0


Ο Eduardo Galeano αποτίει φόρο τιμής στο ποδόσφαιρο και καταγγέλλει τις δομές εξουσίας ενός από τους πιο κερδοφόρους επιχειρηματικούς κλάδους στον κόσμο.
Ο Γκαλεάνο και μια μπάλα...
Σε αυτή την ποδοσφαιρική βίβλο, ο Γκαλεάνο περιγράφει ολοζώντανα γκολ και φάσεις που έμειναν στην ιστορία, με αναφορές στην πολιτική, με προσανατολισμό την ψυχολογία του ανθρώπου, φίλου του αθλήματος.
topontiki.gr
Ένα βιβλίο γεμάτο αγάπη για το ποδόσφαιρο συστήνεται ξανά
Ο Γκαλεάνο δεν γράφει απλώς για ένα άθλημα. Γράφει για την ανθρώπινη φύση, για τη χαρά, τη μνήμη, την εξουσία, το χρήμα και τα όνειρα. Το ποδόσφαιρο είναι το μέσο που χρησιμοποιεί για να μιλήσει για τον κόσμο. Αυτός είναι και ο λόγος που το βιβλίο εξακολουθεί να διαβάζεται τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη του έκδοση και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα που έχουν γραφτεί ποτέ για το άθλημα.
bookpress.gr
Για τον Ουρουγουανό συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο, το ποδόσφαιρο υπήρξε ταυτόχρονα κοινός τόπος αναφοράς, πεδίο ελευθερίας αλλά και κοινωνικός καθρέφτης. Το παιχνίδι δεν αναλύεται απλώς μέσα από ποδοσφαιρικούς αγώνες και σκορ αλλά με τους κανόνες της ομορφιάς και της ύπαρξης. Μετατρέπεται, εν τέλει, σε έναν ακόμα τρόπο για να μιλήσει κανείς για την αξιοπρέπεια, την αδικία, τη χαρά και την ελπίδα των ανθρώπων, σε μια άλλη μορφή ανάγνωσης του κόσμου, που ενίοτε φτάνει στο ύψος της αποκάλυψης: μη μπορώντας ο ίδιος να παίξει ποδόσφαιρο, ο Γκαλεάνο κατέληξε να παρατηρεί τα παιχνίδια, όπως ο Καμί και ο Μπόρχες, «πανευτυχής για το θαύμα», παρότι γνώριζε ότι το ποδόσφαιρο είναι «ένα θλιβερό παιχνίδι από το πηγαίο στο αναγκαίο».
Εκεί βρήκαν, άλλωστε, χώρο να φωλιάσουν κάθε λογής συμφέροντα: το ποδόσφαιρο της αλάνας και του θαύματος παραδόθηκε σταδιακά στο μεγάλο κεφάλαιο, στα πολιτικά συμφέροντα και στους τεχνοκράτες που το μετέτρεψαν σε ένα παιχνίδι «ταχύτητας και δύναμης που απαρνείται τη χαρά, σκοτώνει τη φαντασία και απαγορεύει την τόλμη». Στην εποχή της τεχνολογίας, των πολύπλοκων συστημάτων και της υπερανάλυσης, ο Γκαλεάνο είχε διαβλέψει πολύ προτού φύγει από τη ζωή ότι το παιχνίδι βασίζεται πρωτίστως στον παλμό και στο σώμα. Ότι καμία στατιστική και καμία καλοκουρδισμένη διάταξη δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το άγγιγμα της έμπνευσης τη στιγμή που εμφανίζεται απρόσκλητα και αλλάζει τον ρου ενός αγώνα και, για λίγο, της ίδιας της ζωής. Αυτές είναι οι στιγμές που το ποδόσφαιρο συνορεύει με τη μαγεία.