×

Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι αγορών σας.

{{item.custom_attributes.author}}
Ποσότητα: {{item.quantity}}
{{item.total_price}} {{item.total_discounted_price}}
×
Υποσύνολο:
{{order.discounted_cost}}
Έκπτωση Προσφοράς:
{{order.promo_discount}}
Έκπτωση Κουπονιού:
{{order.extra_discount}}
Κόστος Αποστολής:
{{order.shipping_cost}}
Επιβάρυνση Πληρωμής:
{{order.payment_cost}}
ΣΥΝΟΛΟ:
{{order.final_cost}}
{{ product.title }}
{{ product.custom_attributes.author }}
{{ product.price }} {{ product.discounted_price }}
×
×
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΟΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΜΟΥ ΟΙ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΜΟΥ ΤΑ EBOOKS ΜΟΥ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΜΟΥ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ
EBOOK
10%
ΒΙΒΛΙΟ

Τοστ ζαμπόν

Charles Bukowski
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Σύγχρονη
978-960-566-017-8
400
12/06/2013
Διαθέσιμο
Μια σχεδόν αυτοβιογραφική νουβέλα στην οποία ο μεγάλος συγγραφέας καταγράφει την παιδική και εφηβική ηλικία.

Περιγραφή βιβλίου

«Το πρόσωπό του ήταν ένα ζωντανό γλυπτό. Γεµάτο ουλές. Όπως και η ζωή του ήταν γεµάτη ουλές. Έπαιζε σαν µανιακός στον ιππόδροµο, αλλά αν πόνταρε κάπου τα πάντα ήταν στην αγάπη, στην κατανόηση και στην ποίηση. Οι εξεγερµένοι νέοι της Αµερικής, αλλά κυρίως της Ευρώπης, τον αγάπησαν, τον αγκάλιασαν, τον αναγόρευσαν σε έναν από τους πιο θρυλικούς ήρωές τους. Ήταν ένας άδολος παρίας και έγραψε θαυµάσια ποιήµατα και βραχνά πεζογραφήµατα για τους άδολους παρίες».
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό αφήγημα στο οποίο ο μεγάλος συγγραφέας καταγράφει την παιδική και εφηβική ηλικία του, που σημαδεύτηκε από την προκατάληψη των Αμερικανών για τη γερμανική καταγωγή του, την κακοποίησή του από τον πατέρα του, την παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του από μια επώδυνη μορφή ακμής. Ένα άγριο ταξίδι ενηλικίωσης με σταθμούς τις γυναίκες, το αλκοόλ και τα βιβλία στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης στην Αμερική.

Πληροφορίες

  • Charles Bukowski
  • Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
  • Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
  • 978-960-566-017-8
  • 400
  • 12/06/2013
  • 14 X 21
  • Μαλακό

Σχόλια

Κριτικές...

