

«Εγώ;»: ΄Ένα ξεχασμένο λογοτεχνικό διαμάντι
Ο Χανς, ένας καταξιωμένος χειρουργός, επιστρέφει από τα πεδία των μαχών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο σπίτι του, ή μάλλον σε αυτό που υποτίθεται πως ήταν κάποτε το σπίτι του. Όσα έζησε στο μέτωπο έχουν καταστρέψει οριστικά τις βεβαιότητές του, αφήνοντάς του ανεξίτηλη μια αίσθηση αποξένωσης. Η γυναίκα του η Γκρέτε, όπως και οι φίλοι του, τον αναγνωρίζουν, ενώ τη δουλειά του την εκτελεί αξιόπιστα. Μόνο ο σκύλος του μοιάζει να διαισθάνεται κάτι παράξενο. Μήπως τελικά ο πόλεμος έχει μετατρέψει τον Χανς σε κάποιον άλλο; Ή πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο, που έχει παρεισφρήσει στη ζωή του Χανς;
Το υπαρξιακό βιβλίο του Πέτερ Φλαμ, που εκδόθηκε το 1926 και, χρόνια μετά, επανέρχεται στο φως κατευθείαν από τα αρχεία του εκδοτικού οίκου Fischer, αποτελεί ένα αινιγματικό έργο του μοντερνισμού.
Πρόκειται για ένα κείμενο πολύσημο, γεμάτο παραλογικά στοιχεία, όπου κυριαρχεί η υπαρξιακή αγωνία του υποκειμένου, και αμφισβητείται ανελέητα και σε κάθε πρόταση η εγκυρότητα της ανθρώπινης λογικής. Η γραφή του είναι πυκνή, ενώ κάθε πρόταση της συνειδησιακής ροής του αναξιόπιστου αφηγητή φέρει μια εικόνα, μια αμφισβήτηση, συντελεί στο χτίσιμο της σύγχυσης για να την αναιρέσει στην αμέσως επόμενη γραμμή και να τη γιγαντώσει ασφυχτικά λίγο αργότερα. Η γλώσσα είναι ιδιαίτερη, ένας ξέπνοος μονόλογος που κυλά ορμητικά, ενώ ο αναγνώστης παρακολουθεί με αγωνία την κάθε νέα κίνηση του Χανς, ψάχνει την πληροφορία που θα φωτίσει την ισορροπία τρόμου, στην οποία στηρίζεται όλο το αφηγηματικό οικοδόμημα. Μια πανανθρώπινη, διαχρονική ιστορία που μιλάει εντέλει για την ανθρώπινη φύση, την εικόνα του εαυτού μας, την ταυτότητά μας που ορίζεται από την κοινωνική τάξη και το επάγγελμά μας, το κοινωνικό πλαίσιο που περιστοιχίζει το Εγώ και το στραγγαλίζει, το τραύμα του πολέμου και τη συντριβή της ανθρώπινης ψυχής. Πού τελειώνει το όνειρο και πού αρχίζει η πραγματικότητα; Πού τελειώνει το τραύμα και αρχίζει η ψυχασθένεια; Τι συνιστά αλήθεια και τι ψέμα;
Στο Εγώ;, ο Peter Flamm προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια καταβύθιση στα αντιφατικά επίπεδα της ανθρώπινης ψυχής και τον αναγκάζει να κοιτάξει κατάματα άβολες αλήθειες. Βιβλίο που παραμένει στο μυαλό πολύ μετά το πέρας της ανάγνωσης, το Εγώ; αποδεικνύει ότι αδίκως παρέμενε για τόσα χρόνια στις παρυφές της ιστορίας της λογοτεχνίας.
