×

Δεν υπάρχουν προϊόντα στο καλάθι αγορών σας.

{{item.custom_attributes.author}}
Ποσότητα: {{item.quantity}}
{{item.total_price}} {{item.total_discounted_price}}
×
Υποσύνολο:
{{order.discounted_cost}}
Έκπτωση Προσφοράς:
{{order.promo_discount}}
Έκπτωση Κουπονιού:
{{order.extra_discount}}
Κόστος Αποστολής:
{{order.shipping_cost}}
Επιβάρυνση Πληρωμής:
{{order.payment_cost}}
ΣΥΝΟΛΟ:
{{order.final_cost}}
{{item.title}}
{{item.custom_attributes.author}}
{{item.price}} {{item.discounted_price}}
×
×
ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΟΙ ΔΙΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΜΟΥ ΟΙ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΜΟΥ ΤΑ EBOOKS ΜΟΥ ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΜΟΥ ΑΠΟΣΥΝΔΕΣΗ
ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ
10/10/2018
ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ
Σκέψεις του συγγραφέα Κώστα Κατσουλάρη γύρω από το νέο του μυθιστόρημα «Στη στήθος μέσα χάλκινη καρδιά»

Πλέον το γνωρίζουμε: άλλο μυθιστόρημα ξεκινάς να γράψεις, άλλο πιστεύεις ότι γράφεις, κι άλλο είναι αυτό που έχεις τελικά στα χέρια σου. Μα και πάλι: Το πραγματικό βιβλίο δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Γιατί το βιβλίο, ειδικότερα το λογοτεχνικό, δεν είναι προϊόν μιας γραφής, αλλά μιας συνάντησης, της συνάντησής του με τον αναγνώστη. Ζει μια πλήρη ζωή κάθε φορά που κάποιος ακουμπά τα μάτια του πάνω του, το εμπλουτίζει με τις δικές του προσδοκίες, τις δικές του εμπειρίες και συναισθήματα, γεμίζοντας τα κενά, ανασταίνοντας τους χαμένους αλλά και τους κερδισμένους χρόνους ανάμεσα στις αράδες.

Με αυτές τις σκέψεις, κοιτάζω τώρα το αφοπλιστικό πρόσωπο του παιδιού στο εξώφυλλο κι αισθάνομαι ότι με κάποιο μοναδικό τρόπο (μια και τη συγκεκριμένη φωτογραφία του εξαίρετου Λουκά Βασιλικού την ανακάλυψα όταν πλέον η συγγραφή είχε ολοκληρωθεί) τούτο το μυθιστόρημα είναι πάνω απ’ όλα μια οφειλή: μια οφειλή στο παιδί με το τολμηρό και συνάμα αμήχανο βλέμμα, καθώς κοιτάζει κάπου μπροστά με αγωνία, κι ενώ γύρω από τη φωτεινή άλω που το περιβάλλει υπάρχει πυκνό σκοτάδι.

Ποιο είναι αυτό το παιδί; Πού ζει, τι ονειρεύεται και τι το περιμένει; Πιθανότατα, θα υπάρχει σε αυτό ένα ίχνος από το παιδί που υπήρξα· με ακόμα μεγαλύτερη βεβαιότητα, θα ανιχνεύονται μέσα του στοιχεία από τα παιδιά που είναι τα παιδιά μου, συνομήλικά του στη διάρκεια των περίπου τριών χρόνων μες στα οποία σχεδιάστηκε και γράφτηκε αυτό το μυθιστόρημα· σίγουρα όμως –έτσι μου αρέσει να πιστεύω– θα είναι κι ένα από αυτά τα παιδιά που συναντώ περπατώντας στους αθηναϊκούς δρόμους, συχνότερα στις συνοικίες των λαϊκών ή των μικρομεσαίων στρωμάτων, όπως στον Κολωνό, όπου μεγάλωσαν και ζουν τα παιδιά του βιβλίου μου –ή και στου Ζωγράφου, στα Ιλίσια και στο Γουδή, όπου μεγάλωσα εγώ–, κι όπου μαίνεται τα τελευταία χρόνια ένας, συχνά αιματηρός, κοινωνικός πόλεμος. Το συναντώ έξω από το δημόσιο σχολείο την ώρα του σχολάσματος, σε ένα παγκάκι με ακουστικά στ’ αυτιά του ή να ρίχνει σουτάκια σε κάποια σκουριασμένη μπασκέτα. Άλλοτε μόνος του κι άλλοτε με κάνα δυο συμμαθητές του, ντυμένοι με σκουρόχρωμα τζιν και φθαρμένα αθλητικά, να γαντζώνονται στο παγκάκι της πλατείας σαν σε σωσίβια λέμβο.