Κωστής Παπαγιώργης,  ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, 21/6/2013 
Τα παιδικά χρόνια του Τσαρλς Μπουκόβκσι 
Γιώργος Βαϊλάκης,  ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 21/6/2013 
Ένα άγριο ταξίδι ενηλικίωσης με γυναίκες και αλκοόλ 
Σε αυτήν, ωστόσο, θα προστρέξει προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην επίγνωση της μοναξιάς και τη συναίσθηση της ματαιότητας, διατηρώντας όμως μία έντονα χιουμοριστική διάθεση απέναντι σε καταστάσεις που άλλους τους οδήγησαν στην αυτοκτονία. Έτσι, μέσα από αυτές τις περιδιαβάσεις του στην αμερικανική νύχτα και υπό την επήρεια ατελείωτων ποσοτήτων αλκοόλης θα συναναστραφεί ανθρώπους που κινούνται στις παρυφές του κοινωνικού συνόλου και που περιφέρονται από ποτάδικο σε ποτάδικο, πεπεισμένοι ότι ο εαυτός τους είναι μια ανίατη ασθένεια. Όπως και να ’χει, ο Μπουκόβσκι υπέφερε από εμμονές από τις οποίες -κατά τα φαινόμενα- αδυνατούσε να απαλλαγεί: η θεματολογία του στρέφεται σταθερά γύρω από ζοφερές καταστάσεις, σχετικές με γυναίκες του περιθωρίου, ένα αδιαπραγμάτευτο πάθος για το ποτό και ένα ασίγαστο μίσος για τις κοινωνικές συμβάσεις. Όλα αυτά, πάντοτε, συνδυασμένα με μια κωμική ματιά που δεν τον εγκαταλείπει ποτέ, όταν για παράδειγμα λέει: «Τρέφω ένα ειλικρινές μίσος τόσο για τους κοινωνικούς θεσμούς όσο και για όλα εκείνα τα αυτοκίνητα που στοιβάζονται μπροστά σε ένα φανάρι». Πάντως, ο Μπουκόβσκι δεν επιλέγει τη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων ούτε την εξιδανικεύει, απλώς σε αυτήν μόνο μπορεί να δει καθαρά την πραγματικότητα.
«Από μικρός συμπαθούσα τους παλιανθρώπους, τους παράνομους, τα ρεμάλια. Μου αρέσουν οι απελπισμένοι άνθρωποι. Είναι αληθινοί, γεμάτοι εκπλήξεις και εκρήξεις». Πρόκειται, δηλαδή, για μια συνειδητή συνθηκολόγηση με την απελπισία, την οποία σταθερά μετατρέπει σε λογοτεχνία. Ως προς αυτό, υπήρξε ιδιαίτερα παραγωγικός: έγραψε χιλιάδες ποιήματα, εκατοντάδες διηγήματα και έξι μυθιστορήματα, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί σήμερα να εκδίδεται άγνωστο υλικό από τα συρτάρια του. Έχοντας ζήσει μία δεκαετία στο περιθώριο, σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, αλκοολισμού και συναισθηματικών μεταπτώσεων, συνέλεξε μια τεράστια δεξαμενή εμπειριών, οι οποίες αποτυπώθηκαν σταδιακά στα γραπτά του. Αν και η επιτυχία θα αργούσε να έρθει, ήδη με το πρώτο του μυθιστόρημα -το Ταχυδρομείο (1971)- δείχνει ότι διέθετε ένα εξαιρετικά ασυνήθιστο ταλέντο: να σκιαγραφεί την αμείλικτη καθημερινότητα μέσα από μια περίπου