Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν μεταφορικά για αγορές άνω των 20€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
Δωρεάν αντικαταβολή για αγορές άνω των 30€
«Όσα ξέρω για εκείνους» του Éric Chacour
«Όσα ξέρω για εκείνους» του Éric Chacour
«Όσα ξέρω για εκείνους» του Éric Chacour

«Όσα ξέρω για εκείνους» του Éric Chacour

Ο Καναδο-Αιγύπτιος συγγραφέας γράφει κάποιες σκέψεις με αφορμή το πολυβραβευμένο του μυθιστόρημα «Όσα ξέρω για σένα» – μια ελεγεία για την αγάπη, την τάξη, την ταυτότητα και το ιστορικό τραύμα.

Οι γονείς μου πάντοτε μου έλεγαν πως ήταν Αιγύπτιοι. Η συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος με έκανε να δω πως όσο αληθινή κι αν ήταν αυτή η δήλωση έκρυβε μέσα της κάτι απατηλό και φανέρωνε πραγματική προσκόλληση στη χώρα τους. 

Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Κάιρο, η μητέρα μου στην Αλεξάνδρεια. Γνωρίστηκαν στο Μόντρεαλ
και λίγα χρόνια αργότερα γεννήθηκα εγώ. Επομένως οι γονείς μου ήταν Αιγύπτιοι που είχαν μεταναστεύσει στο Κεμπέκ. Να τι απαντούσα όταν με ρωτούσαν. Παρά την ελλειπτικότητά της, αυτή η δήλωση ήταν τουλάχιστον απολύτως κατανοητή˙ για καιρό αρκούμουν σε αυτό.

Με φώναζαν Καρίμ, όπως ήθελε εξαρχής η μητέρα μου.
Δεν μου έμαθαν αραβικά, δεν κατάλαβαν ποτέ ότι τους κατηγορούσα για αυτό. Έκαναν όμως τα πάντα για να με κάνουν να αγαπήσω την πατρίδα τους/τη γενέτειρά τους. Ήμουν μόλις λίγων μηνών όταν η μητέρα μου με πήγε για πρώτη φορά εκεί. Σίγουρα ένιωθε πως έπρεπε να μου εμφυσήσει ένα κομμάτι αυτής της χώρας, όπως τα βρέφη που τα βαφτίζουμε βιαστικά για να εξασφαλίσουμε  ότι θα ανέλθουν στους ουρανούς σε περίπτωση που συμβεί κάποιο δράμα.
Από τότε ξαναπήγα καμιά δεκαπενταριά φορές∙ με αφορμή κάποιον γάμο, κάποιο επαγγελματικό ταξίδι ή, τις περισσότερες φορές, απλώς για να δω ξανά την οικογένεια που είχε μείνει εκεί. Κάθε φορά έβρισκα εκεί αυτό το παράξενο μείγμα ξενότητας και οικείων αναφορών. Πιάτα που άθελά μου παραποιώ την προφορά τους, δρόμοι που έμαθα το όνομά τους και παραμένουν ανώνυμοι, τραγούδια που σιγοτραγουδώ μουρμουρίζοντας χωρίς να καταλαβαίνω τι λένε.
Οι γονείς μου σε κάθε βόλτα αποτύπωναν τις αναμνήσεις από το παρελθόν τους. Όσο τους άκουγα, μου επιβάλλονταν δύο διαπιστώσεις. Η πρώτη, προφανής: η πόλη του καθενός δεν ήταν παρά η μακρινή αντανάκλαση της πόλης που ζούσε στις ιστορίες τους. Κάθε φορά που ένα δάχτυλο μου έδειχνε το μέρος μιας ανάμνησης, το βλέμμα μου αναζητούσε ένα απομεινάρι αυτού που έπρεπε να δει. Έπρεπε να φανταστώ, εδώ, στη θέση μιας πολυκατοικίας κατάφορτης με δορυφορικές κεραίες, μια καλαίσθητη αστική βίλα∙ εκεί, στη θέση αυτών των δύο πολυώροφων πάρκινγκ, έναν κήπο που φιλοξενούσε τους περιπάτους των ερωτευμένων. Η δεύτερη διαπίστωση ήταν πιο συγκεχυμένη και μου πήρε αρκετό καιρό να την αποκρυσταλλώσω: αν οι γονείς μου έμοιαζαν αρκετά με τους παιδικούς τους φίλους, που είχαν μεταναστεύσει στο Μόντρεαλ την ίδια περίοδο με εκείνους, οι ομοιότητες με τους συμπατριώτες τους που είχαν παραμείνει στη χώρα ήταν πολύ λιγότερο εμφανείς. Χριστιανοί αλλά όχι Κόπτες, και με μητρική γλώσσα τα γαλλικά, αποτελούσαν σχεδόν μια στατιστική εξαίρεση στη χώρα που επισκεπτόμουν.