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επανέκδοση του εμβληματικού βιβλίου του Γκαλεάνο «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως», η οποία συνοδεύεται από το εξαιρετικά διαφωτιστικό επίμετρο –εκτός από τον πρόλογο– του Κώστα Αθανασίου, που αναλύει σε βάθος τη στενή σχέση του έργου του Γκαλεάνο με τον περιπετειώδη βίο του, φωτίζοντας παράλληλα την πολιτική και δημοσιογραφική του ταυτότητα. Παραθέτοντας τα λόγια της Ελένα Πονιατόφσκα, από το κείμενο που συνόδεψε την απονομή του βραβείου Θερβάντες το 2013, μιλάει για «έναν συγγραφέα γενναιόδωρο που ποτέ δεν φοβήθηκε να καταγγείλει τη διαφθορά και το ψέμα, και στη Λατινική Αμερική μας οι τίμιες και γενναίες φωνές είναι αυτές που λείπουν περισσότερο και που διατρέχουν τους μεγαλύτερους κινδύνους». Ο Γκαλεάνο συνομιλούσε με τους κορυφαίους ποιητές και λογοτέχνες της εποχής του, πήρε συνέντευξη από τον Τσε Γκεβάρα στα μέσα του 1964 αλλά και από τον Ραούλ Σεντίκ, ηγετική μορφή των Τουπαμάρος. Καθώς ο Κώστας Αθανασίου μάς υπενθυμίζει ότι ο Γκαλεάνο δεν ξέχασε ποτέ τη δημοσιογραφική του ιδιότητα, ούτε τις συμβουλές του κορυφαίου Μεξικανού λογοτέχνη Χουάν Ρούλφο, «του ανθρώπου που ήξερε να σωπαίνει», γίνεται σαφές πως το υβριδικό ύφος του Ουρουγουανού συγγραφέα κινείται ανάμεσα στην Ιστορία, τη μαρτυρία, τη δημοσιογραφία και τη μυθοπλασία. Ένα είδος γραφής που μοιάζει να συγγενεύει με τη μικροαφήγηση και τις προφορικές παραδόσεις της Λατινικής Αμερικής και έχει διαδόχους σπουδαίους συγγραφείς όπως ο Βιγιάρ. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Αθανασίου, «θα μπορούσε να πει κανείς ότι η λογοτεχνία του Γκαλεάνο, το κολάζ από μικρές και περιεκτικές ιστορίες του, το ψηφιδωτό από τις γεμάτες νόημα αφηγήσεις του, συνομιλούν με τη μακρά παράδοση της μικροαφήγησης αλλά και των προφορικών αφηγήσεων που έχει η Λατινική Αμερική και κουβαλάνε μέσα στα χρόνια τη συλλογική μνήμη, το απόσταγμα των γεγονότων, το αποτύπωμα των ανθρώπων».
Ως «κακός ποδοσφαιριστής και καλός θεατής», όπως αυτοσαρκαζόταν, ο Γκαλεάνο επιστρέφει διαρκώς στον απλό φίλαθλο, στην αυτοσχέδια μπάλα και στο χωμάτινο γήπεδο όπου η φαντασία ισοπεδώνει τις ανισότητες. Υπό αυτό το πρίσμα καταγγέλλει την εμπορευματοποίηση του ποδοσφαίρου και την απρόσωπη τεχνοκρατική του διάσταση, εξηγώντας βήμα βήμα πώς η κορυφαία διοργάνωση του Μουντιάλ πέρασε από τις λίγες ομάδες στη σταδιακή διεύρυνση, στη βιομηχανία των χορηγών, των διαφημιστικών κολοσσών και των ύποπτων παρασκηνίων: «Όταν ένας αστέρας καθυστερεί δένοντας τα κορδόνια του, δεν είναι από αδεξιότητα αλλά από υπολογισμό: επιδεικνύει τη μάρκα Adidas, Nike ή Reebok στα πόδια του», γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο. Όλοι όσοι θέλουν να κατανοήσουν τι σημαίνει πραγματικά Μουντιάλ και γιατί δεν πρόκειται για μια απλή ποδοσφαιρική διοργάνωση, αρκεί να διαβάσουν τα απολαυστικά κείμενα του Γκαλεάνο στο «Ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως». Κάθε κεφάλαιο ξεκινά με μια ιστορική, πολιτιστική και κοινωνική επισκόπηση της χρονιάς στην οποία αναφέρεται και στη συνέχεια υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που