×

Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι αγορών σας.

{{item.custom_attributes.author}}
Ποσότητα: {{item.quantity}}
{{item.total_price}} {{item.total_discounted_price}}
×
Υποσύνολο:
{{order.discounted_cost}}
Έκπτωση Προσφοράς:
{{order.promo_discount}}
Έκπτωση Κουπονιού:
{{order.extra_discount}}
Κόστος Αποστολής:
{{order.shipping_cost}}
Επιβάρυνση Πληρωμής:
{{order.payment_cost}}
ΣΥΝΟΛΟ:
{{order.final_cost}}
{{item.title}}
{{item.custom_attributes.author}}
{{item.price}} {{item.discounted_price}}
×
×
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΟΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΜΟΥ ΟΙ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΜΟΥ ΤΑ EBOOKS ΜΟΥ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΜΟΥ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ
«DNA» ΤΗΣ YRSA SIGURDARDOTTIR
27/11/2018
«DNA» ΤΗΣ YRSA SIGURDARDOTTIR
Ο μεταφραστής του βιβλίου Αλέξης Καλοφωλιάς γράφει για τον κόσμο της ισλανδής βασίλισσας του σασπένς και τους ήρωές της.

Η σχέση μου με το είδος του σκανδιναβικού νουάρ περιορίζεται σε δύο βιβλία. Το πρώτο είναι το ντεμπούτο του Thomas Enger με τίτλο «Φλεγόμενος» και το δεύτερο το «DNA» της Yrsa. Θα προσθέσω ένα τρίτο, τα «Πουλιά» του Tarjei Vesaas, αν και δεν είναι αστυνομικό, και υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Σημειώνω βεβαίως ότι τα βιβλία μεταφράστηκαν από τα αγγλικά.

Ο λόγος που πρόσθεσα το τρίτο βιβλίο είναι ότι, παρόλο που δεν είναι αστυνομικό, μοιάζει να χρησιμοποιεί το ίδιο σχήμα με τα άλλα: έναν ψυχρό, επίπεδο τόπο, μια χιονισμένη έκταση, ένα σχεδόν ληθαργικό κοινωνικό περιβάλλον και το σκοτεινό συμβάν, ή μάλλον τα συμβάντα, που το διαταράσσουν: ένα βασικό αντιθετικό σχήμα. Ένα σχήμα που επιβάλλεται από τις καταστάσεις, μια εκτεταμένη αλληγορία που ίσως δεν αποτελεί τέχνασμα αλλά συνθήκη. Με πλήθος μεταφορών στην οθόνη, τις οποίες λίγο πολύ όλοι γνωρίζουμε, και με τους δικούς του μετρ, όπως ο Jo Nesbo, ο Stieg Larsson, ο Henning Mankell, το σκανδιναβικό πάνθεο απασχολεί όλο και περισσότερο, όλο και πιο συχνά τα πολιτιστικά δρώμενα παγκοσμίως. Και σε αυτό το πάνθεο διεκδικεί μία θέση η Yrsa.

Η Ισλανδή Yrsa μπορούμε να πούμε ότι κινείται στα δύο άκρα της αφηγηματικής έντασης, καθώς γράφει παιδικά βιβλία και αστυνομικά θρίλερ. Η ίδια λέει ότι στράφηκε στο αστυνομικό αναζητώντας ένα διάλειμμα από τη «χαρούμενη» ενασχόλησή της με τη συγγραφή παιδικών έργων. Η «πρωινή» της δουλειά, αν μπορούμε να την πούμε έτσι, είναι πολιτικός μηχανικός. Το πρώτο της μυθιστόρημα είχε τον τίτλο «Rat Rituals», μεταφράστηκε στα αγγλικά, και σήμερα τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες, ενώ η ίδια έχει τιμηθεί με πλήθος λογοτεχνικά βραβεία στις σκανδιναβικές χώρες, την ηπειρωτική Ευρώπη και το Ηνωμένο Βασίλειο. Το «DNA» αποτελεί το πρώτο μέρος της σειράς του Χούλνταρ, που έχει πάρει το όνομά της από τον ντετέκτιβ ο οποίος χειρίζεται τις υποθέσεις που αφηγείται, μαζί με την παιδοψυχολόγο Φρέιγια.

