Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Ένα βιβλίο που γράφεται ενώ το διαβάζεις
Ένα βιβλίο που γράφεται ενώ το διαβάζεις
Ένα βιβλίο που γράφεται ενώ το διαβάζεις

Ένα βιβλίο που γράφεται ενώ το διαβάζεις

«Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» του Νίκου Αμανίτη θα μπορούσε να είναι ένα μυθιστόρημα βγαλμένο από τη φαντασία του συγγραφέα, όμως είναι ολόκληρο ένα ντοκουμέντο μιας ταραγμένης εποχής. Δείτε πώς μας το συστήνει ο ίδιος.

Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία. Τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο συνέβησαν από το 1927 ως το 1966 στην Αθήνα, το Παρίσι, τη νότια Γαλλία, το Λος Άντζελες, το Σαν Φρανσίσκο και τη Νέα Υόρκη. Κατά παράκληση των επιζώντων, τα περισσότερα ονόματα δεν έχουν αλλάξει. Από σεβασμό στους νεκρούς, όλα τα γεγονότα έχουν καταγραφεί ακριβώς όπως συνέβησαν.

Αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο μια αληθινή ιστορία. Είναι πολλές αληθινές ιστορίες.
Πρώτα απ’ όλα, είναι η ιστορία της ζωής αυτού του μυστήριου καλλιτέχνη που αγνοείται τελείως από την ελληνική βιβλιογραφία, που δεν άφησε εδώ πέρα ούτε το όνομά του, που ταξίδεψε με το Ματαρόα και τον μνημονεύουν μετά θάνατον οι Νew Υork Τimes.

Είναι, κατόπιν, η ιστορία ενός κοριτσιού που ήταν 19 χρονών όταν ξέσπασε ο πόλεμος
. Είναι η ιστορία εκείνων που ερωτεύονται σε δύσκολες εποχές, είναι οι ζωές όλων εκείνων που το υπέροχο καλοκαίρι του ’39 αγνοούν αυτό που τους περιμένει. Είναι οι ζωές των προγόνων μας: η Αθήνα του Μεσοπολέμου, ένα σούρουπο στην Πανεπιστημίου του ’30, ένα γλέντι στην ταβέρνα του Μοστρού στο Γαλάτσι κάποιο κυριακάτικο βράδυ του 1934, ένα πάρτι στην Κατοχή, αλλά και ένας χορός στους δρόμους του Παρισιού τη 14η Ιουλίου 1939, μια καλοκαιρινή νύχτα στη νότια Γαλλία, λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο Πόλεμος.

Είναι, τέλος,
η εξιστόρηση της συγγραφής αυτού του βιβλίου, αυτής της τρελής περιπέτειας, που γεννήθηκε από την ανάγκη μου να αποδράσω από τους περιορισμούς της καραντίνας και εξελίχθηκε σε πολυετή έρευνα. Επί σχεδόν πέντε χρόνια βυθίστηκα στα αρχεία της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού και της Αθήνας, στα εθνικά αρχεία της Γαλλίας και της πόλης του Παρισιού, στα δικά μας Γενικά Αρχεία και σε αυτά του Υπουργείου Εξωτερικών και της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, σε γράμματα που είχαν να διαβαστούν από τη δεκαετία του ’30, ντοκουμέντα του Υπουργείου Παιδείας του Μεσοπολέμου, κιτρινισμένα φύλλα εφημερίδων και αναμνήσεις ανθρώπων που δεν υπάρχουν πια. Μια προσπάθεια να ξαναζήσουν δυο νέοι άνθρωποι, πεθαμένοι εδώ και πολλά χρόνια, και μαζί τους όσοι έζησαν δίπλα τους τότε, και όλοι οι άλλοι, οι γονείς μας, οι παππούδες μας, φιγούρες που βλέπουμε σε παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και δεν αναγνωρίζουμε, αυτοί που δεν τους ρωτήσαμε όταν έπρεπε.