Μαρία Μαντή
________________________________________________________________________________________________________________________________________
Πού είναι το Φλερί;
Σχεδόν εκατό χρόνια από την έκδοσή του το 1926, το Εγώ; το πρώτο βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα Πέτερ Φλαμ, κατά κόσμον Έριχ Μόσε, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά και φαίνεται να γνωρίζει μια δεύτερη ζωή παγκοσμίως. Ένα κείμενο ασθμαίνον, παραληρηματικό, που μοιάζει γεννημένο μέσα στα χαρακώματα και τη φρίκη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τα οποία μόλις έχει επιστρέψει ο ήρωας και αφηγητής (ή κάποιος άλλος, όπως αφήνει να εννοηθεί και το ερωτηματικό του τίτλου) και μας μεταφέρει την εμπειρία του μα πρωτίστως το τραύμα του, τραύμα βαθύ και ανεπούλωτο, που οδηγεί στην απώλεια του εαυτού, μπορεί και στην ψυχασθένεια. Και το κείμενο είναι η λογοτεχνική αποτύπωση αυτού του τραυματισμένου ψυχισμού που φαίνεται να έχει χάσει τον έλεγχο. Πολλοί οι χαρακτηρισμοί που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε αυτό το βιβλίο: υπαρξιακό, μοντερνιστικό, εξπρεσιονιστικό, φιλοσοφικό, ακόμα και σουρεαλιστικό. Πολλές και οι αναγνώσεις του, και σε αυτό συντελεί και η συνειδησιακή ροή, όπου όλα έχουν σημασία, κάθε λέξη, κάθε τελεία και κάθε κόμμα. Ένας ρυθμός που σφυροκοπά καθώς ο αφηγητής, αναξιόπιστος σίγουρα, παρασύρει τον αναγνώστη σε μια αφήγηση γεμάτη δίπολα - πόλεμος και επιβίωση, ζωή και θάνατος, φως και σκοτάδι, πραγματικότητα και όνειρο, αλήθεια και ψέμα. Όλα έχουν στόχο να χτίσουν μια σύγχυση, για να την αναιρέσουν αμέσως μετά και να την εντείνουν ακόμα περισσότερο λίγο παρακάτω. Και στο κέντρο όλων η ανθρώπινη φύση, η ταυτότητα, το Εγώ, που πολλές φορές ασφυκτιά στο κοινωνικό του πλαίσιο.
Γιατί όμως αυτό το βιβλίο σήμερα; Γιατί πέρα από την αδιαπραγμάτευτη λογοτεχνική του αξία που δεν μπορεί να μας αφήσει ασυγκίνητους, μας υποβάλλει σε διαρκή ερωτήματα. Και κυρίως μας καλεί να ξαναθυμηθούμε αυτό που δυστυχώς παραμένει επώδυνα επίκαιρο. Ότι ο πόλεμος δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του, δεν κάνει διακρίσεις, σαρώνει τα πάντα. Και με τα ίδια τα λόγια του Φλαμ:
«Είναι ένας δρόμος που ανεβαίνει τον λόφο, από εκεί πέρασαν με κανόνια, εκεί έφτασε το νερό για τους διψασμένους και έγινε αίμα, εκεί ανέβηκε η ζωή και επέστρεψε ως θάνατος, τώρα βρίσκομαι στους λόφους, δεν φυτρώνει πια γρασίδι, δεν υπάρχει πράσινο ούτε θάμνοι, όλα είναι σταχτιά, όλα είναι τελείως ξυρισμένα, δεν φυσάει άνεμος, δεν έρχεται καμία πνοή, επικρατεί σιωπή, απόλυτη σιωπή, κάτω βρίσκεται το Φλερί, βρισκόταν το Φλερί, κάτω ήταν ένα χωριό, ήταν σπίτια λευκά, υπήρχε ζωή, ζεστασιά, υπήρχε μέλλον και αγάπη, πού είναι το Φλερί, μια πινακίδα όλη κι όλη να το θυμίζει: Αυτό είναι τώρα το Φλερί, χαρακώματα, γη και σκόνη, επάνω βρίσκεται το Ντουομόν, επάνω στον λόφο βρίσκονται θρυμματισμένο τσιμέντο, θρυμματισμένη γη, πύργοι αρμάτων, θρυμματισμένος σίδηρος και χάλυβας: Εδώ σκορπίστηκε ο θάνατος δεξιά κι αριστερά, βάλλουν οι Γερμανοί και βάλλουν και οι Γάλλοι, ενθάδε κείνται Γερμανοί και ενθάδε κείνται Γάλλοι, δεν υπάρχει πόλεμος, ενθάδε κείνται άνθρωποι, δεν υπάρχει εχθρός, δεν υπάρχουν κράτη, δεν είναι διαφορετικά τα πεπρωμένα των ανθρώπων, δεν υπάρχουν αξιωματικοί και πλούσιοι, εργάτες και απλοί στρατιώτες. Είμαστε γυμνοί, γυμνοί, είμαστε γυμνοί, άνθρωποι θνητοί».