Ξέρω, κι αυτή είναι μια πικρή επίγνωση, ότι αυτό το παιδί και το βιβλίο μου, το βιβλίο που γράφτηκε γι’ αυτό, δύσκολα θα συναντηθούν. Ακόμα κι αν τύχει κάποτε ένα από αυτά τα παιδιά, μεγαλώνοντας, να «σκοντάψει» πάνω στο βιβλίο μου, ακόμα και να το διαβάσει, δεν είμαι σίγουρος ότι θα αναγνωρίσει τον εαυτό του εκεί μέσα, δεν είμαι σίγουρος αν θα αποδεχτεί τη δωρεά ή το κληροδότημα που εγώ θα ήθελα να του προσφέρω.

Αυτό όμως δεν είναι η ανάληψη της ευθύνης μας απέναντι στους νεότερους; Αυτό δεν είναι, σε ένα άλλο επίπεδο –που επίσης με απασχόλησε πολύ γράφοντας αυτό το μυθιστόρημα–, η ανάληψη της ευθύνης της πατρότητας; Να φυτεύεις σπόρους τους καρπούς των οποίων ίσως να μην τους γευτείς ποτέ; Παιδιά και πατεράδες, πατεράδες και παιδιά, με το βουβό πένθος ανάμεσά τους να ορίζει εκκρεμότητες, φόβους, προσδοκίες.

Θα μπορούσα να πω πολλά, για το πώς το βίωμα της απώλειας (που βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου μου) με οδήγησε σε ένα από τα θεμελιώδη κείμενα του πολιτισμού μας, την Ιλιάδα, και για το πώς το πολυδαίδαλο και πολυπλόκαμο αυτό κείμενο (που δεν «διαβάζεται», μονάχα «ξαναδιαβάζεται»), με βοήθησε να συναισθανθώ βαθύτερα τους ήρωές μου αλλά και την εποχή μας, ένα έργο «απολύτως παροντικό, που τελειώνει σαν τραγωδία» όπως λέει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, ενώ αμέσως μετά συμπληρώνει «η παραβατικότητα αυτού του έπους δεν είναι απλώς σύγχρονη, θα έλεγα ότι μοιάζει να είναι προδρομική για τις μέρες που ζούμε»[1]

Θα μπορούσα επίσης να μιλάω και να γράφω για ώρες και μέρες για το πώς το Έπος με οδήγησε (via Μαρωνίτη, και πάλι) στη μεγάλη ελληνική ποίηση και τη δική της «συνομιλία» μαζί του, με προεξάρχοντα τον Γιάννη Ρίτσο, που έχει γράψει τα περισσότερα και τα καλύτερα «ιλιαδικά» ποιήματα. Η γνωριμία μου με την ποίηση του Ρίτσου, γενικότερα –μια και τα αρχαιόθεμα ποιήματά του είναι διάσπαρτα παντού στο τεράστιο έργο του–, υπήρξε αληθινή αποκάλυψη, αφού εμβαθύνοντας σε πλευρές του έργου του που δεν είναι τόσο γνωστές μού ανοίχτηκε ένα αχανές ποιητικό αρχιπέλαγος μοναδικής ομορφιάς, ήθους και εκφραστικής πληρότητας. 