Όλα ξεκίνησαν τον σκληρό Απρίλη το 2020, όταν ήρθε στα χέρια μου ένα χειρόγραφο, ένα ρολό χαρτί μήκους 27 μέτρων, ένα ανεπίδοτο ερωτικό γράμμα που είχε γραφτεί στην Αθήνα τα βράδια της Κατοχής
και απευθυνόταν σε μια κοπέλα που δεν απάντησε ποτέ. Είκοσι εφτά μέτρα με καθημερινές στιγμές της ζωής στην κατοχική Αθήνα, πληροφορίες για την Αντίσταση, αναμνήσεις από δύσκολες ώρες στο αλβανικό μέτωπο, αλλά και από το Παρίσι του 1939, τότε που οι δύο ερωτευμένοι φοιτητές της Μποζάρ, αυτός ο 28άρης Έλληνας και εκείνη η 19χρονη Γαλλίδα, χόρευαν τανγκό πάνω στο παρισινό λιθόστρωτο και άφηναν τον χρόνο να περνάει, χωρίς να φαντάζονται τι τους περιμένει.

Τώρα εκείνος, κλεισμένος στο σπίτι του στην Πλάκα, της γράφει, αλλά δεν παίρνει καμία απάντηση μέχρι και την ημέρα της Απελευθέρωσης, όταν διανύει με το μολύβι του τα τελευταία μέτρα του γράμματος. Θα το κρατήσει μαζί του μέχρι τον θάνατό του, στη Νέα Υόρκη, για να το διαβάσω ανέλπιστα εγώ, τρυπώνοντας στη ζωή του, στην πίσω πλευρά ενός πίνακα που είχε ζωγραφίσει. Και εγώ, που το μόνο που γνώριζα για αυτόν, το μόνο που ήξερα, ήταν όσα της έγραφε τα βράδια της Κατοχής, άρχισα να ακολουθώ τα ψίχουλα που άθελά του είχε ρίξει πίσω του αυτός ο μυστήριος Κοντορεβιθούλης, και προσπάθησα να δώσω ζωή σε αυτούς τους δύο νέους που έχουν πεθάνει από καιρό, αλλά και σε όλους όσοι έζησαν σε αυτή την ταραγμένη εποχή.

Είναι όμως δυνατόν στα σημερινά 20s να βρεις τα ίχνη ενός κοριτσιού του Μεσοπολέμου, για το οποίο το μόνο που ξέρεις είναι το υποκοριστικό του; Αυτό είναι και το σασπένς του βιβλίου, η αστυνομικού τύπου έρευνα που παρακολουθεί βήμα βήμα ο αναγνώστης.


Θα συναντήσουμε πολλούς και διάφορους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του ήρωά μας
: τον Γιάννη Μόραλη και τη Ζοζεφίν Μπέικερ, τον Οκτάβιο Μερλιέ και τον Τζέι Έντγκαρ Χούβερ, τον Ζαχαρία Παπαντωνίου και τον Μεταξά, τον Σικελιανό, τον Παρθένη και τον Ρόθκο, αγωνιστές του ΕΑΜ και δωσίλογους υπουργούς, σκιές της Κατοχής και πολεμιστές της Αλβανίας, νέους του Μεσοπολέμου που χορεύουν ένα τανγκό σε ντάνσινγκ του Παρισιού και της Αθήνας, ταξιδιώτες του Ματαρόα, καλλιτέχνες μετανάστες στην Αμερική που ψάχνουν με λύσσα την αναγνώριση.

Όλα αυτά είναι ιστορίες αληθινές, αν και στηριγμένες σε δανεικές αναμνήσεις. Η μνήμη, βέβαια, πάντα μας απατά, πόσο μάλλον όταν οικειοποιείσαι ξένες αναμνήσεις. Ήταν και τούτο μια πρόκληση γι’ αυτό το βιβλίο, και όσα λέμε ότι συνέβησαν εδώ, όσα γραπτά μάς καταθέτουν οι πρωταγωνιστές του, μπορεί να έγιναν ακριβώς έτσι, αλλά μπορεί και όχι. Γιατί ποιος ξέρει, ποιος εγγυάται, ποιος θυμάται; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Και
η μνήμη, η δική τους, η δική μου, όλων μας, είναι ο συνδετικός ιστός αυτού του βιβλίου.