Ποιος ήταν αυτός ο αφανισμένος κόσμος, γεμάτος εξόριστα φαντάσματα;

Ένας οικογενειακός φίλος μου είπε μια μέρα:
«Είμαι Λεβαντίνος, έρχομαι από κει που ξημερώνει ο ήλιος. Μου αρέσει αυτή η λέξη, κι ας μην τη χρησιμοποιεί πια κανείς». Το κλειδί για τη λύση του αινίγματός μου βρισκόταν εκεί. Στην οικογένειά μου συνηθίζαμε να αποκαλούμε τους εαυτούς μας Συρο-Λιβανέζους ή Χαουάμ. Ορισμένες φορές, με μια συντομογραφία που όλοι καταλάβαιναν, αναφερόμασταν απλώς στην «κοινότητα». Όλοι αυτοί οι όροι συνυπήρχαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Έδιναν όνομα στην πραγματικότητα αυτών των αντρών και των γυναικών που είχαν ζήσει στην Αίγυπτο, την είχαν αγαπήσει και στη συνέχεια την είχαν εγκαταλείψει με βαριά καρδιά στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Ήταν ως επί το πλείστον χριστιανοί, μελκίτες ή μαρωνίτες, γαλλόφωνοι, με καταγωγή από τη Συρία, τον Λίβανο, και μερικές φορές την Παλαιστίνη ή την Ιορδανία.

Άρχισε να με ενδιαφέρει η ιστορία αυτών των ανατολίτικων ψυχών με το δυτικό πνεύμα
. Για τον τρόπο με τον οποίο συνέβαλαν στην ευημερία της χώρας που τους φιλοξενούσε, μέσω του εμπορίου ή των επιχειρήσεων. Για αυτή τη φιλελεύθερη και επιστημονική σκέψη που διέδωσαν ευρέως μέσα από τα γραπτά τους και τις εφημερίδες που ίδρυσαν. Για την αλλογενή φούσκα που σχημάτιζαν, ακριβώς όπως οι Εβραίοι, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι ή οι Ιταλοί με τους οποίους συνυπήρχαν μέσα σ’ αυτή την απλόχερη φιλοξενία που πρόσφεραν το Κάιρο ή η Αλεξάνδρεια. Για την περηφάνια τους επειδή είχαν, γενιά τη γενιά, διαδραματίσει ρόλο συνδετικού κρίκου ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Και για αυτή τη ρήξη που θα ερχόταν αργότερα, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, τότε που θα οικοδομούνταν μια άλλη Αίγυπτος, πάνω σε νέες ταυτότητες και αντιλήψεις, που άφηναν ελάχιστο χώρο για τις μειονότητες. Παραδόξως, δεν άκουσα ποτέ μου έναν Χάμι να λέει κάτι κακό για τον Νάσερ. Ήταν σαν να εξακολουθούν να μοιράζονται, μαζί με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο έναν σεβασμό ‒αν όχι θαυμασμό‒ για το πρόσωπό του. Ακόμα και με τίμημα τη στέρηση της ελευθερίας τους και τις εθνικοποιήσεις που είχαν σταθεί η αιτία της αναχώρησής τους. Σαν να είχαν αποδεχτεί πως η ζωή τους εκεί πέρα ήταν ένα όνειρο και πως ένα όνειρο δεν είναι παρά ο προάγγελος του ξυπνήματος.

