0
Από ορισμένες λέξεις έχει αφαιρεθεί όλο τους το νόημα. Έχουν χρησιμοποιηθεί πολύ, κακοποιηθεί, παραμορφωθεί, εργαλειοποιηθεί και αποκοπεί από τα συμφραζόμενά τους. Και όταν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ως προς τη σημασία των λέξεων, τότε δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε σε οτιδήποτε άλλο.
Από αυτή την αφετηρία ξεκίνησαν οι Βρετανοί δημοσιογράφοι Ian Dunt και Dorian Lynskey το podcast τους Origin Story, η επιτυχία του οποίου οδήγησε φυσικά και αβίαστα στη σειρά βιβλίων «Η ιστορία μιας ιδέας». Τόσο το podcast όσο και τα ίδια τα βιβλία επιχειρούν να διασαφηνίσουν έννοιες της σύγχρονης πολιτικής πραγματικότητας που έχουν παρερμηνευτεί ή παρεξηγηθεί.
Σε κάθε επεισόδιο –και σε κάθε βιβλίο, κατ’ επέκταση– οι δύο δημοσιογράφοι προσπαθούν να φωτίσουν την πραγματική σημασία και την ιστορία πολιτικών όρων. Επιλέγουν αρχικά έναν όρο-κλειδί από τον δημόσιο λόγο και αφηγούνται την ιστορία του: από την προέλευσή του και τις μεταμορφώσεις του στο πέρασμα του χρόνου μέχρι τη σημερινή του χρήση και σημασία. Παράλληλα, δίνουν απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: Από πού προήλθαν αυτές οι έννοιες; Πώς αλλοιώθηκαν; Και τι σημαίνουν πραγματικά για την εποχή μας;
Φασισμός
Σε αυτό το βιβλίο οι συγγραφείς ρίχνουν φως σε έναν από τους πλέον αρνητικά φορτισμένους πολιτικούς όρους του καιρού μας, που έχει χρησιμοποιηθεί και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται σε ευρεία κλίμακα.
Το πρόβλημα όταν γράφεις για τον φασισμό είναι ότι κανείς δεν μπορεί να συμφωνήσει στο τι ακριβώς είναι. Στο συλλογικό φαντασιακό έχουν κυριαρχήσει δύο εκδοχές. Η πρώτη είναι ζωηρή και τερατώδης: ο Χίτλερ να μοιράζεται με το πλήθος, κραυγάζοντας, τις βίαιες φαντασιώσεις του, ο Μουσολίνι να βγάζει λόγο μπροστά σε ένα φανατισμένο κοινό, οι φάμπρικες του θανάτου, οι τραμπούκοι, η μηχανοποίηση του ανθρώπου.
Η δεύτερη εκδοχή είναι αρκετά πιο θολή: ο φασισμός ως γενική προσβολή, ως ταμπέλα για κάθε αυταρχική ή απλώς μη αρεστή άποψη. Το αποτέλεσμα; Μία λέξη τόσο βαριά που τελικά δεν σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο.
Ο Ian Dunt και ο Dorian Lynskey επιστρέφουν στις ιστορικές, ιδεολογικές και κοινωνικές ρίζες του φασισμού, και μας δείχνουν πώς μια συγκεκριμένη πολιτική ιδεολογία μετατράπηκε σε ένα ρητορικό όπλο γενικής χρήσης. Όχι για να σχετικοποιήσουν τον φασισμό, αλλά για να τον κατανοήσουμε ξανά – και άρα να μπορούμε να τον αναγνωρίσουμε όταν κάνει πάλι την εμφάνισή του.
Το πολιτικό κέντρο
Λίγοι είναι οι όροι που χρησιμοποιούνται τόσο συχνά και τόσο αόριστα όσο το πολιτικό κέντρο – άλλες φορές με αρνητικό πρόσημο και άλλες ως λάβαρο. Οι κεντρώοι φαίνεται να βρίσκονται παντού: ο Κιρ Στάρμερ, ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Τζο Μπάιντεν, ο Όλαφ Σολτς. «Η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση» ακούμε να λένε συχνά. Τι σημαίνει όμως αυτό;
Οι επικριτές του πολιτικού κέντρου το περιγράφουν ως μια πολιτική χωρίς αξίες: ένα σημείο που μετακινείται διαρκώς, ανάλογα με το πού βρίσκονται τα άκρα. Μια πολιτική της ζώνης της Χρυσομαλλούσας: ούτε ζεστή ούτε κρύα, απλώς χλιαρή. Ένα όραμα για την πολιτική, δίχως όμως την πολιτική.