κάνουν το ποδόσφαιρο να μοιάζει με ζωντανό αρχείο του 20ού αιώνα. Έτσι, μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι η χαρακτηριστική φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας με τον πράσινο γιακά καθιερώθηκε μόλις το 1954, επειδή η προηγούμενη θεωρήθηκε γρουσούζικη μετά την τραυματική ήττα μέσα στο Μαρακανά. Ή ότι στο ίδιο Μουντιάλ, στο οποίο επετράπη για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο η συμμετοχή της Γερμανίας, ο σπίκερ Τσίμερμαν πανηγύρισε το πρώτο εκείνο γκολ με λατινομερικανικό πάθος – το ίδιο γκολ που, όπως σημειώνει ο Γκαλεάνο, ακούστηκε αργότερα στην ταινία του Φασμπίντερ «Ο γάμος της Μαρία Μπράουν». Σε άλλο σημείο πληροφορούμαστε ότι η κίτρινη κάρτα εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον τελικό του Μουντιάλ στο Μεξικό το 1970, ενώ το αυθεντικό τρόπαιο της διοργάνωσης εκλάπη το 1983 και πουλήθηκε ως καθαρός χρυσός. «Ένα αντίγραφο βρίσκεται στη θέση του στη βιτρίνα», γράφει με πικρή ειρωνεία στο βιβλίο.
Όσο κι αν το ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε υπερθέαμα υψηλής τεχνολογίας, οι προλήψεις εξακολουθούν να παίζουν καθοριστικό λόγο: από τα ξόρκια και τις τελετουργίες στη Βραζιλία μέχρι τις εμμονές των ευρωπαϊκών συλλόγων, το άθλημα εξακολουθεί να κινείται μεταξύ ορθολογισμού και δεισιδαιμονίας. Ο Γκαλεάνο θυμάται, για παράδειγμα, ότι ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, τότε ιδιοκτήτης της Μίλαν, είχε απαγορεύσει τον παραδοσιακό ύμνο «Milan, Milan» επειδή θεωρούσε «ότι μετέδιδε νοσηρά κύματα που παρέλυαν τα πόδια των παικτών»(!). Δεν παραλείπει, βέβαια, ούτε τον πολιτικό ρόλο των ομάδων και των ποδοσφαιρικών συμβόλων. Η Νάπολη μετέτρεψε τον Μαραντόνα σε λαϊκό άγιο, ενώ ο ίδιος με το περίφημο «χέρι του Θεού» μεταμορφώθηκε σε σύμβολο αντίστασης απέναντι στους Βρετανούς, λίγα μόλις χρόνια μετά τον Πόλεμο των Φόκλαντς. Η πολιτική, άλλωστε, δεν έλειψε ποτέ από το ποδόσφαιρο, με το οποίο ήταν ανέκαθεν άμεσα συνυφασμένη: ποιος θυμάται σήμερα ότι στο Μουντιάλ του 1974 η Σοβιετική Ένωση αρνήθηκε να αγωνιστεί στο εθνικό στάδιο της Χιλής, επειδή λίγους μήνες νωρίτερα είχε γίνει στρατόπεδο συγκέντρωσης και τόπος εκτελέσεων; Κι όμως, ο Γκαλεάνο δεν χάνει ποτέ το χιούμορ του. Ειρωνεύεται τόσο τη μυθολογία γύρω από τους υπεραθλητές όσο και τις θεωρίες περί ιδανικής αγωνιστικής κατάστασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι κεφάτοι «Δανοί τουρίστες», όπως αποκαλεί την Εθνική Δανίας του 1992, που κατέκτησε το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα απέναντι στους άψογα προετοιμασμένους Γερμανούς, παίζοντας σχεδόν ανέμελα και πίνοντας μπίρες. Ο τίτλος του σχετικού κεφαλαίου είναι απολαυστικός: «Ο τζίτζικας και το μυρμήγκι». Και δύσκολα μπορεί κανείς να του φέρει αντίρρηση.