Με το που άρχισα να γράφω αυτό το μυθιστόρημα, ήταν προφανές για μένα πως ο ένας από τους χαρακτήρες μου θα ήταν μουσουλμάνος και ο άλλος χριστιανός
. Έπρεπε να τους χωρίζουν όλα: η κοινωνική τους κατάσταση, το οικογενειακό περιβάλλον, η θρησκεία. Η συγγραφική μου πρόθεση δεν ήταν να τους αντιπαραθέσω, αλλά περισσότερο να δημιουργήσω εξαρχής μια απόσταση μεταξύ τους, να καταστήσω απίθανη την εγγύτητά τους. Σε μια πρώτη εκδοχή της ιστορίας, ο Ταρέκ ήταν κόπτης, όπως στη συντριπτική τους πλειονότητα οι εκατομμύρια χριστιανοί της Αιγύπτου. Γρήγορα όμως, η ιδέα πως θα μπορούσε να είναι Λεβαντίνος μού επιβλήθηκε. Σκέφτηκα πως αυτή η μειονότητα θα μπορούσε να είναι το κατάλληλο πλαίσιο για να αφηγηθώ την ιστορία του εγκλωβισμού του, και πως ίσως η παρακμή αυτής της κοινότητας που γνώριζε από συνεχείς αναχωρήσεις των μελών της να ενέτεινε το δράμα που βίωνε εσωτερικά. Ή ίσως απλώς να μην ήξερα πώς να μιλήσω με ακρίβεια για μια Αίγυπτο πέρα από αυτήν.


Δεν ήθελα να σκιαγραφήσω ένα κοινωνιολογικό πορτρέτο αυτής της κοινότητας ούτε ήθελα να αναπτύξω θεωρίες για τον απίστευτο συγκρητισμό της. Ήθελα απλώς να την αποδώσω όπως έμαθα να τη γνωρίζω: με μικρές μικρές πιτσιλιές. Με τις κασέτες της Εντίθ Πιαφ που ήταν δίπλα σε αυτές της Ουμ Καλσούμ ή της Φεϊρούζ. Από τις παραδόσεις της που άλλοτε έρχονταν από τις φοινικικές ακτές και άλλοτε δανείζονταν στοιχεία από τη χώρα που τους είχε υιοθετήσει. Από τις γιορτές του Σαμ ελ-Νεσίμ με τις φαραωνικές τους καταβολές, τότε που ξυπνούσαν με τη μυρωδιά των φρέσκων κρεμμυδιών για να γιορτάσουν την άνοιξη. Από τα λιβανέζικα σου-μπαράκ που ετοίμαζαν στις γιορτές, κρύβοντας ένα νόμισμα μέσα σε ένα από τα ραβιόλια για να έχει όποιος το έβρισκε μια χρονιά γεμάτη τύχη. Μπορούσαν να χειροκροτούν τον Ζακ Μπρελ στις όχθες του Νείλου, να έχουν δασκάλα τους την αδερφή Εμμανουέλα, να ανεβάζουν ένα έργο του Ζορζ Φεϊντό για τη λήξη της σχολικής χρονιάς.


Στο Μόντρεαλ
, μία από τις κύριες χώρες υποδοχής τους, εξακολουθούν να συναναστρέφονται ο ένας τον άλλον. Τους ένωσαν τα παιδικά τους χρόνια, τώρα τους κρατά ενωμένους η εξορία. Μερικές φορές αφηγούνται ο ένας στον άλλο τις κοινές τους αναμνήσεις, χωρίς θλίψη ή νοσταλγία. Τις παραμονές των γιορτών που κατασκήνωσαν στην έρημο, το κατάστημα της οδού Κασρ αλ-Νιλ όπου γυναίκες πήγαιναν φωτογραφίες από ευρωπαϊκά περιοδικά για να τους ράψουν ένα παρόμοιο φόρεμα, τα εσώρουχα των μοναχών του σχολείου τους που από παιδική σκανταλιά αντάλλασσαν μεταξύ τους στο σκοινί που ήταν απλωμένη η μπουγάδα. Ανταλλάσσουν διευθύνσεις και χρήσιμες πληροφορίες, μουτρώνουν λίγο όταν το Adonis έχει ξεμείνει από παστουρμά, μοιράζονται βίντεο στο youtube, όπου μοντάζ από παλιές φωτογραφίες δίνουν ξανά ζωή στην Κορνίς της Αλεξάνδρειας την οποία είχαν περπατήσει  αμέτρητες φορές. Τότε νιώθουν πως έχουν βρει κάτι από κείνο που ήταν κάποτε το mazag τους, δηλαδή εκείνη η αίσθηση  ευχαρίστησης και ευζωίας που καθένας από μας καλείται να ορίσει με τον δικό του τρόπο.

