

«Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους»
Το 2022 ζήτησα από το γερμανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ειδική άδεια προκειμένου να επισκεφτώ έναν κρατούμενο. Ύστερα από μια επεισοδιακή δίκη, είχε καταδικαστεί το 2007 σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της θείας του – πολτοποίησε το κρανίο της με ένα σφυρί. Παρά τα δεκαπέντε χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, η υπόθεσή του δεν είχε σταματήσει να παρουσιάζεται στα ΜΜΕ όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης, ενώ ο ίδιος συνέχιζε να υποστηρίζει πως είναι αθώος.
Χρειάστηκαν τρεις μήνες μέχρι να μου επιτραπεί τελικά να περάσω την πύλη της μεγαλύτερης φυλακής υψίστης ασφαλείας της Βαυαρίας, στο Στράουμπινγκ. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας με τον κρατούμενο, άρχισε να μου αποκαλύπτεται μια διαφορετική υπόθεση, που καμία σχέση δεν φαινόταν να έχει με τη δική του. Πώς άραγε θα μπορούσε να συνδέεται η εξαφάνιση ενός κοριτσιού το 1981 στο δάσος της βαυαρικής λίμνης Άμερ με τη δολοφονία μιας γυναίκας στο πολυτελές ρετιρέ της στο κέντρο του Μονάχου το 2006; Έμοιαζε παράλογο και ταυτόχρονα αληθινό.
Η προγραμματισμένη συνέντευξη στο Στράουμπινγκ ολοκληρώθηκε ύστερα από μερικές ώρες, ίσως όμως οι ρόλοι μεταξύ μας να είχαν ήδη αλλάξει. Χρειάστηκα κάποιο χρόνο μέχρι να το συνειδητοποιήσω. Χωρίς κανένας να το επιδιώξει, ο κατάδικος είχε μετατραπεί σε αφηγητή και ο συγγραφέας σε ερευνητή. Ή μήπως σε μάρτυρα; Ήξερα πλέον μετά βεβαιότητας μόνο ένα πράγμα: πως θα ήθελα να γράψω αυτή την ιστορία.
Δεν ήταν εύκολο βήμα. Οι δισταγμοί μου είχαν πολλαπλές ρίζες: έγγραφα, μαρτυρίες και μεταφράσεις σε τρεις διαφορετικές γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, ελληνικά), δύο καταδικασμένοι σε ισόβια που παρέμεναν κλεισμένοι σε φυλακές υψίστης ασφαλείας στη Γερμανία, δύο εγκλήματα που χρονικά απλώνονταν μέσα σε πέντε δεκαετίες πια, δύο δικογραφίες με περισσότερες από 35.000 σελίδες συνολικά.
Υπήρχε όμως κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο και ταυτόχρονα σαγηνευτικό. Για πρώτη φορά θα έπρεπε να αφήσω πίσω μου τη μυθοπλασία και να μπω στα χωράφια μιας πραγματικότητας που παρέμενε θολή και δυσερμήνευτη ακόμα και για τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Κάπως έτσι βρέθηκα να ασχολούμαι με δύο υποθέσεις true crime, ενώ ανάμεσά τους υπήρχα πλέον κι εγώ ο ίδιος. Σίγουρα δεν ανήκα στους πρωταγωνιστές, ήμουν όμως μέρος της ιστορίας που έγραφα.
Ο βαθμός δυσκολίας, όπως γίνεται συνήθως, αυξανόταν. Το ίδιο βέβαια και η περιέργειά μου να μάθω, η ανάγκη να καταλάβω. Πολλές φορές είχα την αίσθηση πως χανόμουν στο ίδιο δάσος που είχε χαθεί και εκείνο το δεκάχρονο κοριτσάκι το 1981. Δεν ήθελα όμως να τα παρατήσω. Μήπως επειδή είχα μια κόρη στην ηλικία του;
Παρά τα ταξίδια στη Γερμανία, η επικοινωνία με ορισμένους ανθρώπους στάθηκε αδύνατη – για πολλούς και διάφορους λόγους, που φυσικά έπρεπε να σεβαστώ. Σιγά σιγά όμως το αρχικό σκοτάδι είχε αρχίσει να διαλύεται. Στο τέλος είδα πως η λύση του γρίφου πίσω από τα δύο εγκλήματα οδηγούσε σ’ ένα ερώτημα, ίσως το πιο κομβικό απ’ όλα: Ποιο είναι το νόημα της λέξης «αμφιβολία» στον σημερινό κόσμο; Πολλές φορές έχω την εντύπωση πως η απάντηση μπορεί να είναι τρομακτική.