Γενικότερα, βιβλία για το ποδόσφαιρο όπως του Γκαλεάνο ξεχωρίζουν όχι για τον όγκο των πληροφοριών τους αλλά επειδή αντιμετωπίζουν το ποδόσφαιρο ως την παγκόσμια γλώσσα των φτωχών, των αποκλεισμένων και όλων όσοι έμειναν στο περιθώριο της Ιστορίας. Το γήπεδο μετατρέπεται έτσι σε έναν ζωντανό χάρτη που εκτείνεται από τις αλάνες του Μοντεβιδέο μέχρι τα εργατικά γήπεδα του Λίβερπουλ, τις φαβέλες του Ρίο και τις αυλές της Ανδαλουσίας. Γιατί, όπως επισημαίνει ο Αθανασίου, αναφερόμενος στον Γκαλεάνο, «οι μύθοι και τα ιστορικά γεγονότα ανακατεύονται και δένουν, συνθέτοντας μια νέα πολιτική και κοινωνική ιστορία γραμμένη με λογοτεχνικό τρόπο. Μια ιστορία όμως διαφορετική από αυτή που έχουν γράψει οι νικητές».
Το ποδόσφαιρο στην ιστορική του διαχρονία εξελίχθηκε σε ένα πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο φαινόμενο. Το ίδιο το παιχνίδι και το θέαμά του, οι φάσεις του και οι τεχνικές των παικτών, η μαζική, διεθνική και διαταξική, πρόσληψή του από τους φιλάθλους-οπαδούς και οι σχετικές ταυτότητες που δημιουργεί, τα κεφάλαια που επενδύονται και η τηλεοπτική και διαφημιστική εμπορευματοποίησή του, αλλά και η χουλιγκανική βία είναι μερικές από τις εκδηλώσεις του και κάποια από τα στοιχεία που το συγκροτούν. Οι διανοούμενοι συνήθως κρατούν μια απόσταση από αυτό ή αναδεικνύουν μόνο τις σκοτεινές πλευρές του και στηλιτεύουν την όποια ιδεολογικοπολιτική λειτουργία του. Υπάρχουν όμως και κάποιοι που, εν γνώσει όλων όσων το συνθέτουν, παραμένουν σαγηνευμένοι από αυτό και προσπαθούν να διερευνήσουν την έλξη που ασκεί στον εαυτό τους πρωτίστως, αλλά και σε εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ο Ουρουγουανός συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο (1940-2015) είναι ένας τέτοιος διανοούμενος. Το βιβλίο του «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και το φως» (μτφρ. Ισμήνη Κάνση, Μεταίχμιο), το οποίο επανεκδόθηκε πρόσφατα, είναι κλασικό πλέον και σημείο αναφοράς. Αναμνήσεις και περιγραφές φάσεων και γκολ, αποτυπώσεις εμβληματικών παικτών, ψυχογραφίες οπαδών, παγκόσμια κύπελλα και άλλες διοργανώσεις, ιστορικές αναδιφήσεις, νοσταλγία για τη χαρά του παιχνιδιού και σκεπτικισμός για την εμπορευματοποίησή του, χιούμορ και πάθος πάντα εκδιπλώνονται σε πολλά μικρά κείμενα που καλύπτουν εντυπωσιακά όλο το ποδοσφαιρικό φάσμα και παρά την πικρή επίγευση διερμηνεύουν και τη σαγήνη του.
Ένα βιβλίο αναφοράς που αξίζει να διαβαστεί από όλους. Ακόμα κι απ’ όσους …σνομπάρουν το ποδόσφαιρο.
Το εμβληματικό αυτό βιβλίο κυκλοφορεί σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση και με πολύ ενδιαφέροντα πρόλογο και επίμετρο από τον Κώστα Αθανασίου.
Με βαθιά γνώση και διεισδυτικότητα, αλλά και πολύ έντονες πινελιές σάτιρας και χιούμορ, ακολουθώντας μια ιστορική πορεία, όπου δεν λείπει ο ιστορικός περίγυρος αλλά και οι άφθονες παρεκβάσεις ο συγγραφέας μας δείχνει τόσο τη φωτεινή, όσο και τη σκοτεινή πλευρά του ποδοσφαίρου.