Δεν επιδιώκω να μάθω αν η αντίληψή τους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αν εξιδανικεύουν τη χώρα τους, όπως εξιδανικεύει κανείς τα παιδικά του χρόνια.
Η Αίγυπτος που γνώρισαν διαμόρφωσε τη νιότη τους. Ούτε η μία ούτε η άλλη θα ξανάρθουν ποτέ. Μια μέρα, ίσως αμφισβητήσουμε και το ότι η Αίγυπτος υπήρξε πραγματικά. Δεν θα ήταν παρά μια έκλαμψη μέσα στη μακραίωνη ιστορία αυτής της χώρας, μια φευγαλέα εικόνα αυτού που θα μπορούσε να είχε γίνει. Και θα αμφιβάλλουμε για αυτή επειδή εκείνοι δεν θα βρίσκονται πλέον εδώ για να την αφηγηθούν.
Δεν τους ρώτησα ποτέ αν ένιωθαν ξένοι στη χώρα τους
. Ο αιώνας μας έχει την κομψότητα να αναγνωρίζει στον καθένα μας το δικαίωμα να είναι αυτό που αισθάνεται βαθύτερα και ειλικρινέστερα μέσα του. Αυτό θα καθιστούσε την ερώτησή μου άνευ νοήματος.
Ήταν Αιγύπτιοι, αυτό είναι όλο.


Éric Chacour

Μετάφραση: Στέλα Ζουμπουλάκη

Οι γονείς μου πάντοτε μου έλεγαν πως ήταν Αιγύπτιοι. Η συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος με έκανε να δω πως όσο αληθινή κι αν ήταν αυτή η δήλωση έκρυβε μέσα της κάτι απατηλό και φανέρωνε πραγματική προσκόλληση στη χώρα τους. 

Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Κάιρο, η μητέρα μου στην Αλεξάνδρεια. Γνωρίστηκαν στο Μόντρεαλ
και λίγα χρόνια αργότερα γεννήθηκα εγώ. Επομένως οι γονείς μου ήταν Αιγύπτιοι που είχαν μεταναστεύσει στο Κεμπέκ. Να τι απαντούσα όταν με ρωτούσαν. Παρά την ελλειπτικότητά της, αυτή η δήλωση ήταν τουλάχιστον απολύτως κατανοητή˙ για καιρό αρκούμουν σε αυτό.