Νίκος Αμανίτης

Αυτή είναι μια αληθινή ιστορία. Τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο συνέβησαν από το 1927 ως το 1966 στην Αθήνα, το Παρίσι, τη νότια Γαλλία, το Λος Άντζελες, το Σαν Φρανσίσκο και τη Νέα Υόρκη. Κατά παράκληση των επιζώντων, τα περισσότερα ονόματα δεν έχουν αλλάξει. Από σεβασμό στους νεκρούς, όλα τα γεγονότα έχουν καταγραφεί ακριβώς όπως συνέβησαν.

Αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο μια αληθινή ιστορία. Είναι πολλές αληθινές ιστορίες.
Πρώτα απ’ όλα, είναι η ιστορία της ζωής αυτού του μυστήριου καλλιτέχνη που αγνοείται τελείως από την ελληνική βιβλιογραφία, που δεν άφησε εδώ πέρα ούτε το όνομά του, που ταξίδεψε με το Ματαρόα και τον μνημονεύουν μετά θάνατον οι Νew Υork Τimes.

Είναι, κατόπιν, η ιστορία ενός κοριτσιού που ήταν 19 χρονών όταν ξέσπασε ο πόλεμος
. Είναι η ιστορία εκείνων που ερωτεύονται σε δύσκολες εποχές, είναι οι ζωές όλων εκείνων που το υπέροχο καλοκαίρι του ’39 αγνοούν αυτό που τους περιμένει. Είναι οι ζωές των προγόνων μας: η Αθήνα του Μεσοπολέμου, ένα σούρουπο στην Πανεπιστημίου του ’30, ένα γλέντι στην ταβέρνα του Μοστρού στο Γαλάτσι κάποιο κυριακάτικο βράδυ του 1934, ένα πάρτι στην Κατοχή, αλλά και ένας χορός στους δρόμους του Παρισιού τη 14η Ιουλίου 1939, μια καλοκαιρινή νύχτα στη νότια Γαλλία, λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο Πόλεμος.

Είναι, τέλος,
η εξιστόρηση της συγγραφής αυτού του βιβλίου, αυτής της τρελής περιπέτειας, που γεννήθηκε από την ανάγκη μου να αποδράσω από τους περιορισμούς της καραντίνας και εξελίχθηκε σε πολυετή έρευνα. Επί σχεδόν πέντε χρόνια βυθίστηκα στα αρχεία της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού και της Αθήνας, στα εθνικά αρχεία της Γαλλίας και της πόλης του Παρισιού, στα δικά μας Γενικά Αρχεία και σε αυτά του Υπουργείου Εξωτερικών και της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, σε γράμματα που είχαν να διαβαστούν από τη δεκαετία του ’30, ντοκουμέντα του Υπουργείου Παιδείας του Μεσοπολέμου, κιτρινισμένα φύλλα εφημερίδων και αναμνήσεις ανθρώπων που δεν υπάρχουν πια. Μια προσπάθεια να ξαναζήσουν δυο νέοι άνθρωποι, πεθαμένοι εδώ και πολλά χρόνια, και μαζί τους όσοι έζησαν δίπλα τους τότε, και όλοι οι άλλοι, οι γονείς μας, οι παππούδες μας, φιγούρες που βλέπουμε σε παλιές οικογενειακές φωτογραφίες και δεν αναγνωρίζουμε, αυτοί που δεν τους ρωτήσαμε όταν έπρεπε.

