σπάσω τα μάρμαρα για να αποκατασταθεί η κυκλοφορία στον δρόμο, όμως τι αξιοθρήνητη αναγκαιότητα! Θα ήταν καλύτερα να αφήναμε το μνημείο έτσι όπως ήταν και να αρκεστούμε στα αγάλματα.
Το να το καταστρέψουμε, να αποκαθηλώσουμε όλα τα μάρμαρα που το απαρτίζουν, και μετά να τα κομματιάσουμε είναι πράξη ενός βανδάλου. Όλος ο κόσμος θα μας κατηγορήσει».
Οι μέρες περνούν, ο Miller αρχίζει να κάνει εκπτώσεις: «Αν μπορούσα μόνο να μεταφέρω τα μικρότερα μάρμαρα, θα ήμουν ευχαριστημένος και θα άφηνα χωρίς πολλές τύψεις τα τέσσερα που είναι θηριώδη... Να τώρα τι έχω αποφασίσει αν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Θα απλώσω τα μάρμαρα κατά μήκος των τοίχων, έτσι ώστε να μην εμποδίζω την κυκλοφορία και θα τοποθετήσω τα τέσσερα μεγάλα σε μια πλατειούλα, εκεί κοντά. Επιστρέφοντας στο Παρίσι θα πω στον αυτοκράτορα ότι μπορούμε να πάμε να τα πάρουμε, αν θέλουμε, διαφορετικά, θα τα χαρίσω στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου που χτίζουν στη γειτονιά και θα είναι ευχαριστημένοι που θα έχουν μάρμαρα να χρησιμοποιήσουν».
Έτοιμος ψυχικά να αναχωρήσει, αναφωνεί: «Τι κακόγουστο αστείο, αυτή η έκφραση «Ωραία Ανατολή»!...
Το τελευταίο γράμμα του Miller από τη Θεσσαλονίκη έχει ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου. Έχουν μεταφερθεί άλλα τρία «μικρά» μάρμαρα, τα κιονόκρανα, προβληματίζεται ακόμη για τα τέσσερα μεγάλα. Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε με τα σχέδιά του.
O Miller δεν ήταν αρχαιολόγος, αλλά δεν είχε ούτε το απλό ενδιαφέρον να περιγράψει το μνημείο, να κρατήσει σημειώσεις για την ακριβή του θέση, να καταγράψει τα μέλη που αφαιρούσε και να τα αριθμήσει. Έτσι, στο Μουσείο του Λούβρου έφθασαν λίγα χρόνια αργότερα οι πεσσοί με τις ανάγλυφες μορφές και τα κιονόκρανα, ενώ μεταφέρθηκαν αργότερα από αποθήκες οι βάσεις των πεσσών, ένα τμήμα επιστυλίου και δύο τμήματα ζωφόρου. Δεν είναι γνωστό τι απέγιναν τα άλλα κομμάτια που αναφέρει ο Μiller στις επιστολές του.
Οι κίονες και τα μεγάλα κομμάτια του θριγκού φαίνεται ότι δεν μεταφέρθηκαν ποτέ. Η συνοικία Rogos και το σπίτι που βρίσκονταν οι Μαγεμένες καταστράφηκαν από την πυρκαγιά του 1917, το ίδιο και ο ναός του Αγίου Νικολάου στο χτίσιμο του οποίου πιθανώς χρησιμοποιήθηκαν τα ξεχασμένα μάρμαρα. Δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η τύχη τους.
H θλιβερή αυτή λεηλασία, αντίθετα με την περίπτωση των Ελγινείων, αποσιωπήθηκε και ξεχάστηκε. Μόνο από τύχη μπορούσε να πέσει κανείς μέχρι πριν από λίγα χρόνια στη μακρόστενη αίθουσα του Λούβρου όπου παρουσιάζονταν οι πεσσοί με τις ανάγλυφες μορφές της Θεσσαλονίκης, χωρίς χώρο για να οπισθοχωρήσει και να δει το σύνολο μετωπικά. Η έκθεση για την αρχαία Μακεδονία ήταν μια αφορμή για να συντηρηθούν και να καθαριστούν τα ανάγλυφα και να εκτεθούν με καταλληλότερο τρόπο.
Διαβάστε ΕΔΩ ολόκληρο το άρθρο της αρχαιολόγου και δείτε ΕΔΩ το ντοκιμαντέρ της.
Τα αντίγραφα των Μαγεμένων που φυλάσσονται μέχρι σήμερα σε ξύλινα κιβώτια σε χώρο της ΔΕΘ, αφού δεν ευοδώθηκε η αρχική πρόθεση να στηθούν στο σημείο που πιθανολογείται ότι ήταν η αρχική τους θέση πίσω από το Μπέη Χαμάμ, πρόκειται σύντομα να μεταφερθούν στην εξωτερική στοά του Αρχαιολογικού μουσείου. Τα αντίγραφα κατασκευάστηκαν από τα εκμαγεία του Λούβρου σε μια ακριβή κατασκευή (με μια προσωπική διεκδίκηση του Γιάννη Μπουτάρη που ευοδώθηκε χάρη στην πρωτοβουλία της ΔΕΘ και αρωγούς το υπουργείο Πολιτισμού, τον Δήμο Θεσσαλονίκης, τον Οργανισμό Λιμένα Θεσσαλονίκης και την ΕΥΑΘ), που επιτρέπει την έκθεσή τους σε εξωτερικό χώρο. Η τοποθέτησή τους θα γίνει στον εξωτερικό χώρο του Μουσείου, εγκάρσια στη Στοά, με πρόσωπο προς τη Λεωφόρο Στρατού, ώστε να κοιτούν τη ΔΕΘ αλλά και ακολουθώντας τον προσανατολισμό που εικάζεται ότι είχαν όταν κοσμούσαν την πόλη πριν μεταφερθούν στη Γαλλία.