Με φώναζαν Καρίμ, όπως ήθελε εξαρχής η μητέρα μου.
Δεν μου έμαθαν αραβικά, δεν κατάλαβαν ποτέ ότι τους κατηγορούσα για αυτό. Έκαναν όμως τα πάντα για να με κάνουν να αγαπήσω την πατρίδα τους/τη γενέτειρά τους. Ήμουν μόλις λίγων μηνών όταν η μητέρα μου με πήγε για πρώτη φορά εκεί. Σίγουρα ένιωθε πως έπρεπε να μου εμφυσήσει ένα κομμάτι αυτής της χώρας, όπως τα βρέφη που τα βαφτίζουμε βιαστικά για να εξασφαλίσουμε  ότι θα ανέλθουν στους ουρανούς σε περίπτωση που συμβεί κάποιο δράμα.
Από τότε ξαναπήγα καμιά δεκαπενταριά φορές∙ με αφορμή κάποιον γάμο, κάποιο επαγγελματικό ταξίδι ή, τις περισσότερες φορές, απλώς για να δω ξανά την οικογένεια που είχε μείνει εκεί. Κάθε φορά έβρισκα εκεί αυτό το παράξενο μείγμα ξενότητας και οικείων αναφορών. Πιάτα που άθελά μου παραποιώ την προφορά τους, δρόμοι που έμαθα το όνομά τους και παραμένουν ανώνυμοι, τραγούδια που σιγοτραγουδώ μουρμουρίζοντας χωρίς να καταλαβαίνω τι λένε.
Οι γονείς μου σε κάθε βόλτα αποτύπωναν τις αναμνήσεις από το παρελθόν τους. Όσο τους άκουγα, μου επιβάλλονταν δύο διαπιστώσεις. Η πρώτη, προφανής: η πόλη του καθενός δεν ήταν παρά η μακρινή αντανάκλαση της πόλης που ζούσε στις ιστορίες τους. Κάθε φορά που ένα δάχτυλο μου έδειχνε το μέρος μιας ανάμνησης, το βλέμμα μου αναζητούσε ένα απομεινάρι αυτού που έπρεπε να δει. Έπρεπε να φανταστώ, εδώ, στη θέση μιας πολυκατοικίας κατάφορτης με δορυφορικές κεραίες, μια καλαίσθητη αστική βίλα∙ εκεί, στη θέση αυτών των δύο πολυώροφων πάρκινγκ, έναν κήπο που φιλοξενούσε τους περιπάτους των ερωτευμένων. Η δεύτερη διαπίστωση ήταν πιο συγκεχυμένη και μου πήρε αρκετό καιρό να την αποκρυσταλλώσω: αν οι γονείς μου έμοιαζαν αρκετά με τους παιδικούς τους φίλους, που είχαν μεταναστεύσει στο Μόντρεαλ την ίδια περίοδο με εκείνους, οι ομοιότητες με τους συμπατριώτες τους που είχαν παραμείνει στη χώρα ήταν πολύ λιγότερο εμφανείς. Χριστιανοί αλλά όχι Κόπτες, και με μητρική γλώσσα τα γαλλικά, αποτελούσαν σχεδόν μια στατιστική εξαίρεση στη χώρα που επισκεπτόμουν.


Ποιος ήταν αυτός ο αφανισμένος κόσμος, γεμάτος εξόριστα φαντάσματα;

Ένας οικογενειακός φίλος μου είπε μια μέρα:
«Είμαι Λεβαντίνος, έρχομαι από κει που ξημερώνει ο ήλιος. Μου αρέσει αυτή η λέξη, κι ας μην τη χρησιμοποιεί πια κανείς». Το κλειδί για τη λύση του αινίγματός μου βρισκόταν εκεί. Στην οικογένειά μου συνηθίζαμε να αποκαλούμε τους εαυτούς μας Συρο-Λιβανέζους ή Χαουάμ. Ορισμένες φορές, με μια συντομογραφία που όλοι καταλάβαιναν, αναφερόμασταν απλώς στην «κοινότητα». Όλοι αυτοί οι όροι συνυπήρχαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Έδιναν όνομα στην πραγματικότητα αυτών των αντρών και των γυναικών που είχαν ζήσει στην Αίγυπτο, την είχαν αγαπήσει και στη συνέχεια την είχαν εγκαταλείψει με βαριά καρδιά στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Ήταν ως επί το πλείστον χριστιανοί, μελκίτες ή μαρωνίτες, γαλλόφωνοι, με καταγωγή από τη Συρία, τον Λίβανο, και μερικές φορές την Παλαιστίνη ή την Ιορδανία.

