

Ποια είναι η Τρίξι Πικλ, η Τιμωρός της Τέχνης;
Πετύχαμε την Τρίξι Πικλ, την ηρωίδα του βιβλίου του Όλαφ Φαλάφελ Τρίξι Πικλ: Η Τιμωρός της Τέχνης, κάπου ανάμεσα στις αποστολές της και μας μίλησε για τον εαυτό της ή, καλύτερα, για τους εαυτούς της, αλλά και για το πώς έγινε Τιμωρός της Τέχνης.
Παλιά ήμουν κι εγώ σαν κι εσάς: παλιά νόμιζα ότι η τέχνη είναι βαρετή. Μη με παρεξηγήσετε: μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω. Αν ρωτάτε εμένα, κάποια απ’ τα σκιτσάκια μου θα έπρεπε να θεωρούνται τέχνη, αλλά ο καθηγητής μου στα καλλιτεχνικά, ο κύριος Τέρμις, δε συμφωνεί και κάνει και βαρετό μάθημα – πρέπει να έχει βάλει κάποιο στοίχημα με τους άλλους καθηγητές πόσα παιδιά μπορούν να αποκοιμηθούν στο μάθημά του, δεν εξηγείται αλλιώς.
Ο τωρινός εαυτός μου δεν πιστεύει πια ότι η τέχνη είναι μάπα. Για την ακρίβεια, είναι το ακριβώς αντίθετο, όποιο κι αν είναι αυτό.
Α, ξέχασα να σας πω λίγα πράγματα για μένα. Πέρα απ’ το ότι μόλις έκλεισα τα δώδεκα, η ζωή μου είναι αρκετά συνηθισμένη. Για την ακρίβεια, είμαι πολύ συνηθισμένη και έχω στόχους:
1ος στόχος: Να περάσω τη μέρα μου στο σχολείο δίχως να εμφανιστώ στο Βα-Ραντάρ (το ραντάρ που έχουν οι νταήδες για να εντοπίζουν ποια παιδιά να πειράξουν και να βα-ρέσουν).
2ος στόχος: Να μην αποκαλέσω ξανά την καθηγήτριά μου «μαμά» κατά λάθος. Τέτοια πράγματα έχουν συνέπειες για πολλές μέρες.
Μένω μαζί με τους γονείς μου και με τον μεγάλο μου αδερφό, τον Τράβις, και τον μικρό μου αδερφό, τον Ντίλαν. Ο Τράβις πήγαινε κι αυτός στο Γυμνάσιο του Γουόρμγουντ, αλλά τελείωσε πριν από αρκετά χρόνια. Ο Ντίλαν πηγαίνει ακόμη στον παιδικό σταθμό. Και παρόλο που είναι τρομερά εκνευριστικός, τον λυπάμαι λιγάκι.

Ο καλύτερός μου φίλος είναι ο Μπικς (υποκοριστικό του «Μπ. Κ.», που βγαίνει από το Μπράιαν Κόμπι Ο’Νιλ) – αν και μερικές φορές αυτό δεν πολυφαίνεται προς τα έξω. Μένει δυο σπίτια παραδίπλα και είναι ο γρηγορότερος στο τρέξιμο. Είμαστε φίλοι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι μαμάδες μας έχουν πολλές φωτογραφίες που μας δείχνουν να μεγαλώνουμε παρέα, μεταξύ των οποίων υπάρχει και μία που τη χρησιμοποιούν πάντα ως διαπραγματευτικό χαρτί. Αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μερικά επίθετα, θα έλεγα ότι είναι τρομερά ευκολόπιστος, ο δεύτερος πιο ψηλός στην τάξη πλέον, εντελώς ατσούμπαλος κι αδέξιος, σαν μωρό καμηλοπάρδαλης που φοράει πατίνια.


Πρέπει επίσης να σας μιλήσω και για τη θεία Τζίτζι (το αληθινό της όνομα είναι «Τζορτζίνα», αλλά όταν ήμουν μικρή δεν μπορούσα να το πω και κάπως της κόλλησα αυτό το παρατσούκλι). Είναι η αδερφή της μαμάς μου και δεν έχει δικά της παιδιά, γι’ αυτό όταν βρίσκει την ευκαιρία μάς κάνει όλα τα χατίρια. Πάντα μας κάνει τρομερά δώρα και φέτος, για τα δωδέκατα γενέθλιά μου, είπε ότι θα με πήγαινε σε μια έκθεση τέχνης. Στην αρχή νόμιζα ότι μου κάνει πλάκα. Μου εξήγησε ότι δε θα ήταν όπως στις συνηθισμένες γκαλερί και ότι μπορεί και να μου άρεσε, αφού δε γινόταν καν σε κάποια γκαλερί – θα πηγαίναμε σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη και όλοι οι καλλιτέχνες θα ήταν «καλλιτέχνες του δρόμου».