Όλα ξεκίνησαν τον σκληρό Απρίλη το 2020, όταν ήρθε στα χέρια μου ένα χειρόγραφο, ένα ρολό χαρτί μήκους 27 μέτρων, ένα ανεπίδοτο ερωτικό γράμμα που είχε γραφτεί στην Αθήνα τα βράδια της Κατοχής
και απευθυνόταν σε μια κοπέλα που δεν απάντησε ποτέ. Είκοσι εφτά μέτρα με καθημερινές στιγμές της ζωής στην κατοχική Αθήνα, πληροφορίες για την Αντίσταση, αναμνήσεις από δύσκολες ώρες στο αλβανικό μέτωπο, αλλά και από το Παρίσι του 1939, τότε που οι δύο ερωτευμένοι φοιτητές της Μποζάρ, αυτός ο 28άρης Έλληνας και εκείνη η 19χρονη Γαλλίδα, χόρευαν τανγκό πάνω στο παρισινό λιθόστρωτο και άφηναν τον χρόνο να περνάει, χωρίς να φαντάζονται τι τους περιμένει.

Τώρα εκείνος, κλεισμένος στο σπίτι του στην Πλάκα, της γράφει, αλλά δεν παίρνει καμία απάντηση μέχρι και την ημέρα της Απελευθέρωσης, όταν διανύει με το μολύβι του τα τελευταία μέτρα του γράμματος. Θα το κρατήσει μαζί του μέχρι τον θάνατό του, στη Νέα Υόρκη, για να το διαβάσω ανέλπιστα εγώ, τρυπώνοντας στη ζωή του, στην πίσω πλευρά ενός πίνακα που είχε ζωγραφίσει. Και εγώ, που το μόνο που γνώριζα για αυτόν, το μόνο που ήξερα, ήταν όσα της έγραφε τα βράδια της Κατοχής, άρχισα να ακολουθώ τα ψίχουλα που άθελά του είχε ρίξει πίσω του αυτός ο μυστήριος Κοντορεβιθούλης, και προσπάθησα να δώσω ζωή σε αυτούς τους δύο νέους που έχουν πεθάνει από καιρό, αλλά και σε όλους όσοι έζησαν σε αυτή την ταραγμένη εποχή.

Είναι όμως δυνατόν στα σημερινά 20s να βρεις τα ίχνη ενός κοριτσιού του Μεσοπολέμου, για το οποίο το μόνο που ξέρεις είναι το υποκοριστικό του; Αυτό είναι και το σασπένς του βιβλίου, η αστυνομικού τύπου έρευνα που παρακολουθεί βήμα βήμα ο αναγνώστης.


Θα συναντήσουμε πολλούς και διάφορους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του ήρωά μας
: τον Γιάννη Μόραλη και τη Ζοζεφίν Μπέικερ, τον Οκτάβιο Μερλιέ και τον Τζέι Έντγκαρ Χούβερ, τον Ζαχαρία Παπαντωνίου και τον Μεταξά, τον Σικελιανό, τον Παρθένη και τον Ρόθκο, αγωνιστές του ΕΑΜ και δωσίλογους υπουργούς, σκιές της Κατοχής και πολεμιστές της Αλβανίας, νέους του Μεσοπολέμου που χορεύουν ένα τανγκό σε ντάνσινγκ του Παρισιού και της Αθήνας, ταξιδιώτες του Ματαρόα, καλλιτέχνες μετανάστες στην Αμερική που ψάχνουν με λύσσα την αναγνώριση.

Όλα αυτά είναι ιστορίες αληθινές, αν και στηριγμένες σε δανεικές αναμνήσεις. Η μνήμη, βέβαια, πάντα μας απατά, πόσο μάλλον όταν οικειοποιείσαι ξένες αναμνήσεις. Ήταν και τούτο μια πρόκληση γι’ αυτό το βιβλίο, και όσα λέμε ότι συνέβησαν εδώ, όσα γραπτά μάς καταθέτουν οι πρωταγωνιστές του, μπορεί να έγιναν ακριβώς έτσι, αλλά μπορεί και όχι. Γιατί ποιος ξέρει, ποιος εγγυάται, ποιος θυμάται; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Και
η μνήμη, η δική τους, η δική μου, όλων μας, είναι ο συνδετικός ιστός αυτού του βιβλίου.

Νίκος Αμανίτης