Η διαδικασία μετάφρασης του βιβλίου υπήρξε «στρωτή» και ευχάριστη και για έναν ακόμα λόγο, γιατί έγινε από τα αγγλικά και η Victoria Cribb, η αγγλίδα μεταφράστρια, είχε φροντίσει να εξομαλύνει τα πιθανώς αμφιλεγόμενα σημεία, και ίσως οφείλω να την ευχαριστήσω γι’ αυτό. Η πρόκληση του μεταφραστή εντοπιζόταν στη συνέπεια στις περιγραφές, αυτή την αλληλουχία της έντασης που πρέπει να ορίζει μία αφήγηση αγωνίας, και την απόδοση των εσωτερικών μονολόγων με τρόπο που να κρατούν ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Η αφήγηση ξεκινάει με τρόπο ανορθόδοξο: Σε μία έκτακτη σύσκεψη εκπροσώπων του νόμου και κοινωνικών λειτουργών, αποφασίζεται η τύχη τριών μικρών παιδιών έπειτα από ένα φρικτό συμβάν που διέλυσε τον κόσμο τους. Μία ματιά στο παρελθόν, η οποία «στοιχειώνει» τον αναγνώστη μέχρι το τέλος του βιβλίου, και συγχρόνως ένα βλέμμα σε ένα σύστημα όπου η φαινομενική ισότητα, η κοινωνική δικαιοσύνη και η ανεκτικότητα έχουν τον πρώτο λόγο. Η χιονισμένη έκταση, στην οποία αναφερθήκαμε παραπάνω. Ένα βέλος προς δύο κατευθύνσεις· η μία στοχεύει πίσω στον χρόνο, η άλλη μπροστά.

Πολλά χρόνια αργότερα, μια μητέρα τριών παιδιών βρίσκεται δολοφονημένη με εξωφρενικά βάναυσο τρόπο στο σπίτι της στο Ρέικιαβικ. Μοναδικός μάρτυρας, η επτάχρονη κόρη της. Ο ντετέκτιβ του Εγκληματολογικού Χούλνταρ που αναλαμβάνει την υπόθεση βρίσκεται πολύ γρήγορα σε αδιέξοδο σχετικά με το κίνητρο και την πιθανή ταυτότητα του δολοφόνου. Όταν συναντάει τη Φρέιγια, την παιδοψυχολόγο που συνδράμει στις έρευνες προσπαθώντας να αντλήσει μία κατάθεση από το τραυματισμένο παιδί, στο αδιέξοδο προστίθενται οι τύψεις του για τον τρόπο που είχε εξαφανιστεί έπειτα από τη φευγαλέα ερωτική τους συνεύρεση. Το σκηνικό γίνεται ακόμα πιο δυσοίωνο όταν μια ακόμα γυναίκα δολοφονείται κάτω από τις ίδιες συνθήκες: η απουσία στοιχείων εντείνει τη νευρικότητα της αστυνομίας.

Τις ίδιες μέρες, ο Καρλ, ένας νεαρός φοιτητής και ραδιοερασιτέχνης, αρχίζει να δέχεται μια σειρά από παράξενα μηνύματα στον ασύρματό του. Όταν επιχειρεί να τα αποκρυπτογραφήσει, διαπιστώνει ότι συνδέονται με τις δολοφονίες. Καθώς αναζητά μια προσωρινή διέξοδο από τη βαλτωμένη του ζωή, αποφασίζει μαζί με τους φίλους του να ξεκινήσει τη δική του έρευνα. Η θετή του μητέρα πεθαίνει, αυτό που ξεκίνησε ως μια αθώα περιπέτεια λαμβάνει σκοτεινή τροπή, καθώς τα μηνύματα εξελίσσονται σε ένα μακάβριο παιχνίδι που παίζει ο δολοφόνος. Μαζί του; Με τις αρχές; Ο Καρλ μοιάζει να βουλιάζει σε κινούμενη άμμο με κάθε του βήμα.

Εντωμεταξύ, η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα ανάμεσα στον Χούλνταρ και τη Φρέιγια φορτίζεται κι άλλο καθώς η παιδοψυχολόγος αναλαμβάνει την προσωρινή κηδεμονία της μικρής Μαργκρέτ, που δείχνει να μην μπορεί να συνέλθει από το σοκ που βίωσε. Η έρευνα παραμένει βαλτωμένη, η μικρή παραμένει σιωπηλή, η λίστα υπόπτων παραμένει απελπιστικά φτωχή. Όταν ο Καρλ, τρομαγμένος από τις ανακαλύψεις του, καταφεύγει στη γραμμή πληροφόρησης της αστυνομίας, οι υποψίες συγκλίνουν γύρω του, καθώς δείχνει να γνωρίζει πάρα πολλά για την υπόθεση, περισσότερα από όσα θα γνώριζε ένας αθώος.