Ίχνη από αυτές τις συναντήσεις υπάρχουν πολλά στο μυθιστόρημά μου, όσα τουλάχιστον πέρασαν μέσα από την ψιλή κρησάρα της τελευταίας φάσης της γραφής – όσα δηλαδή αποδείχτηκαν ανθεκτικά από δραματουργικής και συνθετικής άποψης. Εξαρχής, ήθελα το βιβλίο αυτό να είναι και ένα «αντηχείο» πολλών φάσεων της ελληνικής γλώσσας, από τα αρχαία ελληνικά, έως τα ελληνικά του Καβάφη ή των πολλών μεταφραστών της Ιλιάδας, μέχρι τις ποικίλες εκδοχές της νεοελληνικής γλώσσας μας. Ήθελα επίσης να ενσωματώνει, όσο περισσότερο άντεχε ο σκελετός της ιστορίας και η οικονομία της αφήγησης, σπαράγματα από αυτά τα έργα, τόσο από την Ιλιάδα όσο και από τη μεγάλη ελληνική ποίηση του περασμένου αιώνα (Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος), καθώς και από τον Γιώργο Χειμωνά, που υπήρξε ο μοναδικός πεζογράφος που συνομίλησε τόσο εκτενώς και μεθοδικά με την αρχαία ελληνική γραμματεία. Έχοντας πάντα κατά νου τον αναγνώστη, την υπηρεσία της ιστορίας και της πλοκής, την ανάπτυξη και εμβάθυνση των χαρακτήρων, ώστε ο μεγάλος πλούτος που όλοι οι Έλληνες έχουμε πίσω μας να μην επισκιάζει τον κόσμο του μυθιστορήματος (σημερινοί άνθρωποι, στη σημερινή Αθήνα), αλλά να του προσδίδει όγκο ή και να τον υπονομεύει με μια ειρωνική διάσταση, στους αντίποδες της επικής ηρωικής παράδοσης.

Επιστρέφοντας στον πιτσιρικά του εξωφύλλου: στην ευθύνη που αισθάνομαι απέναντί του, στην οφειλή που του έχω. Καμιά φορά, οι ενήλικες, προκειμένου να είμαστε χρήσιμοι, χρειάζεται να γίνουμε δυσάρεστοι, ακόμα και απέναντι στα παιδιά μας. Ο ήρωάς μου, ο ψυχικά τσακισμένος φιλόλογος Αργύρης Σταυρινός, προς το τέλος του βιβλίου καταφέρνει τουλάχιστον αυτό: να αναλάβει την ευθύνη του απέναντι στον νεαρό, να πράξει το –δυσάρεστο– καθήκον του. Έτσι, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, δικαιώνεται· μπορεί πλέον να παραχωρήσει τον τελευταίο λόγο στο παιδί. Με λόγια του παιδιού, λοιπόν, με τις δικές του λέξεις (που δεν είναι μόνο δικές του), ολοκληρώνεται αυτό το μυθιστόρημα, καθώς ανοίγεται, την ίδια στιγμή, στο παρελθόν και στο μέλλον. 

Κώστας Κατσουλάρης

 

[1] Βλ. συνέντευξη του συγγραφέα με τον Δ. Ν. Μαρωνίτη δημοσιευμένη εδώ: https://www.bookpress.gr/sinenteuxeis/sinomilies/2013-06-29-14-12-01

 

Σχετικά βιβλία

Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
Κώστας Κατσουλάρης
Αθήνα, Σεπτέµβριος 2013: ο 15χρονος Νάσος, ο πιο χαρισµατικός µαθητής του γυµνασίου, δεν εµφανίζεται την πρώτη µέρα στο λύκειο. Ο µόνος που δεν αποδέχεται την εξαφάνιση του παιδιού, µε το οποίο τον συνδέουν πολλά περισσότερα από το πάθος τους γι...