Το παράδοξο είναι ότι το κέντρο δεν έχει μια σαφή ιστορία που να εξηγεί και τη φήμη του. Χρησιμοποιούμε αυτό τον όρο πολύ συχνά, αλλά σπάνια αναρωτιόμαστε ποια είναι η πραγματική σημασία του. Όπως μας φανερώνει και το ίδιο το βιβλίο, μέχρι τη δεκαετία του 1930 ο όρος «κεντρώος» χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει κοινοβουλευτικές ομάδες, όπως το γερμανικό Zentrum.
Το πρόβλημα με τους σύγχρονους ορισμούς, όπως αυτόν του Λεξικού του Κέμπριτζ, που μιλάει για πολιτικές πεποιθήσεις «στο κέντρο του φάσματος», είναι προφανές: το φάσμα μεταβάλλεται συνεχώς. Στον 19ο αιώνα το πολιτικό κέντρο μπορούσε να περικλείει και δυνάμεις που στήριζαν τη δουλεία ή την αποικιοκρατία. Σήμερα αυτές οι θέσεις θεωρούνται απόλυτα κατακριτέες.
Αν μετακινούνται τα άκρα, μετακινείται και το κέντρο; Και αν ναι, τότε τι είναι τελικά το κέντρο; Στάση, ιδεολογία ή απλώς ένας καθρέφτης της εκάστοτε εποχής;
Θεωρίες συνωμοσίας
Οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι απλώς «ακραίες απόψεις»· είναι ένα σημάδι ότι δεν έχουμε την ίδια αντίληψη για την πραγματικότητα. Αντικρίζοντας τους πολιτικούς μας αντιπάλους, διαπιστώνουμε συχνά ότι αυτό που μας χωρίζει δεν είναι μόνο οι αξίες που πρεσβεύουμε, αλλά και το πώς αντιλαμβανόμαστε τι είναι αληθινό. Και τότε η συζήτηση παίρνει άλλη τροπή.
Το 2020, μετά τον ασύλληπτο πανικό που προκάλεσε η πανδημία του Covid, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όρισε τις θεωρίες συνωμοσίας ως «την πεποίθηση ότι κάποια γεγονότα έχουν χειραγωγηθεί παρασκηνιακά από κακόβουλες ισχυρές δυνάμεις». Ακόμα και η ίδια η φράση έχει γίνει αντικείμενο θεωρίας συνωμοσίας: ότι επινοήθηκε από τη CIA το 1963 για να απαξιώσει όλους όσοι αμφισβητούσαν τη δολοφονία του Κένεντι. Στην πραγματικότητα, ο όρος χρησιμοποιείται ήδη από το 1863, δηλαδή πολύ πριν από την ίδρυση της CIA.
Ο δημοσιογράφος David Aaronovitch προτείνει έναν πιο λειτουργικό ορισμό: Θεωρία συνωμοσίας είναι «η αχρείαστη καταφυγή στη συνωμοσία όταν υπάρχουν πιο αληθοφανείς εξηγήσεις». Άλλο πράγμα είναι μια θεωρία για μια συνωμοσία, βασισμένη σε σοβαρές ενδείξεις, και άλλο μια θεωρία συνωμοσίας που επιμένει, παρά την απουσία στοιχείων. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Γιατί τόση εμμονή με το να αποδείξουμε ότι όλα συνδέονται μεταξύ τους με κάποιον τρόπο; Πότε η τάση αυτή μπορεί να αποτελέσει μια σοβαρή απειλή για τον δημόσιο διάλογο;
Η νέα σειρά των Ian Dunt και Dorian Lynskey «Η ιστορία μιας ιδέας» δεν υπόσχεται να δώσει εύκολες απαντήσεις ή να προσφέρει πολιτική καθοδήγηση. Προσφέρει κάτι πιο ουσιαστικό: έναν τρόπο να μάθουμε πάλι να σκεφτόμαστε μέσα από τις λέξεις.
Γιατί αν οι λέξεις χάνουν το νόημά τους, χάνεται και η δυνατότητά μας να διαφωνούμε παραγωγικά.