Μίνως Ευσταθιάδης
Το 2022 ζήτησα από το γερμανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ειδική άδεια προκειμένου να επισκεφτώ έναν κρατούμενο. Ύστερα από μια επεισοδιακή δίκη, είχε καταδικαστεί το 2007 σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία της θείας του – πολτοποίησε το κρανίο της με ένα σφυρί. Παρά τα δεκαπέντε χρόνια που είχαν μεσολαβήσει, η υπόθεσή του δεν είχε σταματήσει να παρουσιάζεται στα ΜΜΕ όχι μόνο της Γερμανίας αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης, ενώ ο ίδιος συνέχιζε να υποστηρίζει πως είναι αθώος.
Χρειάστηκαν τρεις μήνες μέχρι να μου επιτραπεί τελικά να περάσω την πύλη της μεγαλύτερης φυλακής υψίστης ασφαλείας της Βαυαρίας, στο Στράουμπινγκ. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας με τον κρατούμενο, άρχισε να μου αποκαλύπτεται μια διαφορετική υπόθεση, που καμία σχέση δεν φαινόταν να έχει με τη δική του. Πώς άραγε θα μπορούσε να συνδέεται η εξαφάνιση ενός κοριτσιού το 1981 στο δάσος της βαυαρικής λίμνης Άμερ με τη δολοφονία μιας γυναίκας στο πολυτελές ρετιρέ της στο κέντρο του Μονάχου το 2006; Έμοιαζε παράλογο και ταυτόχρονα αληθινό.
Η προγραμματισμένη συνέντευξη στο Στράουμπινγκ ολοκληρώθηκε ύστερα από μερικές ώρες, ίσως όμως οι ρόλοι μεταξύ μας να είχαν ήδη αλλάξει. Χρειάστηκα κάποιο χρόνο μέχρι να το συνειδητοποιήσω. Χωρίς κανένας να το επιδιώξει, ο κατάδικος είχε μετατραπεί σε αφηγητή και ο συγγραφέας σε ερευνητή. Ή μήπως σε μάρτυρα; Ήξερα πλέον μετά βεβαιότητας μόνο ένα πράγμα: πως θα ήθελα να γράψω αυτή την ιστορία.
Δεν ήταν εύκολο βήμα. Οι δισταγμοί μου είχαν πολλαπλές ρίζες: έγγραφα, μαρτυρίες και μεταφράσεις σε τρεις διαφορετικές γλώσσες (γερμανικά, αγγλικά, ελληνικά), δύο καταδικασμένοι σε ισόβια που παρέμεναν κλεισμένοι σε φυλακές υψίστης ασφαλείας στη Γερμανία, δύο εγκλήματα που χρονικά απλώνονταν μέσα σε πέντε δεκαετίες πια, δύο δικογραφίες με περισσότερες από 35.000 σελίδες συνολικά.
Υπήρχε όμως κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο και ταυτόχρονα σαγηνευτικό. Για πρώτη φορά θα έπρεπε να αφήσω πίσω μου τη μυθοπλασία και να μπω στα χωράφια μιας πραγματικότητας που παρέμενε θολή και δυσερμήνευτη ακόμα και για τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της. Κάπως έτσι βρέθηκα να ασχολούμαι με δύο υποθέσεις true crime, ενώ ανάμεσά τους υπήρχα πλέον κι εγώ ο ίδιος. Σίγουρα δεν ανήκα στους πρωταγωνιστές, ήμουν όμως μέρος της ιστορίας που έγραφα.
Ο βαθμός δυσκολίας, όπως γίνεται συνήθως, αυξανόταν. Το ίδιο βέβαια και η περιέργειά μου να μάθω, η ανάγκη να καταλάβω. Πολλές φορές είχα την αίσθηση πως χανόμουν στο ίδιο δάσος που είχε χαθεί και εκείνο το δεκάχρονο κοριτσάκι το 1981. Δεν ήθελα όμως να τα παρατήσω. Μήπως επειδή είχα μια κόρη στην ηλικία του;
Παρά τα ταξίδια στη Γερμανία, η επικοινωνία με ορισμένους ανθρώπους στάθηκε αδύνατη – για πολλούς και διάφορους λόγους, που φυσικά έπρεπε να σεβαστώ. Σιγά σιγά όμως το αρχικό σκοτάδι είχε αρχίσει να διαλύεται. Στο τέλος είδα πως η λύση του γρίφου πίσω από τα δύο εγκλήματα οδηγούσε σ’ ένα ερώτημα, ίσως το πιο κομβικό απ’ όλα: Ποιο είναι το νόημα της λέξης «αμφιβολία» στον σημερινό κόσμο; Πολλές φορές έχω την εντύπωση πως η απάντηση μπορεί να είναι τρομακτική.
Μίνως Ευσταθιάδης