Στέλα Ζουμπουλάκη
Ο Χανς, ένας καταξιωμένος χειρουργός, επιστρέφει από τα πεδία των μαχών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο σπίτι του, ή μάλλον σε αυτό που υποτίθεται πως ήταν κάποτε το σπίτι του. Όσα έζησε στο μέτωπο έχουν καταστρέψει οριστικά τις βεβαιότητές του, αφήνοντάς του ανεξίτηλη μια αίσθηση αποξένωσης. Η γυναίκα του η Γκρέτε, όπως και οι φίλοι του, τον αναγνωρίζουν, ενώ τη δουλειά του την εκτελεί αξιόπιστα. Μόνο ο σκύλος του μοιάζει να διαισθάνεται κάτι παράξενο. Μήπως τελικά ο πόλεμος έχει μετατρέψει τον Χανς σε κάποιον άλλο; Ή πρόκειται για έναν εντελώς διαφορετικό άνθρωπο, που έχει παρεισφρήσει στη ζωή του Χανς;
Το υπαρξιακό βιβλίο του Πέτερ Φλαμ, που εκδόθηκε το 1926 και, χρόνια μετά, επανέρχεται στο φως κατευθείαν από τα αρχεία του εκδοτικού οίκου Fischer, αποτελεί ένα αινιγματικό έργο του μοντερνισμού.
Πρόκειται για ένα κείμενο πολύσημο, γεμάτο παραλογικά στοιχεία, όπου κυριαρχεί η υπαρξιακή αγωνία του υποκειμένου, και αμφισβητείται ανελέητα και σε κάθε πρόταση η εγκυρότητα της ανθρώπινης λογικής. Η γραφή του είναι πυκνή, ενώ κάθε πρόταση της συνειδησιακής ροής του αναξιόπιστου αφηγητή φέρει μια εικόνα, μια αμφισβήτηση, συντελεί στο χτίσιμο της σύγχυσης για να την αναιρέσει στην αμέσως επόμενη γραμμή και να τη γιγαντώσει ασφυχτικά λίγο αργότερα. Η γλώσσα είναι ιδιαίτερη, ένας ξέπνοος μονόλογος που κυλά ορμητικά, ενώ ο αναγνώστης παρακολουθεί με αγωνία την κάθε νέα κίνηση του Χανς, ψάχνει την πληροφορία που θα φωτίσει την ισορροπία τρόμου, στην οποία στηρίζεται όλο το αφηγηματικό οικοδόμημα. Μια πανανθρώπινη, διαχρονική ιστορία που μιλάει εντέλει για την ανθρώπινη φύση, την εικόνα του εαυτού μας, την ταυτότητά μας που ορίζεται από την κοινωνική τάξη και το επάγγελμά μας, το κοινωνικό πλαίσιο που περιστοιχίζει το Εγώ και το στραγγαλίζει, το τραύμα του πολέμου και τη συντριβή της ανθρώπινης ψυχής. Πού τελειώνει το όνειρο και πού αρχίζει η πραγματικότητα; Πού τελειώνει το τραύμα και αρχίζει η ψυχασθένεια; Τι συνιστά αλήθεια και τι ψέμα;
Στο Εγώ;, ο Peter Flamm προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια καταβύθιση στα αντιφατικά επίπεδα της ανθρώπινης ψυχής και τον αναγκάζει να κοιτάξει κατάματα άβολες αλήθειες. Βιβλίο που παραμένει στο μυαλό πολύ μετά το πέρας της ανάγνωσης, το Εγώ; αποδεικνύει ότι αδίκως παρέμενε για τόσα χρόνια στις παρυφές της ιστορίας της λογοτεχνίας.