αδιανόητη αίσθηση του χιούμορ. Εδώ, αφηγείται διεξοδικά τις περιπέτειές του από την εποχή που ήταν ταχυδρόμος, με τρόπο κωμικό, κυνικό και ανελέητα αυτοσαρκαστικό. Ένα χρόνο αργότερα εκδίδονται οι Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας, μια συλλογή διηγημάτων γεμάτη διάσπαρτα περιστατικά από τη ζωή του, ιδωμένα μέσα από μια οξυμμένη ποιητική οπτική, ιστορίες τρυφερές και διεστραμμένες, απίθανες και παρανοϊκές. Ακολουθούν οι Ιστορίες μιας θαμμένης ζωής, βασανιστικά αυτοσαρκαστικές αφηγήσεις με θέμα το σεξ, τις ιπποδρομίες, το μποξ και φυσικά το αλκοόλ, αλλά και ο Άνθρωπος για όλες τις δουλειές, με περιεκτικά κειμενάκια που σκιτσάρουν την ασημαντότητα, τη ματαιότητα και την κωμική πλευρά του εγκλεισμού σε ένα επάγγελμα που απεχθάνεσαι. Αυτή η αυτοκαταστροφική διάθεσή του, εξισορροπείται από ένα απαράμιλλο μείγμα χιούμορ, καυστικότητας και απελπισίας - όπως φαίνεται και στο εξαιρετικό αυτοβιογραφικό αφήγημα με τίτλο Τοστ ζαμπόν (εκδ. Μεταίχμιο), στην υποδειγματική μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.
Εδώ, ο Μπουκόβσκι καταγράφει την παιδική και εφηβική ηλικία του, που σημαδεύτηκε από την προκατάληψη των Αμερικανών για τη γερμανική καταγωγή του, την κακοποίησή του από τον πατέρα του και την παραμόρφωση των χαρακτηριστικών του από μια επώδυνη μορφή ακμής. Ένα άγριο ταξίδι ενηλικίωσης με (απαραίτητους) σταθμούς τις γυναίκες, το αλκοόλ και τα πρώτα αναγνώσματα στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης στην Αμερική.
Σε κάθε περίπτωση, είναι για ακόμα μία φορά εμφανές ότι στον Μπουκόβσκι αρκεί να εκθέτει την απόλυτη έλλειψη νοήματος της ζωής μέσα στο απρόσωπο πλήθος, υιοθετώντας έναν άνευ όρων αναρχικό ατομικισμό. Απ’ την άλλη, δεν παραλείπει να διανθίζει τις εξιστορήσεις του με ευφυή σαρκαστικά σχόλια και διάχυτη ειρωνεία για το περιλάλητο αμερικανικό όνειρο. Αυτό που καταφέρνει -κατά κανόνα- με τις ακτινωτές αφηγήσεις του είναι μια ευφάνταστη συρραφή από μικρές επιδέξιες φωτογραφίες που αποτυπώνουν την παράνοια της ζωής στους δρόμους, στα μπαρ, στους ιπποδρόμους, στα μικρά εφιαλτικά δωμάτια των φτηνών ξενοδοχείων και αναδεικνύουν τη μονότονη σπατάλη του χρόνου στη σύγχρονη αστική καθημερινότητα. Όσο για το συγκεκριμένο αυτοβιογραφικό αφήγημα είναι απολύτως χαρακτηριστικό του ύφους του Αμερικανού συγγραφέα: Και σε αυτό, η απλοποίηση ερωτοτροπεί με την εκμηδένιση, ενώ η θεματική του παραμένει απαρέγκλιτη, όταν με περιπαιχτική διάθεση καταλήγει: «Αν στοιχημάτιζα στην ανθρωπότητα, δεν θα κέρδιζα στον αιώνα τον άπαντα»...
 