Με τρόπο μεθοδικό, η Yrsa αρχίζει να υφαίνει την απροσδόκητη έκβαση, που εμπλέκει όλους τους πρωταγωνιστές σε ένα γαϊτανάκι κρυμμένων μυστικών, κρυφών κινήσεων και απειλητικών εκδοχών, καθηλώνοντας τον αναγνώστη και επικυρώνοντας τη θέση της ανάμεσα στους μετρ του σκανδιναβικού νουάρ.

Το «DNA» είναι όπως είπαμε το πρώτο μέρος μιας πολλά υποσχόμενης σειράς και ακροβατεί ερασιτεχνικά ανάμεσα στη δημιουργική χρήση και την αποδόμηση των κλισέ του είδους. Η συγγραφέας δημιουργεί από την αρχή ένα αδιόρατο περίγραμμα μιας πιθανής ακολουθίας γεγονότων (το τραγικό συμβάν, τις συνέπειες του οποίου καλούνται να εξομαλύνουν οι γραφειοκράτες στο ξεκίνημα του βιβλίου), στο οποίο ο αναγνώστης επιστρέφει ασυνείδητα στην πορεία του βιβλίου, χωρίς όμως αυτές οι παλινδρομήσεις να του επιτρέπουν να φτάσει στη λύση. Σκιαγραφώντας πολλαπλές δυνητικές εκδοχές των γεγονότων, αυτό το σχήμα κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον, δίνοντας μια φυγόκεντρη κίνηση στην πλοκή. Όσο για το σκηνικό, το χιόνι που μοιάζει με αγωνία να θέλει να σκεπάσει τα πάντα, ένας συγγραφέας αστυνομικών θα βρει πάντα τον τρόπο να προσεγγίσει την «άλλη πλευρά». Όπως λέει η Yrsa: «Όταν γράφεις ένα βιβλίο, δεν κάνεις τουριστική περιήγηση. Όταν βρέθηκα στη Γροιλανδία για τις ανάγκες της έρευνας του επόμενου βιβλίου μου, οι άνθρωποι εκεί ήθελαν να μου δείξουν πόσο όμορφη είναι η χώρα τους, αλλά εμένα μου είχε καρφωθεί στο μυαλό ένα επίμονο ερώτημα: Πώς θα αντιδρούσαν τα σκυλιά ενός έλκηθρου αν έβαζες μπροστά τους ένα πτώμα;».

Οι χαρακτήρες της είναι αληθινοί και προσγειωμένοι – έχει γραφεί ότι η ικανότητα της Sigurdardottir να περιγράφει δυσλειτουργικά οικογενειακά περιβάλλοντα θυμίζει Ντίκενς, και ήταν πολύ ενδιαφέρον να σκεφτεί κανείς πώς θα περιέγραφε ένας Ντίκενς τον κόσμο μας. Η έρευνά της στις κρατικές υπηρεσίες προστασίας ανηλίκων και τον κόσμο των ραδιοερασιτεχνών δείχνει να υπήρξε διεξοδική και πλήρης, καθώς κάνει ακόμα και τον αναγνώστη που δεν είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένος με τα συγκεκριμένα ζητήματα να νιώθει άνετα διαβάζοντας τις περιγραφές. Βρήκα το τέχνασμα με τους ασυρμάτους βραχέων κυμάτων ένα πολύ έξυπνο επινόημα, καθώς δημιουργεί ένα άλλο πεδίο εξέλιξης της υπόθεσης, και ταιριάζει πάρα πολύ με τον Καρλ, τον αποτραβηγμένο έφηβο που περνάει ατελείωτες ώρες μπροστά στα μηχανήματά του, όπως άλλοι έφηβοι μπροστά στον υπολογιστή τους. Συγχρόνως, οι στιγμές που μπαίνει στο μυαλό των θυμάτων λίγο πριν δεχθούν την επίθεση των δολοφόνων και καταγράφει τις σκέψεις τους είναι από τις πιο «μαύρες» του είδους, και θυμίζουν αυτή τη χιτσκοκική αναμονή που φέρνει τον αναγνώστη σε σημείο να παρακαλάει να συμβεί κάτι, και, όταν συμβαίνει, να διαπιστώνει ότι όλη αυτή η προσμονή ήταν ένα εργαλείο του δημιουργού για να κορυφώσει την ένταση, γιατί το σοκ παραμένει εξίσου ισχυρό. Μία υποσημείωση εδώ, καθώς ο τρόπος των δολοφονιών φαίνεται να συμμετέχει στην οικοδόμηση της αλληγορίας: Στο «Ashes to Dust», ένα προηγούμενο αστυνομικό μυθιστόρημά της, η Yrsa βάζει τον δολοφόνο της να σκοτώσει το θύμα του κάνοντάς της μια ένεση μπότοξ στη γλώσσα – σίγουρα υπάρχει ένα σχόλιο εδώ.