Άρχισε να με ενδιαφέρει η ιστορία αυτών των ανατολίτικων ψυχών με το δυτικό πνεύμα
. Για τον τρόπο με τον οποίο συνέβαλαν στην ευημερία της χώρας που τους φιλοξενούσε, μέσω του εμπορίου ή των επιχειρήσεων. Για αυτή τη φιλελεύθερη και επιστημονική σκέψη που διέδωσαν ευρέως μέσα από τα γραπτά τους και τις εφημερίδες που ίδρυσαν. Για την αλλογενή φούσκα που σχημάτιζαν, ακριβώς όπως οι Εβραίοι, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι ή οι Ιταλοί με τους οποίους συνυπήρχαν μέσα σ’ αυτή την απλόχερη φιλοξενία που πρόσφεραν το Κάιρο ή η Αλεξάνδρεια. Για την περηφάνια τους επειδή είχαν, γενιά τη γενιά, διαδραματίσει ρόλο συνδετικού κρίκου ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Και για αυτή τη ρήξη που θα ερχόταν αργότερα, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, τότε που θα οικοδομούνταν μια άλλη Αίγυπτος, πάνω σε νέες ταυτότητες και αντιλήψεις, που άφηναν ελάχιστο χώρο για τις μειονότητες. Παραδόξως, δεν άκουσα ποτέ μου έναν Χάμι να λέει κάτι κακό για τον Νάσερ. Ήταν σαν να εξακολουθούν να μοιράζονται, μαζί με τον υπόλοιπο αραβικό κόσμο έναν σεβασμό ‒αν όχι θαυμασμό‒ για το πρόσωπό του. Ακόμα και με τίμημα τη στέρηση της ελευθερίας τους και τις εθνικοποιήσεις που είχαν σταθεί η αιτία της αναχώρησής τους. Σαν να είχαν αποδεχτεί πως η ζωή τους εκεί πέρα ήταν ένα όνειρο και πως ένα όνειρο δεν είναι παρά ο προάγγελος του ξυπνήματος.

Με το που άρχισα να γράφω αυτό το μυθιστόρημα, ήταν προφανές για μένα πως ο ένας από τους χαρακτήρες μου θα ήταν μουσουλμάνος και ο άλλος χριστιανός
. Έπρεπε να τους χωρίζουν όλα: η κοινωνική τους κατάσταση, το οικογενειακό περιβάλλον, η θρησκεία. Η συγγραφική μου πρόθεση δεν ήταν να τους αντιπαραθέσω, αλλά περισσότερο να δημιουργήσω εξαρχής μια απόσταση μεταξύ τους, να καταστήσω απίθανη την εγγύτητά τους. Σε μια πρώτη εκδοχή της ιστορίας, ο Ταρέκ ήταν κόπτης, όπως στη συντριπτική τους πλειονότητα οι εκατομμύρια χριστιανοί της Αιγύπτου. Γρήγορα όμως, η ιδέα πως θα μπορούσε να είναι Λεβαντίνος μού επιβλήθηκε. Σκέφτηκα πως αυτή η μειονότητα θα μπορούσε να είναι το κατάλληλο πλαίσιο για να αφηγηθώ την ιστορία του εγκλωβισμού του, και πως ίσως η παρακμή αυτής της κοινότητας που γνώριζε από συνεχείς αναχωρήσεις των μελών της να ενέτεινε το δράμα που βίωνε εσωτερικά. Ή ίσως απλώς να μην ήξερα πώς να μιλήσω με ακρίβεια για μια Αίγυπτο πέρα από αυτήν.


Δεν ήθελα να σκιαγραφήσω ένα κοινωνιολογικό πορτρέτο αυτής της κοινότητας ούτε ήθελα να αναπτύξω θεωρίες για τον απίστευτο συγκρητισμό της. Ήθελα απλώς να την αποδώσω όπως έμαθα να τη γνωρίζω: με μικρές μικρές πιτσιλιές. Με τις κασέτες της Εντίθ Πιαφ που ήταν δίπλα σε αυτές της Ουμ Καλσούμ ή της Φεϊρούζ. Από τις παραδόσεις της που άλλοτε έρχονταν από τις φοινικικές ακτές και άλλοτε δανείζονταν στοιχεία από τη χώρα που τους είχε υιοθετήσει. Από τις γιορτές του Σαμ ελ-Νεσίμ με τις φαραωνικές τους καταβολές, τότε που ξυπνούσαν με τη μυρωδιά των φρέσκων κρεμμυδιών για να γιορτάσουν την άνοιξη. Από τα λιβανέζικα σου-μπαράκ που ετοίμαζαν στις γιορτές, κρύβοντας ένα νόμισμα μέσα σε ένα από τα ραβιόλια για να έχει όποιος το έβρισκε μια χρονιά γεμάτη τύχη. Μπορούσαν να χειροκροτούν τον Ζακ Μπρελ στις όχθες του Νείλου, να έχουν δασκάλα τους την αδερφή Εμμανουέλα, να ανεβάζουν ένα έργο του Ζορζ Φεϊντό για τη λήξη της σχολικής χρονιάς.