Στην έκθεση αυτή, λοιπόν, τα έργα τέχνης ήταν μια χαρά. Μερικά ήταν και παραπάνω από μια χαρά – ήταν τέλεια! Κι αν τα έβλεπε όλα αυτά ο κύριος Τέρμις, θα αγρίευε σαν γάτα που έχει χάσει τα μικρά της!

Ο καλλιτέχνης που μου άρεσε περισσότερο απ’ όλους λεγόταν Μπάνκσι. Ο Μπάνκσι χρησιμοποιεί την τέχνη του για να μιλήσει για όσους δεν έχουν φωνή. Και δε φοβάται να γελοιοποιήσει αυτούς που έχουν την εξουσία. Όταν οι πολιτικοί και οι μεγάλες εταιρείες κάνουν κακά πράγματα, ο Μπάνκσι φτιάχνει ένα έργο τέχνης που τους κάνει να φαίνονται ανόητοι. Μοιάζει λες και είναι κάποιος υπερήρωας της τέχνης. Και κάπως έτσι, λοιπόν, έγινα Τιμωρός της Τέχνης: Ίσως, ίσως λέω, θα μπορούσα να λύσω το πρόβλημα του Ρόρι ΜακΓκόρι, του μεγαλύτερου νταή του σχολείου, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της Τέχνης.

Το σχέδιό μου ήταν να τρυπώσω στο σχολείο τη νύχτα και να φτιάξω ένα έργο τέχνης που θα αποκάλυπτε πόσο νταής ήταν ο Ρόρι ΜακΓκόρι. Σατανικό, ε; Το εμπνεύστηκα από τον Μπάνκσι, που μοιάζει με νίντζα: εκεί που υπάρχει ένας κενός τοίχος, ξαφνικά το επόμενο πρωί υπάρχει ένα κουλ έργο τέχνης και κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκε εκεί. Τι χρειαζόμουν λοιπόν κι εγώ; Μια στολή που θα με βοηθούσε να κινηθώ στα σκοτεινά.

Πολλά είπα όμως και για μένα και για τα σχέδιά μου. Εγώ πιάνω αμέσως δουλειά κι εσύ πιάσε το βιβλίο, για να δεις τελικά τι θα γίνει στη συνέχεια!
Πετύχαμε την Τρίξι Πικλ, την ηρωίδα του βιβλίου του Όλαφ Φαλάφελ Τρίξι Πικλ: Η Τιμωρός της Τέχνης, κάπου ανάμεσα στις αποστολές της και μας μίλησε για τον εαυτό της ή, καλύτερα, για τους εαυτούς της, αλλά και για το πώς έγινε Τιμωρός της Τέχνης.
Παλιά ήμουν κι εγώ σαν κι εσάς: παλιά νόμιζα ότι η τέχνη είναι βαρετή. Μη με παρεξηγήσετε: μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω. Αν ρωτάτε εμένα, κάποια απ’ τα σκιτσάκια μου θα έπρεπε να θεωρούνται τέχνη, αλλά ο καθηγητής μου στα καλλιτεχνικά, ο κύριος Τέρμις, δε συμφωνεί και κάνει και βαρετό μάθημα – πρέπει να έχει βάλει κάποιο στοίχημα με τους άλλους καθηγητές πόσα παιδιά μπορούν να αποκοιμηθούν στο μάθημά του, δεν εξηγείται αλλιώς.
Ο τωρινός εαυτός μου δεν πιστεύει πια ότι η τέχνη είναι μάπα. Για την ακρίβεια, είναι το ακριβώς αντίθετο, όποιο κι αν είναι αυτό.
Α, ξέχασα να σας πω λίγα πράγματα για μένα. Πέρα απ’ το ότι μόλις έκλεισα τα δώδεκα, η ζωή μου είναι αρκετά συνηθισμένη. Για την ακρίβεια, είμαι πολύ συνηθισμένη και έχω στόχους:
1ος στόχος: Να περάσω τη μέρα μου στο σχολείο δίχως να εμφανιστώ στο Βα-Ραντάρ (το ραντάρ που έχουν οι νταήδες για να εντοπίζουν ποια παιδιά να πειράξουν και να βα-ρέσουν).
2ος στόχος: Να μην αποκαλέσω ξανά την καθηγήτριά μου «μαμά» κατά λάθος. Τέτοια πράγματα έχουν συνέπειες για πολλές μέρες.
Μένω μαζί με τους γονείς μου και με τον μεγάλο μου αδερφό, τον Τράβις, και τον μικρό μου αδερφό, τον Ντίλαν. Ο Τράβις πήγαινε κι αυτός στο Γυμνάσιο του Γουόρμγουντ, αλλά τελείωσε πριν από αρκετά χρόνια. Ο Ντίλαν πηγαίνει ακόμη στον παιδικό σταθμό. Και παρόλο που είναι τρομερά εκνευριστικός, τον λυπάμαι λιγάκι.