Η αφήγησή της σε τρίτο πρόσωπο μοιάζει με βλέμμα ψυχρού παρατηρητή: Δεν κρίνει, απλώς καταγράφει. Οι εσωτερικοί μονόλογοι είναι αρκετά εκφραστικοί, και οι πρωταγωνιστές της ανθρώπινα κουβάρια από αντιφάσεις και αδυναμίες. Μπορώ να πω ότι ήταν ένα από τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου οι χαρακτήρες της: Δεν ντρέπονται να ομολογήσουν τα λάθη τους, μάλιστα ζουν μέσα σε αυτά, και δεν υπάρχουν εδώ δικαστές Ντρεντ ή υπερ-κακοποιοί – μόνο μετανεωτερικοί άνθρωποι με πολλαπλές, αντικρουόμενες ταυτότητες. Η Sigurdardottir δεν χαρίζεται σε κανέναν, δεν επιδιώκει να δημιουργήσει ήρωες, δεν επιτρέπει στους χαρακτήρες της τις επώδυνες, έστω, χαραμάδες ανθρώπινου μεγαλείου των ηρώων του κλασικού αμερικανικού νουάρ. Οι δικοί της άνθρωποι δεν είναι καν αντιήρωες, γιατί απλά οι μέρες δεν χρειάζονται ήρωες, άρα πιθανόν ούτε το αντίθετό τους. Σε μια κοινωνία διαλυμένη από την κρίση, είναι απλώς το καλύτερο και το χειρότερο που μπορούν να είναι, με μια εναλλαγή που μοιάζει τυχαία και κυκλοθυμική, αλλά πυροδοτείται από τις συνεχείς αποτυχίες τους να εναρμονιστούν με ένα περιβάλλον που μοιάζει ικανό να ρουφήξει από μέσα σου κάθε κίνητρο: Διαλυμένα αστυνομικά τμήματα με αδιάφορες διοικήσεις και περιστατικά καταχρήσεων εξουσίας και δημόσιου χρήματος, αποξενωμένοι, ανόρεκτοι έφηβοι που αρνούνται να κάνουν τα πρώτα τους βήματα σε μια ζωή δίχως προοπτικές, ληθαργικοί γραφειοκράτες οι οποίοι εφαρμόζουν νόμους που δεν ξέρουν πια σε τι αποσκοπούν, επιδερμικές ερωτικές σχέσεις δίχως αύριο, άνθρωποι που βουλιάζουν σε μια ακαθόριστη οργή, μια παρέλαση από φαντάσματα που κρύβονται στην καρδιά της «κοινωνικής μηχανής» ενός μικρού τόπου. Αυτός ο υπόγειος βρασμός, που αποτελεί επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο συγκεκριμένο είδος, στο «DNA» δεν παρουσιάζεται βεβιασμένα και τεχνητά, αλλά διατρέχει όλη την αφήγηση σαν υποδόριος ιστός, διαπλέκοντας με μαεστρία το καθημερινό με το σκοτεινό, το παρελθόν με το παρόν, το ανθρώπινο με το απάνθρωπο. Αυτός δεν είναι άλλωστε ο σκοπός της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας;

Αλέξης Καλοφωλιάς

Σχετικά βιβλία

Διαθέσιμο
EBOOK
10%
ΒΙΒΛΙΟ
17,70€
15,93€
DNA
Yrsa Sigurdardottir
Αλέξης Καλοφωλιάς
ΒΡΑΒΕΙΟ ΤΗΣ ΔΑΝΕΖΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΒΡΑΒΕΙΟ BLOOD DROP (ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΙΣΛΑΝΔΙΚΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ) ΒΡΑΒΕΙΟ PETRONA (ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΚΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ) Ο φόνος ήταν η τιμωρία της. Ποια ήταν όμως η αμα...