Στο Μόντρεαλ
, μία από τις κύριες χώρες υποδοχής τους, εξακολουθούν να συναναστρέφονται ο ένας τον άλλον. Τους ένωσαν τα παιδικά τους χρόνια, τώρα τους κρατά ενωμένους η εξορία. Μερικές φορές αφηγούνται ο ένας στον άλλο τις κοινές τους αναμνήσεις, χωρίς θλίψη ή νοσταλγία. Τις παραμονές των γιορτών που κατασκήνωσαν στην έρημο, το κατάστημα της οδού Κασρ αλ-Νιλ όπου γυναίκες πήγαιναν φωτογραφίες από ευρωπαϊκά περιοδικά για να τους ράψουν ένα παρόμοιο φόρεμα, τα εσώρουχα των μοναχών του σχολείου τους που από παιδική σκανταλιά αντάλλασσαν μεταξύ τους στο σκοινί που ήταν απλωμένη η μπουγάδα. Ανταλλάσσουν διευθύνσεις και χρήσιμες πληροφορίες, μουτρώνουν λίγο όταν το Adonis έχει ξεμείνει από παστουρμά, μοιράζονται βίντεο στο youtube, όπου μοντάζ από παλιές φωτογραφίες δίνουν ξανά ζωή στην Κορνίς της Αλεξάνδρειας την οποία είχαν περπατήσει  αμέτρητες φορές. Τότε νιώθουν πως έχουν βρει κάτι από κείνο που ήταν κάποτε το mazag τους, δηλαδή εκείνη η αίσθηση  ευχαρίστησης και ευζωίας που καθένας από μας καλείται να ορίσει με τον δικό του τρόπο.

Δεν επιδιώκω να μάθω αν η αντίληψή τους ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή αν εξιδανικεύουν τη χώρα τους, όπως εξιδανικεύει κανείς τα παιδικά του χρόνια.
Η Αίγυπτος που γνώρισαν διαμόρφωσε τη νιότη τους. Ούτε η μία ούτε η άλλη θα ξανάρθουν ποτέ. Μια μέρα, ίσως αμφισβητήσουμε και το ότι η Αίγυπτος υπήρξε πραγματικά. Δεν θα ήταν παρά μια έκλαμψη μέσα στη μακραίωνη ιστορία αυτής της χώρας, μια φευγαλέα εικόνα αυτού που θα μπορούσε να είχε γίνει. Και θα αμφιβάλλουμε για αυτή επειδή εκείνοι δεν θα βρίσκονται πλέον εδώ για να την αφηγηθούν.
Δεν τους ρώτησα ποτέ αν ένιωθαν ξένοι στη χώρα τους
. Ο αιώνας μας έχει την κομψότητα να αναγνωρίζει στον καθένα μας το δικαίωμα να είναι αυτό που αισθάνεται βαθύτερα και ειλικρινέστερα μέσα του. Αυτό θα καθιστούσε την ερώτησή μου άνευ νοήματος.
Ήταν Αιγύπτιοι, αυτό είναι όλο.


Éric Chacour

Μετάφραση: Στέλα Ζουμπουλάκη

Συγγραφέας
Eric Chacour - Συγγραφέας
Eric Chacour

Ο Eric Chacour (Ερίκ Σακούρ), γεννημένος στο Μόντρεαλ από Αιγύπτιους γονείς, μοιράζεται τη ζωή του μεταξύ Γαλλίας και Κεμπέκ. Πτυχιούχος εφαρμοσμένων οικονομικών και διεθνών σχέσεων, εργάζεται στον χρηματο-οικονομικό τομέα. Το Όσα ξέρω για σένα είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Τιμήθηκε με πλήθος βραβείων και κέρδισε πολλές διακρίσεις σε Καναδά και Γαλλία, μεταξύ των οποίων το Prix Femina des lyceens, Prix des Libraires 2024 και το Prix France Quebec κ.ά.