Βλέπει πως σταδιακά χάνεται η χαρά του παιχνιδιού και εμπορευματοποιείται όλο και περισσότερο. Δυστυχώς τα όσα εντοπίζει αποδεικνύονται όλο και πιο περίτρανα σωστά.
Πάντως, παρά τα όσα του καταλογίζει, η λατρεία του για το ποδόσφαιρο ξεχειλίζει από το βιβλίο. Ο ολοζώντανος τρόπος που περιγράφει την κάθε ιστορία σε κάνει να νιώθεις αυτόπτης μάρτυρας των μεγάλων στιγμών.
Η επιλογή των σύντομων κεφαλαίων, ο τρόπος που παρατίθενται και η γλαφυρότητα του συγγραφέα όχι μόνο κάνουν το βιβλίο προσιτό για όλους, αλλά σίγουρα μας βοηθά να δούμε το μεγάλο παιχνίδι με πιο καθαρό βλέμμα. Σαν μια τέχνη που απολαμβάνουμε!
Άξια αναφοράς είναι και η ρέουσα γραφή του Eduardo Galeano, που ξεφεύγει από την ξύλινη δημοσιογραφική και ακαδημαϊκή γλώσσα εμπλουτίζοντας το έργο με χιούμορ και άμεσο σχεδόν λογοτεχνικό θα μπορούσαμε να πούμε λόγο, ενώ η αγάπη που έτρεφε για για το παιχνίδι είναι εμφανής σε κάθε σελίδα, ακόμα και όταν αναδεικνύει τα μελανά του σημεία.
offlinepost.gr
Βαθιά υπόκλιση στη στρογγυλή θεά
Για τη χαρά του παιχνιδιού...
«Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» είναι ένα χρονικό των γηπέδων, αλλά σίγουρα είναι και καθρέφτης των ταξικών και κοινωνικών αγώνων που δίνονται έξω από τις γραμμές του γηπέδου. Μέσα από το πρίσμα του Γκαλεάνο, η «στρογγυλή θεά» απομυθοποιείται κάτω από το βάρος της εμπορευματοποίησης, όμως καταφέρνει πάντα να δραπετεύει προς το φως και τον αυθορμητισμό. Στις μέρες μας, που το ποδόσφαιρο έχει γίνει μια ψυχρή βιομηχανία θεάματος, η φωνή του Ουρουγουανού δημιουργού είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Μας δείχνει ότι όσο υπάρχουν «ζητιάνοι του καλού ποδοσφαίρου», η μαγεία στο γήπεδο δεν θα χαθεί ποτέ οριστικά.
efsyn.gr
Η διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης ως προϋπόθεση της δυνατότητας ενός άλλου μέλλοντος
Ο Γκαλεάνο δεν ξέχασε ποτέ το μαχαίρι, δεν σταμάτησε στιγμή να δουλεύει τις λέξεις του στον τροχό για να τις κάνει λόγο πυκνό και δραστικό που δίνει φωνή σε όλους, όλες και όλα (ανθρώπινα και μη) όσα έχουν χάσει τη δική τους.
epohi.gr
Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο είναι η εκδοχή της ιστορίας που δίνει φωνή στους «ηττημένους»
Τα ζητήματα που πραγματεύεται στα βιβλία του ο Γκαλεάνο είναι διαχρονικά και δίνουν στο έργο του μια διαρκή επικαιρότητα. Το συγγραφικό εγχείρημα που υλοποιεί σχεδόν σε όλο το έργο του ο Εδουάρδο Γκαλεάνο –να ξαναδιαβάσει και να αφηγηθεί εκ νέου την ιστορία, αλλά από τη σκοπιά των «από κάτω», φωτίζοντας πολλά πράγματα που η «επίσημη ιστορία» πολλές φορές έχει αποσιωπήσει ή διαστρεβλώσει– αποκτά ιδιαίτερο ειδικό βάρος, ειδικά σε μια εποχή σαν τη δική μας που ξεπροβάλλουν διάφορα αναθεωρητικά ρεύματα της ιστορίας.
Συνέντευξη
#tags
Σχόλια(0)