Μαρία Μαντή
________________________________________________________________________________________________________________________________________
Πού είναι το Φλερί;
Σχεδόν εκατό χρόνια από την έκδοσή του το 1926, το Εγώ; το πρώτο βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα Πέτερ Φλαμ, κατά κόσμον Έριχ Μόσε, μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά και φαίνεται να γνωρίζει μια δεύτερη ζωή παγκοσμίως. Ένα κείμενο ασθμαίνον, παραληρηματικό, που μοιάζει γεννημένο μέσα στα χαρακώματα και τη φρίκη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τα οποία μόλις έχει επιστρέψει ο ήρωας και αφηγητής (ή κάποιος άλλος, όπως αφήνει να εννοηθεί και το ερωτηματικό του τίτλου) και μας μεταφέρει την εμπειρία του μα πρωτίστως το τραύμα του, τραύμα βαθύ και ανεπούλωτο, που οδηγεί στην απώλεια του εαυτού, μπορεί και στην ψυχασθένεια. Και το κείμενο είναι η λογοτεχνική αποτύπωση αυτού του τραυματισμένου ψυχισμού που φαίνεται να έχει χάσει τον έλεγχο. Πολλοί οι χαρακτηρισμοί που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε αυτό το βιβλίο: υπαρξιακό, μοντερνιστικό, εξπρεσιονιστικό, φιλοσοφικό, ακόμα και σουρεαλιστικό. Πολλές και οι αναγνώσεις του, και σε αυτό συντελεί και η συνειδησιακή ροή, όπου όλα έχουν σημασία, κάθε λέξη, κάθε τελεία και κάθε κόμμα. Ένας ρυθμός που σφυροκοπά καθώς ο αφηγητής, αναξιόπιστος σίγουρα, παρασύρει τον αναγνώστη σε μια αφήγηση γεμάτη δίπολα - πόλεμος και επιβίωση, ζωή και θάνατος, φως και σκοτάδι, πραγματικότητα και όνειρο, αλήθεια και ψέμα. Όλα έχουν στόχο να χτίσουν μια σύγχυση, για να την αναιρέσουν αμέσως μετά και να την εντείνουν ακόμα περισσότερο λίγο παρακάτω. Και στο κέντρο όλων η ανθρώπινη φύση, η ταυτότητα, το Εγώ, που πολλές φορές ασφυκτιά στο κοινωνικό του πλαίσιο.
Γιατί όμως αυτό το βιβλίο σήμερα; Γιατί πέρα από την αδιαπραγμάτευτη λογοτεχνική του αξία που δεν μπορεί να μας αφήσει ασυγκίνητους, μας υποβάλλει σε διαρκή ερωτήματα. Και κυρίως μας καλεί να ξαναθυμηθούμε αυτό που δυστυχώς παραμένει επώδυνα επίκαιρο. Ότι ο πόλεμος δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του, δεν κάνει διακρίσεις, σαρώνει τα πάντα. Και με τα ίδια τα λόγια του Φλαμ:
«Είναι ένας δρόμος που ανεβαίνει τον λόφο, από εκεί πέρασαν με κανόνια, εκεί έφτασε το νερό για τους διψασμένους και έγινε αίμα, εκεί ανέβηκε η ζωή και επέστρεψε ως θάνατος, τώρα βρίσκομαι στους λόφους, δεν φυτρώνει πια γρασίδι, δεν υπάρχει πράσινο ούτε θάμνοι, όλα είναι σταχτιά, όλα είναι τελείως ξυρισμένα, δεν φυσάει άνεμος, δεν έρχεται καμία πνοή, επικρατεί σιωπή, απόλυτη σιωπή, κάτω βρίσκεται το Φλερί, βρισκόταν το Φλερί, κάτω ήταν ένα χωριό, ήταν σπίτια λευκά, υπήρχε ζωή, ζεστασιά, υπήρχε μέλλον και αγάπη, πού είναι το Φλερί, μια πινακίδα όλη κι όλη να το θυμίζει: Αυτό είναι τώρα το Φλερί, χαρακώματα, γη και σκόνη, επάνω βρίσκεται το Ντουομόν, επάνω στον λόφο βρίσκονται θρυμματισμένο τσιμέντο, θρυμματισμένη γη, πύργοι αρμάτων, θρυμματισμένος σίδηρος και χάλυβας: Εδώ σκορπίστηκε ο θάνατος δεξιά κι αριστερά, βάλλουν οι Γερμανοί και βάλλουν και οι Γάλλοι, ενθάδε κείνται Γερμανοί και ενθάδε κείνται Γάλλοι, δεν υπάρχει πόλεμος, ενθάδε κείνται άνθρωποι, δεν υπάρχει εχθρός, δεν υπάρχουν κράτη, δεν είναι διαφορετικά τα πεπρωμένα των ανθρώπων, δεν υπάρχουν αξιωματικοί και πλούσιοι, εργάτες και απλοί στρατιώτες. Είμαστε γυμνοί, γυμνοί, είμαστε γυμνοί, άνθρωποι θνητοί».
Στέλα Ζουμπουλάκη