Ο καλύτερός μου φίλος είναι ο Μπικς (υποκοριστικό του «Μπ. Κ.», που βγαίνει από το Μπράιαν Κόμπι Ο’Νιλ) – αν και μερικές φορές αυτό δεν πολυφαίνεται προς τα έξω. Μένει δυο σπίτια παραδίπλα και είναι ο γρηγορότερος στο τρέξιμο. Είμαστε φίλοι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι μαμάδες μας έχουν πολλές φωτογραφίες που μας δείχνουν να μεγαλώνουμε παρέα, μεταξύ των οποίων υπάρχει και μία που τη χρησιμοποιούν πάντα ως διαπραγματευτικό χαρτί. Αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μερικά επίθετα, θα έλεγα ότι είναι τρομερά ευκολόπιστος, ο δεύτερος πιο ψηλός στην τάξη πλέον, εντελώς ατσούμπαλος κι αδέξιος, σαν μωρό καμηλοπάρδαλης που φοράει πατίνια.


Πρέπει επίσης να σας μιλήσω και για τη θεία Τζίτζι (το αληθινό της όνομα είναι «Τζορτζίνα», αλλά όταν ήμουν μικρή δεν μπορούσα να το πω και κάπως της κόλλησα αυτό το παρατσούκλι). Είναι η αδερφή της μαμάς μου και δεν έχει δικά της παιδιά, γι’ αυτό όταν βρίσκει την ευκαιρία μάς κάνει όλα τα χατίρια. Πάντα μας κάνει τρομερά δώρα και φέτος, για τα δωδέκατα γενέθλιά μου, είπε ότι θα με πήγαινε σε μια έκθεση τέχνης. Στην αρχή νόμιζα ότι μου κάνει πλάκα. Μου εξήγησε ότι δε θα ήταν όπως στις συνηθισμένες γκαλερί και ότι μπορεί και να μου άρεσε, αφού δε γινόταν καν σε κάποια γκαλερί – θα πηγαίναμε σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη και όλοι οι καλλιτέχνες θα ήταν «καλλιτέχνες του δρόμου».

Στην έκθεση αυτή, λοιπόν, τα έργα τέχνης ήταν μια χαρά. Μερικά ήταν και παραπάνω από μια χαρά – ήταν τέλεια! Κι αν τα έβλεπε όλα αυτά ο κύριος Τέρμις, θα αγρίευε σαν γάτα που έχει χάσει τα μικρά της!

Ο καλλιτέχνης που μου άρεσε περισσότερο απ’ όλους λεγόταν Μπάνκσι. Ο Μπάνκσι χρησιμοποιεί την τέχνη του για να μιλήσει για όσους δεν έχουν φωνή. Και δε φοβάται να γελοιοποιήσει αυτούς που έχουν την εξουσία. Όταν οι πολιτικοί και οι μεγάλες εταιρείες κάνουν κακά πράγματα, ο Μπάνκσι φτιάχνει ένα έργο τέχνης που τους κάνει να φαίνονται ανόητοι. Μοιάζει λες και είναι κάποιος υπερήρωας της τέχνης. Και κάπως έτσι, λοιπόν, έγινα Τιμωρός της Τέχνης: Ίσως, ίσως λέω, θα μπορούσα να λύσω το πρόβλημα του Ρόρι ΜακΓκόρι, του μεγαλύτερου νταή του σχολείου, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της Τέχνης.

Το σχέδιό μου ήταν να τρυπώσω στο σχολείο τη νύχτα και να φτιάξω ένα έργο τέχνης που θα αποκάλυπτε πόσο νταής ήταν ο Ρόρι ΜακΓκόρι. Σατανικό, ε; Το εμπνεύστηκα από τον Μπάνκσι, που μοιάζει με νίντζα: εκεί που υπάρχει ένας κενός τοίχος, ξαφνικά το επόμενο πρωί υπάρχει ένα κουλ έργο τέχνης και κανείς δεν ξέρει πώς βρέθηκε εκεί. Τι χρειαζόμουν λοιπόν κι εγώ; Μια στολή που θα με βοηθούσε να κινηθώ στα σκοτεινά.

Πολλά είπα όμως και για μένα και για τα σχέδιά μου. Εγώ πιάνω αμέσως δουλειά κι εσύ πιάσε το βιβλίο, για να δεις τελικά τι θα γίνει στη συνέχεια!