Δημήτρης Καραθάνος,  ATHENS VOICE, 11/7/2013 
Συγκλονιστικό χρονικό, σπαρταριστό και σπαρακτικό συνάμα, της πρώιμης νιότης του μεγάλου μέθυσου, εξιστορημένου σε πρώτο πρόσωπο από το alter ego του, Χένρι Τσινάσκι. Η φυλετική προκατάληψη, η ανέχεια, n γονεϊκή τυραννία, n επώδυνη ασθένεια, η συνθηκολόγηση με τη μοναξιά, οι πρώτες στάλες οινοπνεύματος. Διαβάζοντας για τη ζωή του, αποκρυπτογραφείς τη δική σου.
 
Βασίλης Κ. Καλαμαράς,  ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ (Επτά), 14/7/2013 
Η κιβωτός του Μπουκόβσκι 
Παρή Σπίνου,  Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 22/8/2013 
Πότης, καβγατζής κι ελεύθερος 
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης,  LIFO, 3/10/2013 
Περίπτωση Τσαρλς Μπουκόβσκι, Η χλιδή της απόλυτης ελευθερίας 
Μαριλέλλα Αντωνοπούλου,  ESQUIRE, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2013 
Στο Τοστ ζαµπόν ο πιο «καταραµένος» ποιητής και συγγραφέας ανοίγει την καρδιά του αναζητώντας συνοδοιπόρους σ’ αυτό το άγριο ταξίδι ενηλικίωσης µε σταθµούς τις γυναίκες, το αλκοόλ και τα βιβλία στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης. Κι ενώ ξέρεις πως όλα τα ζόρια που αφηγείται ο Μπουκόβσκι είναι πέρα για πέρα αληθινά, n γραφή του, απλή, κοφτή, χωρίς πρόθεση επίκλησης οίκτου, μαλακώνει την τραγικότητα και περνάει τη σκληρή αυτοβιογραφική ιστορία στη σφαίρα της µυθοπλασίας. Βοηθάει και η μετάφραση του Γιώργου-Ίκαρου Μπαµπασάκη. Να τα λέµε κι αυτά.
 
Θεοδοσία Καϊδόγλου,  www.vakxikon.gr, Σεπτέμβριος 2013 
Αργυρώ Μαντόγλου,  www.bookpress.gr, 21/10/2013 
NiemandsRose,  www.fractalart.gr 
Ένα “τοστ ζαμπόν”, παρακαλώ 
Είχα καιρό να διαβάσω απνευστί ένα μυθιστόρημα, κι αυτό, όχι τόσο γιατί τα κριτήριά μου έχουν φτάσει πια σε δυσθεώρητα ύψη –αν και απαιτητική αναγνώστρια–, αλλά λόγω κόπωσης σε έναν μοιραίο συνδυασμό με την πολυδιάσπαση της εποχής.
Συνέβη όμως το θαύμα και ρούφηξα μέσα σε χρόνο ρεκόρ ένα βιβλίο 400 σελίδων. Έπαιξε σαφώς κάποιο ρόλο η θετική προκατάληψη για τον συγγραφέα, αλλά το ότι ο μεταφραστής λειτουργούσε ως εγγύηση. Μιλάω για το «Τοστ ζαμπόν» του Τσαρλς Μπουκόβσκι σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και μία πολύ προσεγμένη και καλαίσθητη έκδοση από το Μεταίχμιο.
Το «Τοστ ζαμπόν» είναι ένα έργο αυτοβιογραφικό, διατρέχει τη ζωή του συγγραφέα από την παιδική ηλικία ως τα πρώτα νεανικά χρόνια. Αφηγείται, ανάμεσα στα άλλα, φρικαλέα περιστατικά σωματικής και ψυχικής κακοποίησης από έναν κτηνώδη πατέρα. Και, παρά το γεγονός ότι είναι το μοναδικό βιβλίο του Μπουκόβσκι που αντλεί υλικό από τις δύο πρώτες δεκαετίες της ζωής του, δεν αποτελεί εξαίρεση στον υφολογικό κανόνα που έχει θεσπίσει και έχει τηρήσει απαρέγκλιτα σε όλη την εργογραφία του: εξιστορεί τη ζωή του με έναν τρόπο ωμό, ενώ στέκεται αταλάντευτα στην αντίπερα όχθη του διδακτισμού.
Με τον τρόπο αυτό, ο θείος Τσαρλς, αδιάφορος και σκυφτός, κάνει ένα αδιόρατο νεύμα στον αναγνώστη να τον ακολουθήσει στα άδυτα του ιδιωτικού βίου, στο μεγάλο δράμα που συμβαίνει κεκλεισμένων των θυρών, όσο κυκλοφορούμε στην πεπερασμένη έκταση ενός σπιτιού ανάμεσα σε δύο –συνήθως– γίγαντες που τους φωνάζουμε μαμά, μπαμπά* ή κάπως έτσι. Απλά, λιτά, αβίαστα, χωρίς ομφαλοσκοπικές λοξοδρομήσεις, χωρίς ίχνος μελό και περιφρονώντας εντελώς το οποιοδήποτε ηθικοπλαστικό μήνυμα, μιλάει για τα υλικά που έχτισαν τον ψυχισμό του, τα ίδια δηλαδή που τον έσπρωξαν και σε ένα ατέλειωτο φιλί με το χείλος του γκρεμού. Και κατορθώνει, με μία γραφή ανεπιτήδευτη, αλλά ταυτόχρονα πλούσια σε ουσία, να συγκλονίσει τον αναγνώστη χωρίς να εκβιάσει συναισθήματα, ακροβατώντας, όπως πάντα, ανάμεσα στη θλίψη, το χιούμορ, την τρυφερότητα και μια γλυκιά παραίτηση.
Ο Μπουκόβσκι συνοψίζεται με ακρίβεια στο επίμετρο του Μπαμπασάκη «αν πόνταρε κάπου τα πάντα, ήταν στην αγάπη, στην κατανόηση και στην ποίηση». Ακόμη και για τον βάναυσο πατέρα δείχνει κατανόηση αλλά δεν τη διατρανώνει, δεν πασχίζει να αποδείξει την ψυχική και διανοητική ανωτερότητά του έναντι του γέρου του. Όταν ο πατέρας του έμεινε άνεργος, για να μην το αντιληφθούν οι γείτονες στα διάφανα σπίτια των αμερικάνικων προαστίων, αναχωρούσε κάθε πρωί από το σπίτι και γυρνοβολούσε άεργος ώσπου να φτάσει η ώρα που τάχα σχολούσε για να επιστρέψει.
* Περιγράφοντας αυτό το σκηνικό, ο Μπουκόβσκι δεν ψέγει τον πατέρα του, δεν τον επικρίνει, δεν τον κρίνει καν, δεν μπαίνει ούτε στον πειρασμό να τον ειρωνευτεί που επιχειρεί να συγκαλύψει την αυτοταπείνωση επειδή έχασε τη δουλειά του με αυτό το θλιβερό μοτίβο. Ακόμη κι αυτόν, που αποτέλεσε τον εφιάλτη του, τον συμπαθεί. Όλους τους συμπαθεί τελικά ο Μπουκόβσκι, αλλά δε νοιάζεται να τους το δείξει…
 
Διονύσης Μαρίνος,  www.vakxikon.gr, 16/5/2016 
Είκοσι και κάτι χρόνια μετά – σαν μια αλληλουχία ατυχής που ξαναβρίσκει την άκρη του νήματος (έστω και κάπως ξεφτισμένο). Τότε το «Τοστ ζαμπόν» από τις εκδόσεις Γράμματα σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα, αγορασμένο από την Πρωτοπορία με μια προσμονή σαν πειρασμός. Τώρα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και, να, ένα παράξενο πράγμα: το μυθιστόρημα-λαμπίκο του Τσαρλς Μπουκόβσκι μοιάζει – και είναι– πιο καινούργιο από ποτέ. Μικρή, αδιάφορη υποσημείωση: γράφτηκε το 1982, δεν είναι το πρώτο μυθιστόρημα του «καταραμένου» Μπουκ, αλλά είναι εκείνο που χρονικά πιάνει την ιστορία του από την αρχή και της στρίβει το λαρύγγι και της δίνει και καταλαβαίνει και δεν την αφήνει να ησυχάσει (έξω όλα τα δαιμόνια, αναπεπταμένα όλα τα ιστία της έμπνευσης και της τρέλας και των συναισθημάτων) και ούτε που σκέφτηκε ποτέ να την εξωραΐσει αυτή την αρχή, να της προσδώσει μια αχλή μουδιασμένης, έστω, ζεστασιάς. Όχι, ένα κείμενο καυτό, σπαρταριστό, σκληρό και ευγενές στην ωμότητά του μας παρέδωσε ο Μπουκόβσκι με το «Τοστ ζαμπόν».
Πάντα το πίστευα και –κατά το μάλλον ή ήττον– δεν έχω αλλάξει άποψη: Το «Τοστ ζαμπόν» είναι για τον Μπουκόβσκι ό,τι και ο «Φύλακας στη Σίκαλη» (τώρα πια: Στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης) για τον Σάλιντζερ. Είναι επιτομή σπαρμένη από διαφορετικά υλικά και με άλλο τρόπο πλασμένη. Για να το πω αλλιώς: ο Χένρι Τσινάσκι είναι ένας πιο σκοτεινός, θλιμμένος, οργισμένος επικός και σαφώς πιωμένος Χόλντεν Κόλφιλντ. Διόλου τυχαίο ότι και τα δύο βιβλία διαβάζονται ως αυτόνομες ενότητες στο συνολικό έργο και των δύο συγγραφέων. Ο Μπουκόβσκι έγραψε πολύ: ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, κείμενα πύρινα και κείμενα «γαργαντουϊκά», τούτο όμως έχει μια ξεχωριστή θέση στην εργογραφία του. Τόσο για τη θεματική του, όσο και για τον τρόπο που ο ίδιος το πραγματεύεται. Ο Σάλιντζερ έγραψε λιγότερα, κάποιες νουβέλες και διηγήματα – δεν ήταν ένας… σταχανοβίτης της γραφής. Φτάνει, όμως που έγραψε «Τη σίκαλη» και καθάρισε για τους επόμενους αιώνες.
Ο Μπουκόβσκι ποτέ δεν επινοεί, ποτέ όμως δεν αφήνει το προσωπικό στοιχείο να φύγει εκτός της ιστορίας. Ημιβιογραφείται, αλλά ούτε και αυτό έχει τόσο ενδιαφέρον. Εκτός και αν κάποιος ψάχνει και ψάχνεται να δει τη ζωή (… των συγγραφέων) μέσα από την κλειδαρότρυπα. Είμαστε στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης: κατήφεια, απόγνωση, αποθάρρυνση, σκληρότητα. Ο μικρός Χένρι μεγαλώνει σε ένα σπίτι που μοιάζει με την πρώτη γραμμή του πυρός και όχι με καταφύγιο. Ο βαρύς ίσκιος του μεγάλου Χένρι, του πατέρα του, τον βαραίνει, τον βασανίζει, τον τρομοκρατεί – ενίοτε του προσφέρει, όχι αβρόχοις ποσίν, το πρώτο μάθημα της ζωής. Πρόκειται να ζήσει σε έναν κόσμο σκληρό που προσφέρει μόνο ελάχιστες ευκαιρίες επιβίωσης. Μόνο που ο Χανκ δεν θέλει να επιβιώσει όπως οι άλλοι, είναι ένας καλλιτέχνης εν προόδω. Είναι ταγμένος να πιει όλες τις ημέρες του μέχρι την τελευταία σταγόνα. Κάτι που έτσι και αλλιώς το έπραξε.
Τα πρώτα αστεία, οι ερωτικές νύξεις, οι σπαρταριστές στιγμές της νιότης και η αβρότητα κάποιων αισθήσεων πρωτοφανέρωτων, ομού με τη βαναυσότητα, το άλγος και το άχθος. Όλα τούτα και κάμποσα γραμμένα με έναν τρόπο ευθύβολο, άμεσο, ποιητικό, αλλά αμιγώς ρεαλιστικό. Άλλοτε προκαλώντας γάργαρο γέλιο κι άλλοτε αφήνοντας ένα σφίξιμο στο στομάχι.
Ο Τσινάσκι δέρνει και δέρνεται. Παίζει άμυνα και επιτίθεται. Εκθέτει και εκτίθεται. Η Καλιφόρνια γίνεται το πρώτο σκηνικό της μετέπειτα καριέρα του. Στο κέντρο του σκηνικού δεν είναι μόνος του. Ποτέ δεν ήταν μόνος του. Ο μισάνθρωπος συγγραφέας, κατά τους αρνητές του, δεν σταμάτησε ποτέ να γράφει για τους ανθρώπους. Για τα λάθη, τα πάθη, τα γλεντοκόπια, της οικτρές στιγμές, τα μίση, την πονεμένη τρυφερότητα και την τρυφερή βία τους. Έγραψε όπως έζησε, έζησε όπως έγραψε. Έζησε και μετά έγραψε.
Η μετάφραση του Γ.Ι. Μπαμπασάκη μάς φέρνει αυτό το κείμενο ξανά στο προσκήνιο με μια σημερινή, καθαρή, ατόφια γλώσσα. Αυτό κι αν είναι επίτευγμα και κέρδος μέγιστο.
 
Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης,  LIFO, 11/3/2016 
Μαρία Μορέλλι Artcore, 25/7/2019
Φωτεινή Ναούμ ΧΡΟΝΟΣ, 9/12/2020